....

....

Τῷ καιρῷ εκείνῳ στο Ρέθυμνο της δεκαετίας του 1960 - Το Ρέθυμνο και η ύπαιθρός του (γ)

 22-05-2021 08:28

Χάρης Στρατιδάκης, Δρ Παιδαγωγικής-Ιστορικός Ερευνητής






Εξήντα και κάτι χρόνια μετά τα 60’ties, συνδιαμορφώνουμε ένα βιβλίο, μέσω του Team FM, κάθε Παρασκευή από τις 10.00 μέχρι τις 10.30,και μέσω της εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρηση» κάθε Σάββατο. Ένα βιβλίο σαν εκείνα της δεκαετίας του1960 στο ραδιόφωνο, σαν το «Το σπίτι των Ανέμων» και τη «Μικρή πικρή μου αγάπη». Και σαν τα επιφυλλιδικά ιστορήματα που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες και στα πλατιάς κυκλοφορίας περιοδικά της εποχής. Η ηθοποιός Μαρία Καντιφέζωντανεύει ραδιοφωνικά τα κείμενα του βιβλίου, ο συγγραφέας τα συζητά σε ζωντανή μετάδοση με τον δημοσιογράφο Γιάννη Καλαϊτζάκηκαι τα εικονογραφεί στην εφημερίδα κι οι ακροατές τηλεφωνούν ή επικοινωνούν ηλεκτρονικά για προσθήκες, διορθώσεις και διαφορετικές θεωρήσεις όλων όσων συνέβαιναν «τω καιρώ εκείνω» στο «παντέρμο» Ρεθυμνάκι.

 

 

Στην προσφορά κοινωφελών υπηρεσιών, το Ρέθυμνο του 1960 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γενικά ελλειμματικό. Το πρόβλημα του νερού το ταλάνιζε και πολλοί ήταν οι κάτοικοι που δεν χρησιμοποιούσαν το λιγοστό διατιθέμενο για πόση, αλλά προμηθεύονταν από τον Κουμπέ, από τη γνωστή «τρόμπα», ή από τα χωριά καταγωγής τους. Αργότερα οι γεωτρήσεις του Πλατανιά ήρθαν να ανακουφίσουν ένα δίκτυο, που μέχρι τότε τροφοδοτούνταναποκλειστικά από τη«Μάνα του Νερού» στον Άγιο Ιωάννη (εικόνα), η οποία δεχόταν νερό από πηγές της περιοχής του χωριού Αμπελάκι.

 

 

Ως προς τα σκουπίδια, η περιφορά των μουλαριών του Δήμου με τις κόφες αρχικά, που με τους κινητούς πάτους άδειαζαν το περιεχόμενό τους στην περιοχή πίσω από τη Νομαρχία, και η προμήθεια ενός απορριμματοφόρου με ημικυλινδρική κάλυψη στη συνέχεια (εικόνα), που τα οδηγούσε στην περιοχή της Ακροβατερής, έλυναν το πρόβλημα. Η παραγωγή απορριμμάτων ήταν βέβαια λιγοστή, μηδενική με τα σημερινά δεδομένα, αφού τα οργανικά υπολείμματα καταναλώνονταν από τα ζώα κάθε σπιτιού -κότες και ενίοτε κατσίκα- και τα ανόργανα ήταν ελάχιστα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μερικές νοικοκυρές επεξεργάζονταν κι αυτές ακόμα τις φλούδες των καρπουζιών, μεταποιώντας τις σε γλυκά κουταλιού, και στερώντας τις έτσι από τις δύστυχες κότες ή και την κατσίκα του σπιτιού ή του γείτονα.

 

 

Στον τομέα του εξηλεκτρισμού η πόλη δεν είχε ευτυχήσει ιδιαίτερα, με ιδιωτική εταιρεία αρχικά, την «Ηλεκτρική Α.Ε.», από το 1924-25 (εικόνα). Η εταιρεία αυτή αγοράστηκε μεταπολεμικά από τον Δήμο και μετονομάστηκε σε «Δημοτική Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Ρεθύμνης» (ΔΕΗΡ). Η κατάσταση πάντως είχε αρχίσει να βελτιώνεται σταδιακά με την εξαγορά της το έτος 1958 από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού έναντι 3.200.000 δραχμών. Η λειτουργία του τοπικού εργοστασίου, ενός αξιόλογου βιομηχανικού κτηρίου (σήμερα ξενοδοχείο «Ηλεκτρική»), διακόπηκε το 1965, όταν το ανανεωμένο δίκτυο της πόλης συνδέθηκε με τα Χανιά, όπου λειτουργούσε υδροστρόβιλος στην Αγιά και πετρελαιομηχανή στου Νεροκούρου, και με το Ηράκλειο, όπου στην περιοχή Λινοπεράματα λειτουργούσαν επίσης πετρελαιομηχανές.

 

 

Εκείνη που άργησε σημαντικά ήταν η επέκταση του δικτύου ηλεκτροδότησης στην ύπαιθρο του Ρεθύμνου. Οι πιο απομακρυσμένες περιοχές (Αμπαδιά, Βαλκάνια κ.ά.) συνδέθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στο πρώτο μισό της επόμενης. Στους οικισμούς της υπαίθρου επίσης συνήθης πρακτική ήταν η χρήση κοινοτικών βρυσών (στη φωτογραφία κρήνη οικισμού στον Άγιο Βασίλειο). Ήτανοι παλιότερες κρήνες, στις οποίες ήρθαν να προστεθούνοι νεότερες, με τους σιδεροσωλήνες και τις τσιμεντένιες πλάτες, μετά από μια «εκστρατεία» των τοπικών κοινωνιών για υδρομαστεύσεις και δημιουργία κοινοτικών υδραγωγείων. Το νερό πέρασε λίγο αργότερα και στο εσωτερικό των κατοικιών, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είχαν βελτιωθεί σημαντικά. Όμως η πλειοψηφία του νεανικού πληθυσμού τα είχε ωστόσο εγκαταλείψει ή το έκανε στη συνέχεια.

 

 

Όπως και σ’ ολόκληρη σχεδόν την ελληνική ύπαιθρο, παρατηρήθηκε κι εδώ το φαινόμενο να εγκαταλείπεται όταν ακριβώς άρχισαν να λύνονται τα μεγάλα προβλήματά της. Η διάνοιξη των δρόμων αντί να εξυπηρετήσει την επικοινωνία των οικισμών οδήγησε τελικά στην εγκατάλειψή τους (στη φωτογραφία ατμοκίνητο «βαποράκι» σε επίστρωση ρεθεμνιώτικου δρόμου). Στο φαινόμενο αυτό λειτούργησε ως καταλύτης η παρουσία των καλοκαιρινών «σταφυλάδων», των συγχωριανών δηλαδή που είχαν μετακομίσει στις πόλεις και είχαν πια τη δυνατότητα διακοπών, δίνοντας ένα μέτρο σύγκρισης σ’ όσους είχαν παραμείνει στα πάτρια εδάφη. Το φαινόμενο της μετανάστευσης (και όχι βέβαια «αστυφυλίας», όπως λανθασμένα συχνά αποκαλείται) εξηγείται πλέον από τους κοινωνικούς επιστήμονες με βάση την αδυναμία των πλουτοπαραγωγικών πηγών του τόπου να υποστηρίξουν ένα λογικό για άλλες περιοχές πληθυσμό.

 

 

Η Ελλάδα ανέκαθεν δεν μπορούσε να συντηρήσει τον πληθυσμό της και στηριζόταν σε εμβάσματα και σε εξαγωγή ενός μέρους του πληθυσμού της, από τις αρχαιοελληνικές αποικίες μέχρι το σύγχρονο «braindrain». Γι’ αυτό και σήμερα η αντιμεταναστευτική στάση ενός τμήματος του πληθυσμού της είναι επιεικώς απαράδεκτη  και οπωσδήποτε ανιστόρητη.Και το Ρέθυμνο ειδικότερα δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον πληθυσμό του, σχεδόν σ’ όλες τις ιστορικές περιόδους. Στα ελληνιστικά χρόνια εξήγαγε μισθοφόρους, ιδιαίτερα τοξότες, και σχετικές ανάγλυφες πλάκες έχουν σωθεί σποραδικά στον ελλαδικόχώρο. Ένα άλλο μεγάλο κύμα μετανάστευσης είχε αναπτυχθεί στην περίοδο της Κρητικής Αυτονομίας, ενώ σ’ εκείνο της δεκαετίας του 1960 έχουμε αναφερθεί ήδη (στη φωτογραφία προπολεμικοί μετανάστες στην Αμερική από την Αμπαδιά)..

 

 

Η δεκαετία του 1960 είχε όλα τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω. Το σημαντικότερο τμήμα του νεανικού πληθυσμού ονειρευόταν να εγκαταλείψει το Ρέθυμνο κι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί είτε μέσω των δικτύων συγγένειας, στην Αθήνα κυρίως και στον Πειραιά, είτε μέσω της διεξόδου των σπουδών, σε τεχνικές σχολές κάποιοι και σε πανεπιστημιακές μερικοί άλλοι. Ωστόσο η ρεθεμνιώτικη ύπαιθρος, παρόλη την πληθυσμιακή της αποψίλωση άντεχε ακόμα, με τα μεγάλα επαρχιακά κέντρα να συγκρατούν ένα τμήμα του πληθυσμού που μετανάστευε. Έτσι οικισμοί όπως ο Πλατανές Ρεθύμνου, τα Ακούμια, η Επισκοπή, η Αργυρούπολη, οι Μαργαρίτες, το Μελιδόνι, τα Αγγελιανά, οι Κουρούτες, ο Πλάτανος και μερικοί γεωγραφικοί κόμβοι, όπως η Σχολή Ασωμάτων, αντιστέκονταν στην ερήμωση (στη φωτογραφία μαθητές της Σχολής Ασωμάτων κατά την προηγούμενη δεκαετία).

 

 

Το κατάφερναννα αντιστέκονται κυρίως μέσω του εμπορίου που διεξαγόταν σ’ αυτούς και των υπηρεσιών που προσέφεραν (υπόδηση, επεξεργασία μετάλλου κ.λπ.). Όμως κι αυτοί εξαρτούνταν άμεσα από την πρωτεύουσα του νομού, τη «Χώρα», όπως αποκαλούνταν. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή ακριβώς η λέξη, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα νησιά για να υποδηλώσει το μεγαλύτερο πόλισμά τους, με το προστατευτικό κάστρο και το κέντρο της διοίκησης, υπενθυμίζει κάπου κάπου ότι η Κρήτη είναι αρκετά μεγάλη για νησί και αρκετά μικρή για στεριά. Αυτή είναι η αλήθεια, έστω και αν ο φίλος Δήμος Τσαντίλης τεκμηριώνει,με το εκπληκτικό όντως βιβλίο του (εικόνα), ως προς το φυσικό της περιβάλλον ότι αποτελεί «μια ήπειρο σ’ ένα νησί».

 

 

Οι κάτοικοι των χωριών έκαναν συχνή την παρουσία τους στο Ρέθυμνο, με τις κρητικές βράκες οι λιγότεροι και με τις κρητικές κιλότες οι περισσότεροι από τους άνδρες (εικόνα), και με τα σαρίκια φορεμένα στα μαλλιά. Τα σαρίκια εκείνα ήταν μαύρα είτε λευκά, σπανιότερα εκείνα. Αργότερα δημιουργήθηκε το αφήγημα ότι οι Κρητικοί φορούν μαύρα σαρίκια για να πενθούν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Να σημειώσουμε ότι σε παλιότερες εποχές οι Κρητικοί φορούσαν περισσότερο φέσια, ενώ από εκείνους που φορούσαν τα σαρίκια, οι μουσουλμάνοι επέλεγαν λευκό, πράσινο ή πολύχρωμο, ενώ οι χριστιανοί μαύρο ή λευκό.

 

 

Οι γυναίκες της υπαίθρου φορούσαν στο κεφάλι μαντίλια (τσεμπέρια), λευκά οι παντρεμένες (εικόνα) και μαύρα οι χήρες, ποτέ πάντως δεν κυκλοφορούσαν με τα μαλλιά ελεύθερα. Οι χήρες μάλιστα, ντυμένες κατάμαυρα, φρόντιζαν να τυλίγουν τα μαύρα μαντίλια έτσι, ώστε να τους καλύπτουν, πέραν των μαλλιών, και τμήμα του προσώπου και απαραιτήτως το στόμα. Οι σημερινοί νέοι μπορούν εύκολα να φανταστούν τις γυναίκες εκείνες, εξήντα χρόνια αργότερα, βλέποντας τις μουσουλμάνες μετανάστριες, με τις μαντήλες να τους καλύπτουν τα μαλλιά και συχνά και το στόμα. Θεωρώ όμως ότι η συνήθεια εκείνη είχε μείνει στις γυναίκες από την ανάγκη να προφυλάσσουν το κεφάλι τους από τον ήλιο.

 

 

Οι γυναίκες κάλυπταν τα κεφάλια περισσότερο στον θερισμό (εικόνα Nelly’s) και στον τρύγο και λιγότερο στα λιομάζωμα, κι αυτό όχι για λόγους απόκρυψης του προσώπου.Εκείνα που θεωρούνταν ότι μπορούσαν να «σκανδαλίσουν» το άλλο φύλο ήταν τα μαλλιά και ιδίως τα ελεύθερα, γι’ αυτό και οι γυναίκες τα έκρυβαν, όχι μόνο με τα τσεμπέρια αλλά και κάνοντάς τα κότσους. Οι πλεξίδες επιτρέπονταν μόνο στα κορίτσια. Εάν κάποια παντρεμένη γυναίκα ήθελε σώνει και καλά να διαμορφώσει έτσι την κόμμωσή της, όφειλε να τις έχει τυλιγμένες και να τις κρύβει επιμελώς κάτω από το μαντίλι.

 

 

Διάλογος με τους αναγνώστες

Ηλεκτρονική επιστολή κ. Βάλιας Ρομπογιαννάκη. Α. Αφορμή γι' αυτήν την επικοινωνία μου έδωσε ένα κείμενο σου που είδα χτες στο διαδίκτυο. Κατ' αρχήν απορώ και θαυμάζω την ποιότητα αλλά και την ποσότητα της πνευματικής σου παραγωγής. Πραγματικά είσαι φαινόμενο. Εύχομαι να έχεις πάντα υγεία, νηφαλιότητα,διαύγεια, διάθεση για τέτοια παραγωγή.Το κείμενό σου αφορά  στην κατοικία τη δεκαετία του 60. Θα μου επιτρέψεις να κάνω δυο-τρεις μικρές διορθωσούλες στο πλουσιότατο αυτό το κείμενο;1. Το aqua forte, που και σήμερα χρησιμοποιείται ευρύτατα,είναι το υδροχλωρικό οξύ και όχι το νιτρικό οξύ. Αυτό αντιδρά με τη χλωρίνηπράγματι και δίνει τις αναθυμιάσεις που αναφέρεις,που μπορεί να προκαλέσουν ακόμα και το θάνατο. Έχω περίπτωση γνωστή μου που συνέβη  αυτό και η κοπέλα πέθανε.

 

 

  1. Η περίπτωση που υπαινίσσεσαι με τη ρίψη υγρού για εκδίκηση, που διαβάσαμε και ακούσαμε και το τελευταίο διάστημα,έχει να κάνει όχι με το υδροχλωρικό οξύ αλλά με το θειικό οξύ, κοινώς βιτριόλι, το οποίο δρα με διαφορετικό τρόπο, γιατί αφυδατώνει και καίει τους ιστούς.3. Στις μπουγάδες (εικόνα), η χρήση της στάχτης εξασφάλιζε περισσότερο την παρουσία ενώσεων του καλίου, που αφθονεί στα φυτά από τα οποία προέρχεται η στάχτη. Μπορεί να υπάρχει και ελάχιστη σόδα, που είναι ένωση του νατρίου, αλλά το περισσότερο είναι ανθρακικό κάλιο, κάπως παρόμοιο με την ποτάσα...Βάλια Ρομπογιαννάκη

 

 

Β. Με επισκέφτηκε η κυρία Νίνα Δρακάκη, για να με διορθώσει ως προς τα καθήκοντα της κυρίας Ελευθερίας Λαμπάκη-Λυράκη στη γυναικολογική κλινική του συζύγου της, αείμνηστου μαιευτήρα ΝίκουΛυράκη.Και είχε δίκιο, αφού η καλή μας κυρία Ελευθερία δεν είχε καμιά σχέση με το ιατρικό αντικείμενο της Κλινικής, ενώ αντίθετα ήταν το απόλυτο αφεντικό ως προς τη διοίκησή της. Ο σύζυγος ήταν αφιερωμένος στον ιατρικό του ρόλο, έχοντάς της παραχωρήσει την πλήρη κυριαρχία στα υπόλοιπα. Η Ελευθερία Λυράκη, όπως και ο γιατρός, συχνά βάφτιζαν παιδιά που είχαν γεννηθεί στην Κλινική τους (εικόνα).

 

 

Τα χέρια, λοιπόν, που μας έφεραν στον κόσμο, τη γενιά δηλαδή του ’50, του ’60 και εν μέρει του’70, δεν ήταν εκείνα της κυρίας Ελευθερίας. Ήταν τα χέρια της πρώτης μαίας της Κλινικής, της Αιμιλίας Καλογεράκη, η οποία μάλιστα είχε σπουδάσει το αντικείμενο αυτό, αλλά και το είχε εξασκήσει σε εκατοντάδες (ή χιλιάδες;) περιπτώσεις. Ήταν το δεξί χέρι του μαιευτήρα, δεύτερη μαιευτήρας η ίδια εξ αντικειμένου, που θα πρέπει να τον είχε υποκαταστήσει σε πολλές επείγουσες περιπτώσεις. Στη φωτογραφία διακρίνεται πρώτη από αριστερά, με τρίτη τη μητέρα της αναγνώστριάς μας κυρία Βασιλική Δρακάκη.

 

 

Κατά δεύτερο λόγο συμμετείχαν στις γέννες εμπειρικές νοσοκόμες, που εξελίσσονταν σε μαίες, όπως η μητέρα της πληροφοριοδότριάς μας. Να σημειώσουμε ότι η έννοια του ωραρίου τούς ήταν ουσιαστικά άγνωστη, αφού καθοριζόταν από τις ανάγκες των γεννήσεων και των έκτακτων νοσηλειών, και αυτό με μισθούς αμελητέους με τα σημερινά δεδομένα (στη φωτογραφία οι κυρίες Δρακάκη και Χριστουλάκη).

 

 

Έτσι οι γυναίκες αυτές αναγκάζονταν να κάνουν ενέσεις κατ’ οίκον, αφού όπως θα δούμε παρακάτω, η εισαγωγή στο νοσοκομείο ήταν πολύ δύσκολη και το μεγαλύτερο μέρος των νοσηλειών γινόταν στα σπίτια. Συχνά μάλιστα η ισχνή αμοιβή παρέχονταν σε είδος ή η προσφορά γινότανεντελώς δωρεάν. Ας είναι αθάνατη η μνήμη όλων τους. Όπως το διατύπωσε ο συμπατριώτης μας Παντελής Πρεβελάκης: «Οι νεκροί επιζούν μέσα μας και μας ευλογούν»(στη φωτογραφία η νοσοκόμα Στέλα Πηγουνάκη με λεχώνα της Κλινικής Λυράκη).

goodnet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.