Δεύτερο Κύμα Χ
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΦΑΙΔΡΑΣ όσο και ανύπαρκτης... περικεφαλαίας οι πολίτες τυγχάνουμε ανυπεράσπιστοι απέναντι στη μανία της φύσης, που ’χει λογικοφανείς λόγους να εκδικείται. Η εκάστοτε κυβέρνηση αδιαφορεί. Η υπεύθυνη αντιπολίτευση την κατακεραυνώνει. Αλλά όταν αναλαμβάνει εκείνη το πηδάλιο επιδεικνύει απαράλλακτη απραξία. Ο τραγικός φαύλος κύκλος συνεχίζεται στο διηνεκές. Τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου αποτελούν ακόμα ένα επεισόδιο στο γνωστό έργο. Παρατηρούνται, ωστόσο, ενίοτε ευεργετικοί κυκλώνες. Μας πρόσφερε αρκετούς ο Γιώργος Σεφέρης, που αναχώρησε για τους επουράνιους χειμάρρους σαν σήμερα το 1971, προλαβαίνοντας να πλημμυρίσει προηγουμένως με νεροποντές λέξεων και εικόνων τις άνυδρες όχθες των ξεροπόταμων της ύπαρξης. Ιδού:
ΣΤΟ ΤΡΕΛΟ ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑ/ δεξιά ζερβά πάνω και κάτω/ στροβιλίζονται σαρίδια./ Φτενοί θανατεροί καπνοί/ λύνουν τα μέλη των ανθρώπων./ Οι ψυχές/ βιάζουνται ν’ αποχωριστούν το σώμα/ διψούν και δε βρίσκουν νερό πουθενά∙/ κολνούν εδώ κολνούν εκεί στην τύχη/ πουλιά στις ξόβεργες∙/ σπαράζουν ανωφέλευτα/ όσο που δε σηκώνουν άλλο τα φτερά τους.// Φυραίνει ο τόπος ολοένα/ χωματένιο σταμνί.
ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΓΟΠΟΡΕΙ κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται/ υπάρχουν άραγε/ ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες/ υπάρχουν άραγε/ εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς/ υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής/ εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας/ αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου/ ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος/ η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής/ εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας/ σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας/ ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο/ εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής./ Ο ποιητής ένα κενό.
ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΥΣ Ο ΚΑΜΠΟΣ ύστερ’ απ’ τη βροχή· τι θυμάται/ η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό/ σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου/ ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,/ σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας/ δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;/ ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα – ένα ξαφνισμένο στήθος/ ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα/ ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.// Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου/ χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη/ φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…
ΛΥΠΟΥΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΑΦΗΣΑ να περάσει ένα πλατύ ποτάμι/ μέσα από τα δάχτυλά μου/ χωρίς να πιω ούτε μια στάλα./ Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα./ ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,/ δεν έχω άλλη συντροφιά./ ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια/ που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι/ και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια