Ιδιωτικοποίηση του νερού «σταγόνα - σταγόνα» και από την «πίσω πόρτα»;
Μετά την κατά πλειοψηφία ψήφιση της τροπολογίας του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που -μεταξύ άλλων- ρυθμίζει ζητήματα συντήρησης και λειτουργίας του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος (ΕΥΣ) της Αθήνας, υπήρξαν αντιδράσεις από την αντιπολίτευση. Τα κόμματα κάνουν λόγου για ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης που θα έχει σοβαρές συνέπειες στο κοινό.
Υπενθυμίζεται ότι με διάταξη της τροπολογίας προβλέπεται ότι με σύμβαση που υπογράφεται μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου, της εταιρείας Παγίων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, ανατίθεται στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ η συντήρηση και λειτουργία του ΕΥΣ της Αθήνας, για τρία έτη, με δυνατότητα παράτασης της συμφωνίας. Ωστόσο, μετά τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, η συντήρηση και λειτουργία του ΕΥΣ ανατίθεται από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών σε ανάδοχο μέσω διαγωνισμού. Πρόκειται δηλαδή για σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) με πολλούς να επισημαίνουν πως πρόκειται για μια εν μέρει ιδιωτικοποίηση.
Σημειώνεται πως όταν μιλάμε για ιδιωτικοποίηση νερού εννοούμε -σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων- ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών νερού και όχι του «νερού-πόρου». Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφερόμαστε στο πόσιμο νερό που είναι κοινωνικό (κοινό) αγαθό και η ΕΥΔΑΠ ΑΕ δεν είναι απλά φορέας εκμετάλλευσης των υδάτων, αλλά επιχείρηση υπό δημόσιο έλεγχο, που παρέχει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, ως υπηρεσίες κοινής ωφέλειας υψηλής ποιότητας για όλους τους πολίτες.
Η απόφαση του ΣτΕ και η ιδιωτικοποίηση από την... πίσω πόρτα
Δεδομένου, λοιπόν, ότι στο μέλλον θα δοθεί σε ιδιώτη η διαχείριση του Εξωτερικού Υδροδοτικού Σύστηματος της Αθήνας, εκφράζονται ανησυχίες περί εν μέρει «ιδιωτικοποίησης του νερού» με την τροπολογία που πέρασε στη Βουλή. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης δήλωσε πως «κάνουν ιδιωτικοποίηση σε ένα τμήμα του δικτύου». Το αν πρόκειται, πάντως, για πολιτική που έχει επιβληθεί από Βρυξέλλες το έχει ξεκαθαρίσει η Κομισιόν απαντώντας σε ερώτηση της Ευρωβουλευτίνας Αντιγώνης Παπαδοπούλου: Η απόφαση για την ιδιωτικοποίηση ή μη τέτοιων υπηρεσιών εναπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

TVXS
Όπως εξηγεί στο Tvxs.gr ο καθηγητής Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών ΑΠΘ, μέλος του Συντονιστικού Πολιτών και Φορέων «SOSτε το ΝΕΡΟ» και πρώην πρόεδρος του ΕΥΑΘ Γιάννης Κρεστενίτης, η απόφαση του ΣτΕ (2014), που επιβάλλει το 50%+1 των μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ να παραμείνει υπό δημόσιο έλεγχο, εμποδίζει την κυβέρνηση να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ ΑΕ, μέσω της διαδικασίας πώλησης των μετοχών της.
Γι' αυτό, όπως επισημαίνει ο ίδιος, η κυβέρνηση «επιλέγει τη διαδικασία αφαίρεσης έργου και υπηρεσιών που μέχρι τώρα πάγια υλοποιούσε η ΕΥΔΑΠ ΑΕ και αποφασίζει τις υπηρεσίες αυτές να τις αναθέσει σε ιδιώτες μέσω ΣΔΙΤ. Και βέβαια το έργο και οι υπηρεσίες που έχει πρόθεση να αφαιρέσει αφορούν το εξωτερικό υδραγωγείο, δηλαδή τη διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση των κεντρικών υποδομών του νερού (πηγές, ταμιευτήρες, υδραγωγεία κ.λ.π.), την τροφοδοσία με νερό των κεντρικών εγκαταστάσεων επεξεργασίας, από τις οποίες τροφοδοτείται η Αθήνα. Το ΕΥΣ αποτελεί μία κομβική υπηρεσία που σχετίζεται με την ποσότητα και την ασφάλεια της ποιότητας του νερού της Αθήνας».
Κατά την άποψή της δρ. Ελισσάβετ Φελώνη, διδάσκουσας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και μεταδιδακτορικής ερευνήτριας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, «δεν μπορούμε να μιλάμε σε καμία περίπτωση για ιδιωτικοποίηση εφόσον δεν μεταβάλλεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς». Για τον Επίκουρο Kαθηγητή Τομέα Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο Συμεών Μαλαμή δεν πρόκειται για μερική ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ, απλά η ΕΥΔΑΠ θα πληρώνει τον ανάδοχο για τις υπηρεσίες αυτές. Ωστόσο, προειδοποιεί πως «εάν σιγά-σιγά όλα τα έργα διαχείρισης νερών και λυμάτων τα αναλάβουν ανάδοχοι απαξιώνεται η εταιρία και το προσωπικό της. Θα μετατραπεί η ΕΥΔΑΠ σε έναν απλό μάνατζερ των συστημάτων της».
Αν αναλάβει ιδιωτική εταιρεία...
Το να αναλάβει μια ιδιωτική εταιρεία στο μέλλον τη διαχείριση του ΕΥΣ δημιουργεί επιφυλάξεις καθώς όλα τα προηγούμενα χρόνια την λειτουργία, συντήρηση και διαχείριση του ΕΥΣ είχε η ΕΥΔΑΠ ΑΕ που έχει και την τεχνογνωσία και την εμπειρία. «Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ιδιώτες με αντίστοιχη τεχνογνωσία σε συστήματα, όπως του ΕΥΣ, που αφορούν στην τροφοδοσία με πόσιμο νερό για το περίπου 50% των κατοίκων της χώρας» λέει ο κ. Κρεστενίτης.
Από την άλλη μεριά, δεδομένου ότι οι ΣΔΙΤ δεν έχουν σχέση με την ιδιωτικοποίηση, αλλά για παροχή υπηρεσιών συντήρησης του συστήματος είναι ένα καθεστώς σύμπραξης που είναι το πλέον ωφέλιμο, κατά την άποψη της κας Φελώνη. Ωστόσο, η ίδια επισημαίνει ότι πρέπει να καθορίζονται αυστηρά οι όροι της σύμβασης και τα όρια αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων, υπό το δεδομένο πλαίσιο της μη μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και του σημαντικά εποπτικού ρόλου του Δημοσίου στην διαχείριση του νερού.
Η μεταδιδακτουρική ερευνήτρια θεωρεί ότι με την παρούσα τροπολογία καταπωλεμώνται μια σειρά από στρεβλώσεις και χρονοβόρες διαδικασίες, όπως το ποιος έχει τις αρμοδιότητες και το πόσο γρήγορα κινούνται οι διαδικασίες για έργα-παρεμβάσεις μικρής κλίμακας, -π.χ. σε περίπτωση βλάβης στο εξωτερικό δίκτυο- ζητήματα που εν γένει επηρεάζουν και την αξιοπιστία στην κάλυψη της ζήτησης του νερού στην Αθήνα.
Θα πίνουμε πιο ακριβό νερό;
Το ΜΕΡΑ25 θεωρεί ότι με τη ΣΔΙΤ το δημόσιο πληρώνει, καταβάλλει κόστη και εγγυάται και τα δάνεια ενώ ο ιδιώτης απλώς εισπράττει, αυξάνοντας εκθετικά τις τιμές. Πράγματι «η μέχρι τώρα εμπειρία από άλλες συμβάσεις ΣΔΙΤ συνηγορεί σε αυτές τις διατυπώσεις», λέει ο κ. Κρεστενίτης «και έχουν ως αποτέλεσμα και την επιπλέον επιβάρυνση του Δημοσίου αλλά και των πολιτών, μέσω ανατιμήσεων στις σχετικές υπηρεσίες».
H λειτουργία και η οικονομική διαχείριση του ΕΥΣ επηρεάζει και την τελική τιμή του νερού τονίζει ο κ. Κρεστενίτης αναφέροντας παράλληλα πως «είναι γνωστά όλα τα διεθνή παραδείγματα, σύμφωνα με τα οποία, η εμπλοκή ιδιωτών στη διαχείριση και διανομή του πόσιμου νερού οδήγησε σε αυξήσεις για το σύνολο των χρηστών των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης». Η κα Φελώνη υποστηρίζει ότι μέσω της τροπολογίας «αφήνονται περιθώρια για μεταβολή των τιμολογίων της ΕΥΔΑΠ α.ε. για την παροχή υπηρεσιών ύδατος στους καταναλωτές μέσω της νέας σύμβασης που προβλέπεται να υπογράψουν τα τρία μέρη (Ελληνικό Δημόσιο, ΕΥΔΑΠ α.ε. και ΕΥΔΑΠ παγίων)».
Πάντως, για την ίδια, το να καθορίζεται με διαγωνισμό ο ιδιώτης με τον οποίο θα κάνει σύμπραξη το Δημόσιο σημαίνει ότι λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός κάτι που τελικά είναι προς όφελος του πολίτη-καταναλωτή, στο κομμάτι της τιμολόγησης, αλλά και πολίτη-φορολογούμενου. «Μέσω του διαγωνισμού, το Δημόσιο θα εξασφαλίσει θεωρητικά ότι θα δώσει το χαμηλότερο δυνατό τίμημα για την υπηρεσία συντήρησης που αναλαμβάνει ο ιδιώτης» αναφέρει και ταυτόχρονα όμως αναρωτιέται «κατά πόσο έχει τηρηθεί ο κανόνας του υγειούς ανταγωνισμού που επιβάλλει και η ΕΕ».
Τι λέει η διεθνής εμπειρία της ιδιωτικοποίησης
Ο κ. Μαλαμής βεβαιώνει ότι η ιδιωτικοποίηση του νερού παγκοσμίως δείχνει ότι έχει μεγάλο ποσοστό αποτυχίας το οποίο είναι κοντά στο 35%, τη στιγμή που η ιδιωτικοποίηση άλλων υπηρεσιών έχει πολύ μικρότερο ποσοστό αποτυχίας όπως η ενέργεια με 6% και οι τηλεπικοινωνίας με μόλις 3%. Επομένως, το ρίσκο μιας ενδεχόμενης αποτυχίας του εταιρικού σχήματος που θα αναλάβει τη διαχείριση του νερού είναι υψηλό.
«Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις παγκοσμίως η ιδιωτικοποίηση του νερού συνοδεύεται από αύξηση της τιμολόγησης του νερού γιατί ο ιδιώτης θέλει να μεγιστοποιήσει το κέρδος από την προσφερόμενη υπηρεσία» αναφέρει.
Σε περιοχές, όπως η Αττική, που η διαχείριση της υδροδότησης γίνεται από έναν φορέα (ΕΥΔΑΠ), εάν η υπηρεσία περάσει στην ευθύνη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας αποκτά μονοπωλιακό χαρακτήρα και δίνει ευχέρεια για υπερτιμολογήσεις. «Υπάρχουν παραδείγματα από αναπτυγμένες χώρες όπου όταν να νερό πέρασε στα χέρια ιδιώτη υπήρχαν περιστατικά κακής ποιότητας νερού με ανθρώπους να αρρωσταίνουν (πχ Walkerton in Ontario, Canada όπου πέθαναν 7 και 2,300 αρρώστησαν από E.Coli)» λέει ο κ. Μαλαμής.
Μπορεί, βέβαια, κάποιος να αντιτείνει εδώ ότι αυτό έχει συμβεί και με δημόσιους φορείς, «ωστόσο, ο δημόσιος φορέας δεν το κάνει αυτό με γνώμονα το κέρδος, μπορεί να συμβεί λόγω αμέλειας» τονίζει ο ίδιος.
Ο επίκουρος καθηγητής εντοπίζει ένα βασικό πρόβλημα στο γεγονός ότι οι ιδιωτικές εταιρίες δεν είναι υπόλογοι απευθείας στους καταναλωτές ούτε έχουν την πίεση του κοινού για να γίνουν αλλαγές προς το καλύτερο. Επίσης χάνει το κράτος τον έλεγχο σε ένα βασικό αγαθό επιβίωσης.
«Εάν η διαχείριση του νερού γίνεται σωστά από κρατικό φορέα κοστίζει στον φορολογούμενο λιγότερο από το κόστος του ιδιώτη. Η δημόσια χρηματοδότηση είναι απαλλαγμένη από φόρους επειδή η κυβέρνηση ξεκινά το έργο, έτσι σημαίνει ότι μπορεί να ολοκληρωθεί με χαμηλότερο συνολικό κόστος. Η ιδιωτική χρηματοδότηση φορολογείται, επομένως φέρνει υψηλότερα επιτόκια που πρέπει να πληρώσουν οι καταναλωτές» υπογραμμίζει ο επίκουρος καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
ΤΑΙΠΕΔ και ΕΥΔΑΠ
Για την ιδιωτικοποίηση στην Ελλάδα, ο κ. Κρεστενίτης πιστεύει ότι είναι πολιτικοί και όχι οικονομικοί οι λόγοι που θέλουν να πουληθεί το ποσοστό (11,3%, το οποίο κατέχει το ΤΑΙΠΕΔ) μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Αυτή η πώληση, εξηγεί, θα αποφέρει πολύ μικρό, για τα μεγέθη της εταιρείας και της ελληνικής οικονομίας τελικό ποσό, που θα οδηγηθεί στην αποπληρωμή του χρέους, χωρίς να επιφέρει και ουσιαστική του μείωση.
«Θα έλεγα ότι οι λόγοι [πώλησης των μετοχών] είναι ιδεοληπτικοί παρά το γεγονός ότι το διεθνές και ευρωπαϊκό πείραμα της ιδιωτικοποίησης του νερού έχει αποτύχει και είναι ραγδαία η επανα-δημοσιοποίηση ή επανα-δημοτικοποίηση των εταιριών ύδρευσης & αποχέτευσης διεθνώς. Ένα συνταρακτικό παράδειγμα από τη Γερμανία, εκτός αυτού του Βερολίνου, είναι το Μόναχο, με ισχυρό το δεξιό Βαυαρικό κόμμα, που όμως ουδέποτε διανοήθηκε να προχωρήσει σε ιδιωτικοποίηση της εταιρείας ύδρευσης του Μονάχου» αναφέρει ο καθηγητής στο ΑΠΘ.
Αναμένοντας...
Πάντως, σχετικά με το τι θα γίνει ύστερα από τρία χρόνια και τι ακριβώς θα ισχύσει με την ανάθεση του ΕΥΣ σε ιδιώτες με διαδικασία ΣΔΙΤ, θα το γνωρίζουμε ακριβώς όταν δημοσιοποιηθεί ο σχετικός διαγωνισμός, λέει ο κ. Κρεστενίτης. Σε αυτό συντείνει και η κα Φελώνη υπογραμμίζοντας πως «πάντα έχει σημασία το περιεχόμενο της σύμβασης μιας ΣΔΙΤ και είναι σημαντικές τέτοιες συμπράξεις ακριβώς διότι δεν περνά στην ιδιοκτησία του αναδόχου το υδροδοτικό σύστημα, παρά μόνο το δικαίωμα παροχής υπηρεσίας συντήρησης και αναβάθμισης του συστήματος, ενώ με το πέρας της σύμβασης το σύστημα παραμένει στον δημόσιο φορέα».
Ο κ. Μαλαμής ελπίζει ότι «η ΕΥΔΑΠ θα έχει την εποπτεία και τον έλεγχο της κατάστασης αν και πάλι αναθέτει τη διαχείριση σε ιδιώτη. Πιθανότατα ο ιδιώτης μέσα στη σύμβαση να έχει πολλούς περιορισμούς και δεν θα είναι ο ίδιος υπεύθυνος για την τιμολόγηση αλλά η ΕΥΔΑΠ».

Δεν υπάρχουν σχόλια