Η πανδημία και το συμβολικό πλήγμα για την Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά και την Αριστερά
Η ενσώματη διαδήλωση, η κατάληψη του δημόσιου χώρου, η απάρτιση ενός «σώματος» κοινοβουλευτικού ή επαναστατικού, απειλείται από την πανδημία με τον ίδιο τρόπο που απειλείται η έμφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην τοπική κοινότητα. Το Πάθος και η Θυσία της Μεγάλης Εβδομάδας τις ημέρες που όλοι μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους σαν διωκόμενοι στις κατακόμβες. Ο διδάκτωρ Θεολογίας & Φιλοσοφίας, καθηγητής του ΕΚΠΑ Διονύσης Σκλήρης, Στο Κόκκινο και τον Νίκο Ξυδάκη.
Ζούμε αυτές τις ημέρες την αντινομία της θανάσιμης εγγύτητας και της αγάπης της απόστασης, είπε ο κ. Σκλήρης, υπογραμμίζοντας ότι η Εκκλησία έχει έντονο το στοιχείο του αγγίγματος, τόσο στα τελετουργικά της όσο και συμβολικά, ακόμη και στον «άπιστο Θωμά». Αλλά την ίδια ώρα, ο «πλησίων», ο Σαμαρείτης που δεν είναι στην ίδια κοινότητα, ανοίγει χώρο για την αγάπη προς τον «άγνωστο άλλο», όχι αυτόν της κοινότητας με τον οποίο υπάρχει εγγύτητα. Μπορεί να περιλαμβάνει τον τελείως ξένο -και κατ` εξοχήν τον πρόσφυγα, τον ευπαθή.
Το ζήτημα της επιδημίας είναι πολύ δύσκολο για τις Εκκλησίες, σε Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Αθήνα, αλλού, χτυπάει στην καρδιά τους, στην ευχαριστία, στην συνάθροιση, στην ύπαρξη ενός σώματος πιστών, αυτή την σωματικότητα χτυπά η επιδημία. Και στην Αριστερά έχει επίσης αντανάκλαση αυτό, στην σωματική επιτέλεση όπως την περιγράφει η Judith Butler, για την κατάληψη μίας πλατείας, την πραγματοποίηση μίας διαδήλωσης, την κατάληψη του δημόσιου χώρου. Δεν μπορείς να δράσεις χωρίς ενσώματη διαδήλωση, χωρίς απαρτισμό ενός σώματος, κοινοβουλευτικού ή επαναστατικού, όπως σημείωσε.
Χτυπώντας την σωματικότητα, την σωματική συνάθροιση, βάζει ένα πολύ σκληρό δίλημμα, κατ` εξοχήν για την ορθόδοξη Εκκλησία που δίνει έμφαση στην τοπική κοινότητα και στους νεώτερους χρόνους έχει διαστραφεί ως εθνικισμός (η συσχέτιση Εκκλησίας και Έθνους είναι μία διεστραμμένη εκδοχή της έμφασης στην τοπικότητα, στην συγκεκριμένη, τοπική, σωματική, κοινότητα). Αντίθετα, η πιο «παγκόσμια» Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και οι Προτεστάντες που δίνουν έμφαση στην ατομικότητα, μπορούν να προσαρμοστούν πιο εύκολα.
Ωστόσο, αυτή η νέα πρόκληση μπορεί, όπως γίνεται ανά τους αιώνες, να οδηγήσει σε νέες ερμηνείες και πρακτικές τις Εκκλησίες, κάτι που αφορά και την οικολογία και την επέκταση της έννοιας της «αμαρτίας» για όλο τον φυσικό κόσμο. Η μετάνοια, στην αυθεντική της σημασία, είναι το να μην είσαι ευχαριστημένος ακόμα και με μία πρακτική που δεν μπορείς να αποφύγεις.
Η επανανοηματοδότηση της αμαρτίας και της μετάνοιας στο λόγο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ώστε να αφορά και όσα γίνονται προς την Φύση, είναι πρωτότυπη, αυθεντική εξέλιξη. Επεκτείνεται επίσης σε πράξεις που δεν κάνει κάποιος ως άτομο, αλλά στο πλαίσιο ενός συστήματος, εάν με την συμμετοχή σε μία κοινωνία γίνεσαι αίτιος μία άλλη κοινωνία να υποφέρει πόλεμο, να βομβαρδίζεται, να έχει πρόσφυγες που μετά κινδυνεύουν στα παράλιά σου με πνιγμό. Είναι σημαντική αυτή η διεύρυνση της χριστιανικής έννοιας της αμαρτίας και της μετάνοιας.
Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ο Πάπας Φραγκίσκος εμφανίζεται επίσης να έχει λόγο ριζοσπαστικό, ρηξικέλευθο, αρκετά αριστερό, σκληρά αντικαπιταλιστικό, μέσα από μία διαδικασία χριστιανικής μετάνοιας, κάτι που καταγράφει με ενδιαφέροντα τρόπο πρόσφατη ταινία παρουσιάζοντας την απουσία έντονης αντίδρασής του στην δικτατορία Βιντέλα στην Αργεντινή (1976-1983).
Στο πρώτο μέρος της συνέντευξής του, ο κ. Σκλήρης περιέγραψε το πώς η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί μία κορύφωση με πολύ μεγάλη αφηγηματική σημασία, είναι μία πολύ έντονη ιστορία, περιέχει προδοσία, εγκατάλειψη, αγάπη, συγκρούσεις, θάνατο, ανάσταση. Έχει μία πολυσημία στην οποία μπορεί κάθε άνθρωπος να βρει τον εαυτό του, ιδίως ο σημερινός. Έχει μία ριζοσπαστικότητα και αυθεντικότητα απελευθερωτική, πάντα και σήμερα.
Πρόκειται για μία εκπλήρωση του «ου φονεύσεις», κάποιος που δεν θα σκοτώσει με κανένα τρόπο, πραγματικό ή συμβολικό ή μεταφορικό, τους διάφορους μικρούς τρόπους που σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον, δεν μπορεί παρά να παραδοθεί στο να σκοτωθεί ο ίδιος. Είναι μία αυθεντική στάση, που μας πάει σε ένα άλλο επίπεδο: όποιος έχει επιβιώσει, τρόπον τινά έχει κάνει κάποιο είδος πονηριάς, έκπτωσης, για να επιβιώσει. Και αυτό το βλέπουμε κυρίως σε περιόδους κρίσης.
Μπορεί να οδηγήσει κάποιους στην επιδίωξη να είναι τέλειοι, ή αντιθέτως να δώσει προοπτική απελευθέρωσης, κάτι που εκφράζεται και στην προτροπή «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον». Ο νόμος τηρείται, αλλά με τρόπο τελείως ανατρεπτικό και απελευθερωτικό, όπου παύει να έχει νόημα. Υπάρχει ένας σπόρος νεωτερικότητας σε αυτή την αναφορά.
Είναι σημαντική η διαφορά με τις αρχαιότερες παραδόσεις εξιλέωσης, όπως π.χ. στον αποδιοπομπαίο τράγο, όπου ουσιαστικά ένα υφιστάμενο μέλος της κοινότητας φορτωνόταν όλο το κακό και το έπαιρνε μαζί του, μία μη ολοκληρωμένη διαδικασία όπου σε κάποιον ένοχο προοστίθετο όλη η ενοχή της κοινότητας, ώστε να αθωωθούν οι άλλοι. Αντίθετα, στην Μεγάλη Εβδομάδα έρχεται κάποιος έξω από την κοινότητα, όπως δηλώνουν τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής: «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι». Είναι ένας ξένος αυτός που έρχεται, απ` έξω, να πάρει το κακό και την αρρώστια της κοινότητας.
Και έρχεται η ίδια η θυσία που αναιρεί την θυσιαστική λογική, είναι θυσία αυτοκαταργούμενη. Η εκκούσια και ελεύθερη ανάληψη αυτής της θέσης από κάποιον που έρχεται «απ` έξω» είναι μία πρωτοποριακή αφήγηση, διαφορετική, που φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον της ευθύνης του. Το «ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» είναι ριζικά αυθεντική στάση, μας πάει πέρα από τις «συνταγές», των νόμων, της ασφάλειας του περιβάλλοντος.
(Φωτογραφία: Λεπτομέρεια έργου του Γ. Γίγα)
stokokkino.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια