Τῷ καιρῷ εκείνῳ στο Ρέθυμνο της δεκαετίας του 1960
10-05-2021 08:11
Χάρης Στρατιδάκης, Δρ Παιδαγωγικής-Ιστορικός Ερευνητής
Γέννηση και κατοικία (α)

Εξήντα και κάτι χρόνια μετά τα 60’ties, συνδιαμορφώνουμε ένα βιβλίο, μέσω του Team FM, κάθε Παρασκευή από τις 10.00 μέχρι τις 10.30,και μέσω της εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρηση» κάθε Σάββατο. Ένα βιβλίο σαν εκείνα της δεκαετίας του ’60 στο ραδιόφωνο, σαν το «Το σπίτι των Ανέμων» και τη «Μικρή πικρή μου αγάπη». Και σαν τα επιφυλλιδικά ιστορήματα που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες και στα πλατιάς κυκλοφορίας περιοδικά της εποχής. Η ηθοποιός Μαρία Καντιφέζωντανεύει ραδιοφωνικά τα κείμενα του βιβλίου, ο συγγραφέας τα συζητά σε ζωντανή μετάδοση με τον δημοσιογράφο Γιάννη Καλαϊτζάκηκαι τα εικονογραφεί στην εφημερίδα και οι ακροατές τηλεφωνούν για προσθήκες, διορθώσεις και διαφορετικές θεωρήσεις όλων όσων συνέβαιναν «τω καιρώ εκείνω» στο «παντέρμο» Ρεθυμνάκι.

Καθένας από τους Ρεθεμνιώτες που είδε το φως του κόσμου κατά τη δεκαετία του 1960 είχε γεννηθεί είτε στο σπίτι των γονέων του -το σπανιότερο- είτε σε μία από τις κλινικές Νικολάου Λυράκη, Γεωργίου Βουλγαράκη, Ανδρέα Σφηνιά και Γεωργίου Κωνσταντινίδη. Η πλειοψηφία πάντως είχε γεννηθεί στην κλινική στη γωνία των οδών Κουντουριώτη, Ασκούτση και Μαρούλη κι είχε έρθει στον κόσμο στα χέρια είτε του κυρίου Νίκου Λυράκη είτε της γυναίκας του, της κυρίας Ελευθερίας Λαμπάκη. Η ίδια ήταν βέβαια Αρσακειάδα, όμως, όπως συχνά συνέβαινε την εποχή εκείνη, ο γάμος της σταμάτησε μια εξαιρετική εκπαιδευτική πορεία και την οδήγησε, όχι ευτυχώς στο σπίτι, όπως συνηθιζόταν, αλλά στην μαιευτική κλινική του συζύγου της, ο οποίος μάλιστα ήταν μετεκπαιδευμένος στο εξωτερικό.

Υπήρχαν βέβαια και τα παιδιά που δεν ήταν επιθυμητά και που οι άγαμες μανάδες τους προτιμούσαν ή αναγκάζονταν να τα φέρνουν εν κρυπτώ στον κόσμο. Αυτά κατέληγαν στο Εθνικόν Ορφανοτροφείον Αρρένων Ρεθύμνης τα αγόρια και στο Εθνικόν Ορφανοτροφείον Ηρακλείου τα κορίτσια, μαζί με τ’ άλλα ορφανά του εμφυλίου αλλά και των οικογενειών που δεν είχαν τη δυνατότητα να διαθρέψουν στοιχειωδώς τα παιδιά τους, που δεν ήταν και λίγες. Μερικά τέλος παιδιά γεννιούνταν κατ’ οίκον σε χωριά, με τη βοήθεια όσων μαιών δραστηριοποιούνταν ακόμα εκεί.

Το φύλο του παιδιού που γεννιούνταν δεν ήταν αδιάφορο για τους γονείς του, δεδομένου ότι το κορίτσι σήμαινε έναν πρόσθετο αγώνα, πέραν της διατροφής, για τη συγκέντρωση της μελλοντικής προίκας του. Σ’ αντίθεση όμως με την ύπαιθρο, στις περισσότερες περιοχές της οποίας η απόκτηση του σπιτιού της κάθε νέας οικογένειας αποτελούσε καθήκον του νέου άνδρα, στην πόλη συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Όμως οι οικοδομές που ανεγείρονταν ήταν ελάχιστες και το στεγαστικό πρόβλημα οξυμένο. Χαρακτηριστική ιστορία που διηγούνταν, αλλά αφορούσε προγενέστερη περίοδο, ήταν εκείνη του Επισκοπιανού μεγαλέμπορου Εμμανουήλ Παπαδάκη του επονομαζόμενου Παπαδάκου (εικόνα), που μετά από επτά απανωτά κορίτσια αποφάσισε να κάνει μια ακόμη προσπάθεια, οπότε δεν απέκτησε «γιο», όπως κατάλαβε αρχικά από την τσεβδή υπηρέτρια που του το ανάγγειλε, αλλά «δυο» ακόμα τσούπρες!

Η ρεθεμνιώτικη κατοικία είχε συνήθως ένα ή το πολύ δύο υπνοδωμάτια. Συχνά το δεύτερο απ’ αυτά είχε την παράλληλη χρήση σαλοτραπεζαρίας, στην οποία το βράδυ φιλοξενούνταν στον καναπέ ή και στρωματσάδα στο πάτωμα τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι της -πυρηνικής ακόμη τω καιρώ εκείνω- οικογένειας. Οι κατοικίες της παλιάς πόλης ήταν συνήθως διώροφες, με τους βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο και το ή τα υπνοδωμάτια στον όροφο. Οι όροφοι αυτοί επικοινωνούσαν με πολύ απότομες σκάλες, προκειμένου να μην καταναλωθεί μεγάλη επιφάνεια, που ήταν πολύτιμη. Συχνά στην κουζίνα του ισογείου ο καναπές, που προοριζόταν για τους επισκέπτες, το βράδυ μεταμορφωνόταν σε κρεβάτι.

Σε κάθε περίπτωση το σπίτι όφειλε να έχει ένα ευπρεπές δωμάτιο, τη «σάλα», ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να δεχτεί επισκέπτες αλλά και να φιλοξενήσει τους συγγενείς από το χωριό ή από την Αθήνα το καλοκαίρι. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ήταν ασυνήθιστο το φαινόμενο οι σπιτονοικοκύρηδες να κοιμούνται τα καλοκαίρια στην ταράτσα, πράγμα που συνέβαινε ούτως ή άλλως τις πολύ ζεστές από τις βραδιές. Προσωπικά απολάμβανα, όπως και όλοι νομίζω, τη ρομαντζάδα με τ’ άστρα επάνω μου, αλλά και τους διαλόγους που ακούγονταν από τις διπλανές ταράτσες, που μερικές φορές ήταν κωμικοί. Εκείνο που με προβληματίζει σήμερα είναι που δεν μπορώ να θυμηθώ τα κουνούπια να μας ενοχλούν, γεγονός για το οποίο σκέφτομαι ότι αυτό συνέβαινε είτε επειδή ήμασταν όλοι πιο σκληραγωγημένοι είτε επειδή το DDT δεν είχε αφήσει ζωντανά τα έντομα αυτά, όπως και τις μύγες.
Στις αρχές της περιόδου στην οποία αναφερόμαστε και ιδιαίτερα προς το τελείωμα της δεκαετίας του 1950 σε αρκετά από τα σπίτια της πόλης οι χώροι υγιεινής ήταν εξωτερικοί, ενώ στην ύπαιθρο αυτό ήταν κανόνας. Συχνά μάλιστα εκεί τέτοιοι χώροι δεν υπήρχαν καν και τις λειτουργίες τους υποκαθιστούσε ο στάβλος και ο αχυρώνας («αχύρι») του σπιτιού. Εκεί συνήθως ανοιγόταν ένας λάκκος στην άκρη του περιβολιού και τοποθετούνταν επάνω του μια σανίδα. Όταν γέμιζε, σκεπαζόταν με χώμα και ανοιγόταν ένας νέος παραδίπλα. Για να έχουμε ένα μέτρο της εποχής, αρκεί ν’ αναλογιστούμε ότι σε πολλά σχολεία, μετά το πέρας των γυμναστικών επιδείξεων(εικόνα) πραγματοποιούνταν ένας πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός, που αφορούσε το άδειασμα των βόθρων τους, από περιβολάρηδες, οι οποίοι στη συνέχεια μετέτρεπαν με την προσθήκη νερού το περιεχόμενό τους σε «σερμπέτι», για πότισμα όχι μόνο των δέντρων τους αλλά και των λαχανικών. Στους διαγωνισμούς αυτούς πλειοδοτούσαν συνήθως οι Περβολιανοί «ρεσπέρηδες».

Οι κρατικές αρχές από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 χορηγούσαν χαμηλότοκα δάνεια στους αγροτικούς πληθυσμούς για την κατασκευή χώρων υγιεινής, διαστάσεων συνήθως 3×3, κατά προτίμηση με εγκατάσταση νερού και με λεκάνη όχι «τούρκικη» αλλά καθιστού τύπου, κεραμική. Ήταν η γνωστή στους παλιότερους κόκκινη λεκάνη, κατασκευασμένη με πηλό και στη συνέχεια εφυαλωμένη, που κατασκευαζόταν αρχικά στην Κρήτη αλλά στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από εισηγμένες «από την άλλη Ελλάδα» καλύτερης ποιότητας και αντοχής. Από το 1970 η κατασκευή και λειτουργία καμπινέδων είχε καταστεί υποχρεωτική στα καταστήματα, με την Τουριστική Αστυνομία να δίνει περιθώριο 15 ημερών στους ιδιοκτήτες τους για την εφαρμογή του μέτρου.

Στο Ρέθυμνο, τόσο στην παλιά πόλη όσο και στις κατοικίες που είχαν οικοδομηθεί κατά τον Μεσοπόλεμο, ούτε καν υπήρχε η σκέψη ο «απόπατος» (ή το «αναγκαίο») να περιληφθεί εντός του κελύφους τους, αλλά παρέμενε «δικαιωματικώ τω τρόπω» στην εσωτερική αυλή. Η σκέψη λειτουργίας του στο εσωτερικό της κατοικίας μέχρι τη δεκαετία του 1950 ήταν το λιγότερο αποκρουστική. Πολλοί χρησιμοποιούσαν για τις νυχτερινές ανάγκες τους το «αγγειό» ή «καθίκι», που ήταν τσίγκινο ή πήλινο, το οποίο άδειαζαν και ξέπλυναν κάθε πρωί. Στην αυλή υπήρχε επίσης η στέρνα, με το νερό της οποίας πραγματοποιούνταν η κάθε είδους λάτρα, ιδιαίτερα εκείνη της κουζίνας αλλά και το πλύσιμο των ρούχων. Οπωσδήποτε οι υγιεινιστικές αντιλήψεις άλλαζαν και όσοι στη δεκαετία του 1960 κατόρθωναν να αποκτήσουν τον περίφημο «λουτροκαμπινέ» ήταν περήφανοι γι’ αυτόν και τον επεδείκνυαν με περηφάνια στους επισκέπτες του σπιτιού, ιδιαίτερα όταν διέθετε και μπανιέρα και ήταν επενδεδυμένος με κεραμικά πλακάκια.

Εξυπακούεται ότι η χρήση χλωρίνης, τόσο στους χώρους υγιεινής της πόλης όσο και της υπαίθρου, ήταν άφθονη και παραμένει πληθωρική μέχρι σήμερα, παρότι μας είναι γνωστά «εξ Εσπερίας» τα καρκινογόνα αποτελέσματά της. Το επιφώνημα «βγαίνει χλωρινέ» δεν είχε καθόλου αρνητική σημασία και πολλές ήταν οι νοικοκυρές που λιποθυμούσαν και χτυπούσαν στους λουτροκαμπινέδες, από τις αναθυμιάσεις των μιγμάτων χλωρίου και νιτρικού οξέος, του επίσης συχνότατα τότε χρησιμοποιούμενου και ακουγόμενου ως «ακουαφόρτε» (aquaforte=(ιταλ. ισχυρό νερό). Πρόσφατα το περιστατικό της γυναικείας αντεκδίκησης με τη χημική αυτή βόμβα ήρθε να μας θυμίσει και τη χρήση του εκείνη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις εγκατάλειψης από τα αρσενικά μιας σχέσης, μετά την αποκομιδή της παρθενίας των εξαπατημένων θηλυκών της εποχής.

Ο χώρος υγιεινής σπανιότατα περιείχε εγκατάσταση πραγματοποίησης λουτρού. Αυτό ξεκίνησε να γίνεται στα σπίτια που κατασκευάζονταν κυρίως μετά το 1970. Συνήθως το λουτρό πραγματοποιούνταν σε όρθια θέση, μέσα στην τσίγκινη ή ξύλινη σκάφη του πλυσίματος των ρούχων. Τα παιδιά κάθονταν σ’ ένα σκαμνάκι, που υπήρχε απαραιτήτως σε κάθε σπίτι, και λύγιζαν το σώμα τους προς τη σκάφη. Η μητέρα έχυνε το ζεστό νερό με μια κανάτα στα μαλλιά και τα έλουζε με σπιτικό σαπούνι. Η διαδικασία αυτή εμπεριείχε τους συνήθεις κινδύνους τόσο του γαργαλήματος στον λαιμό, όταν προσπαθούσε να τον καθαρίσει από τις σαπουνάδες, όσο βέβαια και οδυνηρού τσουξίματος στα μάτια.

Οι νέου τύπου λουτροκαμπινέδες ήταν συχνά επενδυμένοι με κεραμικά πλακάκια. Χρησιμοποιώ εδώ το επίθετο «κεραμικά» για να τα αντιδιαστείλω με τα γνωστά μας μέχρι τότε «τσιμεντοπλακάκια», τα οποία εσχάτως ξανάρθαν στη μόδα.Στο Ρέθυμνο τα παρήγαγε η οικογένεια Τσουρλάκη (και νομίζω ότι παράγει κάποιους τύπους ακόμα), στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της στον ομώνυμο λόφο, και χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στα δάπεδα των εκκλησιών και λιγότερο σ’ εκείνα των σπιτιών, αφού ήταν ακριβά. Μερικές φορές χρησιμοποιούνταν και στους τοίχους της κουζίνας («μαγειρείου»), πάνω από τον νεροχύτη.Στη φωτογραφία δίπλα εμφανίζεται το πάτωμα από τσιμεντοπλακάκια του παλιού μας σπιτιού στην οδό Ε. Μαρούλη, τα οποία δεν είχα την πρόνοια να κρατήσω κατά την κατεδάφισή του.

Πρόσφατα είδα ότι και στην Παναγία τη Μεσαμπελίτισσα, στο παλιό νεκροταφείο, μια από τις τελευταίες εκκλησίες του Ρεθύμνου που διατηρούσαν τσιμεντοπλακάκια, το πάτωμα χρειάστηκε να αποσυντεθεί, προκειμένου να ανασκαφεί ο ιστορικός ναός της Βενετοκρατίας. Ελπίζω ότι εκεί οι υπεύθυνοι θα είχαν την πρόνοια να τα διατηρήσουν, προκειμένου να τα επανεπιστρώσουν, αποκαθιστώντας έτσι την παλιότερη αρχοντική εικόνα του χώρου.

Στα δάπεδα των κατοικιών της δεκαετίας του 1960 αυτά που μεσουρανούσαν ήταν τα μωσαϊκά, πολύ ακριβές ουσιαστικά κατασκευές, το κόστος των οποίων ποίκιλε ανάλογα με τις ψηφίδες και τους χρωματισμούς τους καθώς και με τις ενθέσεις λωρίδων μαρμάρου, στα πολυτελέστερα. Αρκετοί οικογενειάρχες θεωρούσαν ως επαρκή τα πατώματα από «γυαλί», που κατασκευάζονταν με επίπαση σκόνης τσιμέντου επάνω στο υγρό ακόμα μπετόν και απαιτούσαν αυξημένη μαστοριά από τον τεχνίτη που τα κατασκεύαζε. Τα μωσαϊκά δάπεδα στη συνέχεια γνώρισαν την απαξίωση, καλυπτόμενα από άλλα λεπτά δάπεδα, τύπου laminate ή pvc. Ευτυχώς μερικά αντέστησαν, έστω και δια της απόκρυψης, στην αποξήλωσή τους, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί με εσκαπτικά μηχανήματα. Παραμένουν λοιπόν κρυμμένα κάτω από τις επιστρώσεις και αναμένουν την ανάστασή τους!

Τελευταίατα μωσαϊκά δάπεδα άρχισαν να επανέρχονται στη μόδα (όπως όλα άλλωστε σ’ αυτό τον κόσμο). Και επειδή ως συμπαγείς κατασκευές είναι δύσκολο και δαπανηρό να κατασκευαστούν, συντίθεται πια με μορφή πλακακιών μωσαϊκού, προτεινόμενα από μοδάτους αρχιτέκτονες. Διατηρώ λοιπόν βάσιμες ελπίδες ότι το μωσαϊκό δάπεδο του πατρικού μου σπιτιού, κατοικούμενου σήμερα από την κόρη μου, θα διασωθεί ακέραιο και ότι η άρτι αφιχθείσα εγγονή μου θα παραλάβει ακέραιαστο μέλλον μια κατασκευή με βάθος τεσσάρων γενεών.Αφού ασφαλώς μεσολαβήσει και πάλι κάποιο μεσοδιάστημα απαξίωσής του, επιβεβαιώνοντας και στον τομέα αυτό το Ερωτοκρίτειο:
Του κύκλου τα γυρίσματα, π’ ανεβοκατεβαίνουν
και του τροχού, π’ ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν.

Ως προς την αποχέτευση των λυμάτων, αυτή είχε προ ολίγου σταματήσει να πραγματοποιείται μέσα στη λιμενολεκάνη της πόλης και τα απόβλητα οδηγούνταν στην περιοχή της ακτής του Κιουλούμπαση (εικόνα). Αυτό ίσχυε για τα σπίτια της παλιάς πόλης και του κέντρου της νέας, αφού οι καινούριες συνοικίες αργούσαν να συνδεθούν με το δίκτυο, το οποίο σημειωτέον ήταν παντορροϊκό. Εκεί τα νερά της κουζίνας οδηγούνταν στους κήπους για πότισμα, ενώ η αποχέτευση του απόπατου εξασφαλιζόταν από βόθρους, εφόσον μάλιστα αυτός παρέμενε ακόμα στεγνός.Όσο για την μπουγάδα, αυτή αποτελούσε μια δύσκολη διαδικασία για την νοικοκυρά του κάθε σπιτιού. Και ναι μεν δεν γίνονταν πια με «αλουσά» (νερό στάχτης, πλούσιο σε σόδα), όπως καμιά φορά εξακολουθούσε στα χωριά, αλλά με πλάκες σαπουνιού, της ρεθεμνιώτικης σαπωνοποιίας ή χειροποίητες, σε συνδυασμό με λουλάκι και αργότερα με χλωρίνη, η οποία όπως είδαμε αποτέλεσε φετίχ των νοικοκυρών για πολλές δεκαετίες στη συνέχεια.

Όμως η διαδικασία αυτή απαιτούσε αρκετό ζεστό νερό, το οποίο εξασφαλιζόταν είτε από τη θέρμανση των μπουγαδοτσίκαλων με ξύλα είτε με πιεστικά καζάνια, στα οποία μάστορες ήταν κάποιοι Ρεθύμνιοι απόγονοι Μικρασιατών. Ήταν οι ίδιοι που μπορούσαν να κατασκευάσουν «μπουρεξίδικους» φούρνους, τέτοιους δηλαδή που τα ξύλα να καίγονται σε άλλο χώρο από εκείνον στον οποίο ψήνονταν το ψωμί. Τέτοιος δίχωρος ξυλόφουρνος έχει απομείνει σήμερα ένας μέσα στην πόλη, ο εικονιζόμενος του Αλεξανδράκη. Αν δε με απατά η μνήμη μου, στην κατασκευή τους ειδικεύονταν οι Αντώνης και Ηλίας Αραμπατζόγλου. Οπωσδήποτε η μπουγάδα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πραγματοποιούνταν στα πλυσταριά σε σκάφες και σε μερικά σπίτια σε τσιμεντένιες γούρνες.
Θα συνεχίσουμε όμως την επόμενη εβδομάδα, Θεού θέλοντος και Κορωνοϊού επιτρέποντος.

Πρόταση θέασης
Σήμερα η πρότασή μου δεν έχει να κάνει με διάβασμα αλλά με ξεφύλλισμα. Αν θέλετε, δανειστείτε από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη ή απ’ όσους έχουν την τύχη να το έχουν στη δική τους το φωτογραφικό λεύκωμα που εξέδωσαν το 1994 ο Δήμος και η Νομαρχία Ρεθύμνης, με τη βοήθεια του Λυκείου των Ελληνίδων, του Ρεθύμνιου φωτογράφου και κινηματογραφιστή Βασίλη Χαριτάκη. Κάποιες από τις φωτογραφίες του είναι της δεκαετίας του 1960 και οπτικοποιούν μια εποχή στην οποία η δημιουργίατέτοιων τεκμηρίων ήταν δύσκολη και ακριβή. Το κάνουν μάλιστα με αισθητική καλλιτεχνική, αφού καλλιτέχνης στην ουσία ήταν ο δημιουργός τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια