ΜΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ «ΙΣΩΣ» ΚΑΙ ΣΤΟ «ΜΗΠΩΣ» ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΣΕ ΡΟΛΟ ΤΕΙΣΙΑ ΚΑΙ ΚΟΡΑΚΑ…
Φελνίκος
Διακοπές τέλος. Τα κεφάλια, πάλι, μέσα. Στο μαγγανοπήγαδο ξανά. Αλλά και στη σφενδόνη. Γιατί το Φθινόπωρο προβλέπεται καυτό.
Ήδη, πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια, ο Τσίπρας ετοιμάζεται να κηρύξει, λένε, ακόμη και «ανένδοτο» αγώνα για να πέσει η κυβέρνηση. Κι από κοντά η Φώτη, ο Κουτσούμπας και οι αποδέλοιποι της αντιπολίτευσης.
Από την άλλη, ο Μητσοτάκης πρέπει να δει τι θα κάνει με τις μεταλλάξεις της πανδημίας, τις πυρκαγιές και τις (αναμενόμενες) πλημμύρες, τα χρέη των πολιτών, τα κεσάτια των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων, τους πλειστηριασμούς, τις απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα και εν γένει την ανεργία, το (πιθανολογούμενο) νέο κύμα μετανάστευσης, αλλά και τη δομή και σύνθεση του υπουργικού του συμβουλίου.
Ταυτόχρονα, δεν ξέρουμε μέχρι που θα το πάει ο Ερντογάν σε Κύπρο και Αιγαίο, τι φασούλι θα βγάλουν οι γερμανικές εκλογές, ποιές θα είναι οι ευρύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις από την επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, μέχρι πότε η ΕΕ θα κάνει σκόντο στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ούτε φυσικά ξέρουμε τι άλλο κακό μάς επιφυλάσσει το μέλλον και πως θα αντιδράσουν οι πολίτες, τα συνδικάτα, οι κοινωνικές οργανώσεις, οι πολιτικές συλλογικότητες.
Το μεγαλύτερο κακό όμως δεν είναι όλα αυτά.
Είναι το γεγονός ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε τι είναι καλύτερο για τη χώρα και τους πολίτες της.
Οι δύο κυρίαρχες πολιτικές, της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εμφανίζονται εξίσου ορθές και λανθασμένες.
Αν θέλουμε να σωθούμε πρέπει να συνεχιστεί η υφιστάμενη πολιτική, λένε οι μεν.
Αν συνεχιστεί η υφιστάμενη πολιτική θα καταστραφούμε, αντιτείνουν οι δε.
Πίσω από τη σημαία του φόβου, που κουνάνε οι μεν, υπάρχει η ελπίδα του «ίσως».
Πίσω από το λάβαρο της ελπίδας, που έχουν σηκώσει οι δε, κρύβεται ο φόβος του «μήπως».
Η χώρα μετεωρίζεται, ανάμεσα στο «ίσως σωθούμε» και στο «μήπως καταστραφούμε».
Γι' αυτό, προφανώς, και οι πολίτες, δεν στρατεύονται και δεν κινητοποιούνται μαζικά -όπως θα ήταν λογικό να αναμένει κάποιος σε περίοδο πρωτοφανούς κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε.
Στην πλειοψηφία τους έχουν μελαγχολήσει, αλλά και τρελαθεί γιατί δεν ξέρουν ποιός πραγματικά έχει δίκαιο.
Κατά κάποιο τρόπο η κατάσταση μου θυμίζει την αντιδικία Κόρακα και Τεισία.
Ο νεαρός Τεισίας, μια μέρα επεσκέφθη τον Κόρακα, τον περίφημο ρήτορα και πολιτικό των Συρακουσών του 5ου αιώνα, και του ζήτησε να του μάθει την τέχνη της ρητορικής. Όμως, επειδή δεν είχε να τον πληρώσει, συμφώνησαν ότι θα τον πλήρωνε, αν τον έκανε καλό ρήτορα και κέρδιζε την πρώτη του δίκη στο δικαστήριο.
Ο Τεισίας, μετά τετραετή διδασκαλία, έγινε πραγματικά εξαιρετικός ρήτορας. Απέφευγε όμως να συνηγορήσει σε δικαστήριο, για να αποφύγει την πληρωμή. Ο Κόρακας κατήγγειλε τον μαθητή του στο δικαστήριο. Στη δίκη συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Όλοι ήθελαν να παρακολουθήσουν τη μονομαχία ανάμεσα στο δάσκαλο και στον μαθητή.
Ο Κόρακας εξήγησε στους δικαστές τη συμφωνία, που είχε κάνει με τον Τεισία και ολοκλήρωσε ως εξής την αγόρευσή του: «Και τώρα, ω δικαστές, αποφασίστε. Σας λέγω όμως, πως μου είναι αδιάφορο τι απόφαση θα βγάλετε. Γιατί είτε καταδικάσετε τον Τεισία είτε τον αθωώσετε, εγώ τα λεφτά μου θα τα πάρω»!
Οι δικαστές του ζήτησαν να τους εξηγήσει τι εννοούσε και ο Κόρακας τους είπε: «Αν αποφανθείτε, πως ο μαθητής οφείλει να με πληρώσει, τότε, σύμφωνα με την απόφασή σας, ο Τεισίας, φυσικά, θα με πληρώσει. Αν όμως αποφασίσετε, πως δεν υποχρεούται να με πληρώσει, τότε ο μαθητής μου θα έχει κερδίσει την πρώτη του δίκη, οπότε, με βάση τη συμφωνία μας, οφείλει να με πληρώσει».
Οι δικαστές έμειναν, κατά τα λεγόμενα της νεολαίας σήμερα, «παγωτό».
Αμέσως μετά πήρε το λόγο ο Τεισίας: «Και εγώ αδιαφορώ για την απόφαση του δικαστηρίου. Γιατί ότι και αν αποφασίσετε, δεν οφείλω καμιά πληρωμή» είπε.
Όταν οι δικαστές ζήτησαν και απ' αυτόν διευκρινήσεις, ο Τεισίας τους απάντησε: «Αν το δικαστήριο αποφασίσει να μην πληρώσω το δάσκαλο, τότε δεν θα τον πληρώσω. Αν όμως αποφασίσετε πως πρέπει να τον πληρώσω, τότε θα έχω χάσει την πρώτη μου δίκη, οπότε, και όπως έχω συμφωνήσει με τον Κόρακα, δεν θα του οφείλω πληρωμή»!
Οι δικαστές, μη ξέροντας ποιόν να πρωτοθαυμάσουν, το δάσκαλο ή το μαθητή, είπαν την παροιμιώδη, έκτοτε, φράση: «Εκ κακού κόρακος κακόν ωόν». Μάλιστα, λέγεται ότι, διέταξαν και τον ξυλοδαρμό των δύο αντιδίκων, επειδή τους είχαν μπερδέψει και τρελάνει με τα επιχειρήματά τους.
Ελπίζω να μην συμβεί το ίδιο και στα καθ' ημάς...
Δεν υπάρχουν σχόλια