Reset στις σχέσεις Τουρκίας - Δύσης;
«Δύσκολος» αλλά πολύτιμος εταίρος για τη Δύση, δύστροπος και επεκτατικός γείτονας για την Ελλάδα, η σημερινή Τουρκία έχει καταφέρει να δημιουργήσει αρκετά προβλήματα σε Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες και ειδικά στην Αθήνα, θέτοντας υπαρξιακά ερωτήματα ακόμη και για τον ρόλο και την αποστολή του ΝΑΤΟ, πόσο μάλιστα για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να προασπίσει τα συμφέροντα, τα δικαιώματα και την ασφάλεια των κρατών μελών της.
Ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να απαντηθούν στο προσεχές διάστημα, ένα «διαβολικό τρίμηνο» σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών.
Μια περίοδος κατά την οποία επίκειται αλλαγή φρουράς και πολιτικής στην Ουάσιγκτον, ενώ στην Ε.Ε. η σκυτάλη της προεδρίας για το πρώτο εξάμηνο του 2021 θα περάσει από την «ατμομηχανή» (Γερμανία) σ' ένα απλό «βαγόνι» (Πορτογαλία), που θα δυσκολευτεί να αναλάβει πρωτοβουλίες, εφόσον μάλιστα οι επιπτώσεις της Covid-19 πέφτουν βαριά πάνω από την ευρωπαϊκή οικονομία, δυσκολεύοντας την ανάκαμψή της.
Διαφύλαξη των κεκτημένων καθώς πλησιάζει η «ημέρα της κρίσης»
Την ίδια περίοδο η Τουρκία και ο Ερντογάν εκτιμάται πως, από τη μία θα επιχειρήσει να κατοχυρώσει τα γεωπολιτικά κεκτημένα σε Συρία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειο και Ναγκόρνο Καραμπάχ, κι από την άλλη θα προσπαθήσει να αναστρέψει το δυσμενές, εις βάρος της, κλίμα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια στους κόλπους των Δυτικών συμμάχων της, προστατεύοντας ταυτόχρονα την ευάλωτη οικονομία της.
Οι στόχοι της Τουρκίας όμως καθίστανται πιο δύσκολα επιτεύξιμοι, τόσο λόγω της επιδείνωσης της παγκόσμιας οικονομίας, όσο και επειδή ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου δεν σκοπεύει να κάνει τα χατίρια και να «ξελασπώνει» τον Ερντογάν, όπως έκανε ο προηγούμενος. Αυτό αυξάνει αναπόφευκτα τη νευρικότητα στην Άγκυρα.
Αναμφίβολα η Τουρκία «έπεσε στα μαλακά» με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2020 να συνεχίσει την ευρωπαϊκή πολιτική, ουσιαστικά, των «μη κυρώσεων» για την επιθετική της συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα η Ε.Ε. επέλεξε να «κλωτσήσει το τενεκεδάκι» και πάλι ένα τρίμηνο αργότερα, προς απογοήτευση της Αθήνας και της Λευκωσίας. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να εφησυχάζει η Άγκυρα...
Επαναπροσδιορισμός των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση
Επίκειται ένας ανακαθορισμός των σχέσεων της Τουρκίας με το Δυτικό σύστημα γενικότερα. Ένας επαναπροσδιορισμός του ρόλου της σε έναν κόσμο στον οποίο η Δύση θα επιχειρήσει να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, έπειτα από τη διασπαστική πολιτική του Τραμπ, το Brexit, τον νεοαπομονωτισμό που προκάλεσαν εθνολαϊκιστικές πολιτικές και τις επιπτώσεις της πανδημίας της Convid-19.
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά οι ανερχόμενες δυνάμεις του λεγόμενου «αυταρχικού καπιταλισμού» (Κίνα, Ρωσία κ.ά) επιχειρούσαν να υποσκελίσουν την ηγεμονία της Δύσης, να αποδομήσουν τις αξίες της στον τομέα της πολιτικής (κοινοβουλευτική δημοκρατία) και των ατομικών δικαιωμάτων, ώστε να αναλάβουν οι ίδιες έναν, αρχικά περιφερειακό, και στη συνέχεια παγκόσμιο ηγεμονικό ρόλο.
Κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Τραμπ (2017-2020), επικράτησε στο Δυτικό μπλοκ ένας νεο-απομονωτισμός και μια λογική τύπου «ο καθένας για τον εαυτό του», ένας εθνικισμός, εις βάρος θεσμών συλλογικής ασφάλειας (ΝΑΤΟ) και πολίτικο-οικονομικής ενοποίησης (Ευρωπαϊκή Ένωση), υπονομεύοντας ακόμη και τα θεμέλια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ενώ βάθυνε και το ρήγμα στις σχέσεις των δύο πλευρών του Ατλαντικού.
Σε αυτό το περιβάλλον, που έδινε την εντύπωση μιας Δύσης σε αποδρομή, η Κίνα επέκτεινε την επιρροή της και κέρδιζε κομμάτια της παγκόσμιας αγοράς, και η Ρωσία ανακτούσε τον παραδοσιακό της ρόλο ως μικρασιατικής αυτοκρατορίας και επέκτεινε τη γεωπολιτική της επιρροή στην περιφέρεια της, αλλά και στη Μέση Ανατολή, επιχειρώντας να ξαναγράψει τους «κανόνες του παιχνιδιού».
Εκμεταλλευόμενη το κενό από την αποδυνάμωση της Δύσης
Η Τουρκία του Ερντογάν, έχοντας βγει από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, και βλέποντας την απογοητευτική κατάσταση που επικρατούσε στο Δυτικό μπλοκ, θεώρησε πως είχε έρθει ο καιρός για να αυτονομηθεί, αν όχι ανεξαρτητοποιηθεί, από το Δυτικό άρμα, στο οποίο είχε προσκολληθεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
Να προτάξει μια δική της, νεοοθωμανική στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολιτική, καλύπτοντας η ίδια το «γεωπολιτικό κενό» που δημιουργούσε η αναδίπλωση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή και η αδυναμία της Ε.Ε. να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα αποσταθεροποιημένα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου και της βόρειας Αφρικής (Λιβύη).
Για να επιταχύνει μάλιστα την αποδρομή της Δύσης από την περιοχή η Άγκυρα επέλεξε να δράσει ως «τοξικός» γεωπολιτικός παίκτης «μολύνοντας» με τις παρεμβάσεις της κακοφορμισμένες πληγές και συγκρούσεις, όπως π.χ. στη Συρία και στη Λιβύη, ή αναζωπυρώνοντας «παγωμένους πολέμους», όπως στην περίπτωση του Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Η «τοξική» δράση της Τουρκίας επέδρασε έτσι ως καταλύτης, που ρευστοποίησε τα γεωπολιτικά δεδομένα μιας ήδη αποσταθεροποιημένης περιοχής, που μοιάζει να βρίσκεται στο κατώφλι του χάους.
Το ανέλπιστο «δώρο» του Τραμπ στον Ερντογάν
Όλα αυτά συνέβησαν, ενώ η Δύση βρισκόταν σε κατάσταση ομφαλοσκόπησης με τον διχαστικό Τραμπ να προσπαθεί να επωφεληθεί από αυτό, προτάσσοντας στυγνά οικονομικά και εθνικά συμφέροντα εις βάρος της διεθνούς πολιτικής, υιοθετώντας ρητορική εθνολαϊκισμού (λ.χ. ότι δήθεν δρα κατά της Παγκοσμιοποίησης), άρνηση της επιστήμης, ακόμη και συνωμοσιοπαράνοιας, δίχως να τον ενδιαφέρει η «Μεγάλη Εικόνα» του κόσμου, την οποία και προφανώς ο ίδιος δεν κατανοούσε επαρκώς.
Ήταν ένα ιδανικό περιβάλλον αποσύνθεσης για να δράσει ο, αλλαγμένος μετά το πραξικόπημα του 2016, Ερντογάν. Ο ίδιος υιοθέτησε, απροκάλυπτα πλέον, τον εθνολαϊκισμό και τον ισλαμισμό ως βασική σημαία της εσωτερικής του πολιτικής, ενώ στην εξωτερική προωθούσε επεκτατικές αντιλήψεις π.χ το σχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας» καθώς και τον νεοοθωμανισμό, με επεμβάσεις στη Λιβύη, σα να πρόκειται για επιστροφή σε μια πρώην οθωμανική επαρχία.
Το κυρίαρχο αφήγημα του Ερντογάν
Ο Ερντογάν θεώρησε πως οι διεθνείς συγκυρίες ευνοούσαν την αυτονόμηση της πολιτικής μιας «ανεξάρτητης και ισχυρής» Τουρκίας, που θα διεκδικεί ρόλο σημαντικής δύναμης, μακριά από την αγκαλιά της Δύσης, ισορροπώντας επιδέξια μεταξύ Ανατολής-Δύσης και συμμαχώντας συγκυριακά με την Ρωσία, για να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους της.
Ταυτόχρονα η όλη κατάσταση απομάκρυνσης του από τις ευρωπαϊκές αξίες, του «έλυνε τα χέρια» στο εσωτερικό, εγκαθιδρύοντας ένα αυταρχικό καθεστώς, αποδημώντας σταδιακά όλους τους δημοκρατικούς θεσμούς, ελέγχοντας τον Τύπο, και υποτάσσοντας τη Δικαιοσύνη στα πολιτικά του συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή ο Ερντογάν υιοθέτησε στο εσωτερικό μια αντιδυτική ρητορική, κατά της «αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής Δύσης», προσβλέποντας σε εργαλειακή χρήση της ισλαμιστικής ιδεολογίας, χωρίς να υποκρύπτει τις φιλοδοξίες του για ηγεμονία στον μουσουλμανικό κόσμο, όπως φαίνεται και από τη σχέση του με την Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Το κυρίαρχο αφήγημα, το οποίο προσπάθησε η κυβέρνηση του Ερντογάν να αναδείξει ως νέα αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας, ήταν το ότι η Δύση θέλει την Τουρκία μονίμως ελεγχόμενη και υποταγμένη. Γι' αυτό και ενοχλείται από την ενδυνάμωση και την ανεξαρτησία της, και γι' αυτό πολλές δυνάμεις συνεργάζονται σε διάφορα μέτωπα, ώστε να θέσουν υπό έλεγχο τη δυναμική άνοδο της Τουρκίας.
Και η εφαρμογή του στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουν την Ανατολική Μεσόγειο όπου οι, υποστηριζόμενες από τη Δύση χώρες της περιοχής έχουν συμπτύξει μια «ανίερη συμμαχία» για να περιορίσουν την Τουρκία στον κόλπο της Αττάλειας και να την εμποδίσουν να συμμετάσχει στον διαμοιρασμό των ενεργειακών πόρων της περιοχής, παρότι η «χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή» στην Αν. Μεσόγειο.
Ωστόσο η Τουρκία, σύμφωνα πάντα με το αφήγημα του Ερντογάν, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να προστατεύσει τα συμφέροντα και τα δικαιώματά της και να σπάσει, όσο διπλωματικά όσο και στο πεδίο, αυτήν την «αντιτουρκική συμμαχία» μη επιτρέποντας κανένα σχέδιο, το οποίο ίδια δεν εγκρίνει, να προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή της.
Ο Μπάιντεν θα μπορέσει να συνεργαστεί με τον Ερντογάν;
Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, σύμφωνα με το Foreign Policy, δεν έχει περιθώριο ηθικού συμβιβασμού απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν. Άλλωστε το περασμένο καλοκαίρι ο Μπάιντεν, σε μια συνομιλία με το συντακτικό προσωπικό των New York Times, καλούσε την Αμερική να ενθαρρύνει εκείνους που βρίσκονται στην αντιπολίτευση στην Τουρκία να εργαστούν για να ανατρέψουν τον Ερντογάν μέσω της εκλογικής διαδικασίας.
Η νέα αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να θεωρεί πως είναι πολύ δύσκολο να συνεργαστεί με τον Ερντογάν, για πολλούς λόγους και όχι μόνον επειδή είναι ένας αυταρχικός ηγέτης που επικρίνει ανοικτά της Δύση (οι ΗΠΑ συνεργάζονται άλλωστε με αρκετούς αυταρχικούς ηγέτες στη Μέση Ανατολή). Το θέμα είναι, όπως επισημαίνει το Foreign Policy: «Δεν μπορείς να συνεργαστείς με ένα αυταρχικό καθεστώς που είναι στοχοπροσηλωμένο ενάντια στη συνεργασία μαζί σου».
Γι' αυτό από το νέο έτος οι αμερικανικό-τουρκικές σχέσεις, οι οποίες βρίσκονται σε πορεία «σιδηροδρομικής σύγκρουσης» τα τελευταία χρόνια, μπορεί πράγματι να συγκρουστούν, ακόμη και αν η μία από τις δύο πλευρές πατήσει ξαφνικά «φρένο». Το αν αυτό γίνει αργά ή γρήγορα εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τις επιλογές της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά κι από τους τακτικισμούς και ελιγμούς του Ερντογάν.
Γιατί ο Ερντογάν ζητά «νέα σελίδα» στις ευρώ-τουρκικές σχέσεις;
Ο τελευταίος, βλέποντας με ανησυχία αυτή την πιθανότητα, στρέφεται και πάλι στην Ευρώπη, προσπαθώντας να επιρρίψει ευθύνες στην Ελλάδα για την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, λέγοντας ότι «η Τουρκία επιθυμεί να ανοίξει μια νέα σελίδα με την Ε.Ε.» και να «ξεκινήσουν ξανά οι συνομιλίες με την Ε.Ε. εξετάζοντας την κατάσταση στο σύνολό της» και «στη βάση κοινών συμφερόντων».
Όμως η αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία από την Ε.Ε., πολύ περισσότερο η παροχή μέτρων όπως μια αναθεωρημένη τελωνειακή ένωση με την Ε.Ε., δίνει στον Ερντογάν μια ζωτική οικονομική στήριξη για να διατηρήσει τον αυταρχικό του ρόλο και να συνεχίσει τα αποσταθεροποιητικά του παιχνίδια.
Ο χειρότερος εφιάλτης πάντως για τον Ερντογάν θα ήταν μια ενδεχόμενη συνεργασία ΗΠΑ και Ε.Ε. στην επιβολή ελέγχου, ακόμη και τιμωρίας, στην Τουρκία εξ αιτίας της «τοξικής» συμπεριφοράς της τα τελευταία χρόνια. Συνεπώς, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν πως το 2021 θα είναι μια χρονιά επανακαθορισμού και επανεκκίνησης των σχέσεων της Δύσης με την Τουρκία, έχοντας ως γνώμονα ότι ο Ερντογάν δεν θα παραμείνει στη θέση του για πολύ ακόμη, ενώ η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι ένας πολύτιμος, αν και δύσκολος εταίρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια