«Το πιο σοβαρό αίτημα των καιρών είναι το ζήτημα της δικαιοσύνης»
Το Λιβάρτζι (ή Λειβάρτζι) του Δήμου Καλαβρύτων στον νομό Αχαΐας. Εδώ η Ελένη και ο Ελμάζ, ο αγάς ενός γειτονικού χωριού, αγαπήθηκαν, κλέφτηκαν και έγιναν τραγούδι
Πώς ένα βιβλίο που εκκινεί από κρυμμένα μυστικά σε ένα σεντούκι γίνεται αφορμή για μια μεγάλη συζήτηση που ανασκαλεύει το τραύμα. Με την εμβρίθεια που χαρακτηρίζει τον σκηνοθέτη και συγγραφέα Δημήτρη Ινδαρέ, όλα είναι δυνατά. Αφορμή στάθηκε η πρόσφατη συγγραφική του δουλειά που θα γίνει και ντοκιμαντέρ, σημαίνοντας την επιστροφή του στην πιο προσωπική έκφραση.
Μια συζήτηση που διαπέρασε την αδράνεια της εποχής και την «ψευδαίσθηση έκφρασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που όμως λειτουργούν περισσότερο σαν μέσα εκτόνωσης σε πρώτο, πολύ ρηχό επίπεδο, παρά ως κάτι ουσιαστικό».
Για να φτάσει να ψηλαφίσει και το αδιανόητο έρεβος του να σε έχουν κακοποιήσει οι δυνάμεις καταστολής σε απευθείας μετάδοση, μαζί με την οικογένειά σου, μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, να έχεις υποστεί τόνους ψευδών και ενώ έχεις απευθυνθεί στη Δικαιοσύνη, σχεδόν δύο χρόνια μετά να εκκρεμεί η δίκη όπου είσαι... κατηγορούμενος.
«Σε έναν πολίτη ο οποίος πιστεύει στους θεσμούς της δημοκρατίας και σέβεται το Σύνταγμα η δικαίωση δεν είναι από την κοινή γνώμη, είναι από τη Δικαιοσύνη». Αυτά τα λόγια του αποτελούν την επιτομή του διακυβεύματος για όλους μας.
● Πώς προέκυψε το βιβλίο;
Το βιβλίο δεν είναι μυθοπλασία. Πραγματεύεται την ακαταμάχητη ανάγκη επανασύνδεσης με τις ρίζες. Ξεκίνησε από κάποια χαρτιά που βρήκα σ’ ένα μπαούλο, στο πατρικό μου σπίτι στην Πάτρα. Σκαλίζοντας τα τεκμήρια, ξεκίνησε ένα ταξίδι στον χρόνο, το οποίο διασταυρώθηκε με την ιστορία μιας άλλοτε ακμαίας κοινότητας της ορεινής Πελοποννήσου, το Λειβάρτζι Καλαβρύτων.
Εκεί λοιπόν υπήρχε ένας προεστός που είχε μια κόρη, την Ελένη, την οποία ερωτεύτηκε ο Ελμάζ, ο αγάς ενός γειτονικού χωριού, που ήταν μάλιστα και φίλος του πατέρα της. Αγαπήθηκαν, κλέφτηκαν και ο πατέρας της προσέφυγε στην Τριπολιτσά, κατηγορώντας τον αγά για αρπαγή της κόρης του. Οταν η Ελένη ρωτήθηκε από τον Οθωμανό δικαστή για το τι ακριβώς συνέβη, είπε το αδιανόητο για την εποχή «άντρα χρώσταγα, άντρα πήρα», μια δήλωση χειραφέτησης που χαράχτηκε στη μνήμη της τοπικής παράδοσης. Ο έρωτας της Ελένης και του Ελμάζ έγινε τραγούδι που διαδόθηκε πολύ.
Υπάρχει όμως και ένα τρίτο πρόσωπο που με παγίδευσε σε αυτήν την αναζήτηση: ο πρόγονος και συνονόματός μου οπλαρχηγός Δημητράκης Ινταρές, ξάδελφος της Ελένης, ο οποίος στις 16 Μαρτίου του 1821 στους τελευταίους σπασμούς πριν από την έκρηξη της Επανάστασης καίει τον οχυρό πύργο του Ελμάζ στη Μοστενίτσα, στέλνοντας τα πολεμοφόδια που βρήκε μέσα στην πολιορκία των Καλαβρύτων. Σε αυτό το τρίγωνο λοιπόν εστιάζω. Προσπαθώ να βρω πληροφορίες για τα πρόσωπα, το υπόβαθρο αλλά και την τύχη τους στο πέρασμα του χρόνου.
Πέρα από την ιστορική και τη λαογραφική διάσταση, υπάρχει και μια διάσταση πιο προσωπική, που ενεργοποιείται από αυτήν την, προς τα πίσω, αναζήτηση. Και ασφαλώς παίζει ρόλο το κεφάλαιο της λήθης σαν εργαλείο επιβίωσης: γιατί στο Λειβάρτζι σήμερα τραγουδούν για μια άλλη Ελένη. Γιατί φαίνεται τελικά πως το τραγούδι στη μνήμη της κοινότητας ανακαλούσε κάποιο τραύμα.
Με τα μάτια τού σήμερα όμως ο μύθος εξακολουθεί να έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Το βιβλίο είναι σαν πρόσκληση στους πρωταγωνιστές να κουβεντιάσουμε κάπως μαζί τους. Τα 200 χρόνια που μεσολάβησαν δίνουν πολλές αφορμές αναστοχασμού και μάλιστα σε πολλά επίπεδα.
● Να σταθούμε λίγο στην «ανίερη» σχέση και στη δήλωση «άντρα χρώσταγα, άντρα πήρα»;
Εχει ενδιαφέρον πως η δήλωση έχει κι αυτή διασωθεί από την παράδοση, όπως και το τραγούδι. Το τραγούδι όμως δεν κρίνει τη σχέση των δύο εραστών, αντίθετα παραθέτει τα γεγονότα με έναν τρόπο που φαίνεται πως τελικά καθαγιάζει τη συνάντηση των δύο αλλότριων κόσμων.
Η απάντηση της Ελένης σημαίνει πως «ένας άντρας μού αναλογεί, τι σημασία έχει αν είναι Οθωμανός ή Χριστιανός». Το ότι υπερασπίζεται την επιλογή της με εντυπωσιακό θάρρος για την εποχή, απέναντι σε ένα δικαστήριο αλλά και απέναντι στην ίδια την πατρική εξουσία, συγκλονίζει. Κι αν η φράση έμεινε στη μνήμη, το ίδιο το τραγούδι με την πάροδο του χρόνου φαίνεται να έχει λογοκριθεί, όπως τουλάχιστον διαπιστώνεται από καταγραφή σε καταγραφή.
Ο Ελμάζ γίνεται «γαμπρός» κι ένα μεγάλο μέρος των στίχων βαθμιαία αποσιωπάται. Από την άλλη πλευρά και η ίδια η Ελένη φαίνεται πως πλήρωσε βαρύτατο κόστος για τη χειραφέτησή της. Πάλι η παράδοση μας πληροφορεί ότι οι γονείς της την καταράστηκαν.
Κι από εκεί αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια για την ίδια, τον Ελμάζ και τα παιδιά της, με φόντο κατ’ αρχήν την ίδια την επανάσταση. Και μόνο από το παρατσούκλι των παιδιών που κάποια στιγμή τα βρίσκουμε στην Πάτρα ως Τουρκοχριστόδουλο και Τουρκομαρία αντιλαμβανόμαστε πως κουβαλούσαν βαριά κληρονομιά...
● Πώς έγινε η αλίευση των τεκμηρίων;
Ενα τραγούδι, ένα εκκλησιαστικό επιτίμιο, μια μηνυτήρια αναφορά, ένα υπόμνημα του συνονόματού μου οπλαρχηγού στον Οθωνα... Τα τεκμήρια στην αρχή ήταν ελάχιστα. Οσο όμως ψάχνεις εμφανίζονται κι άλλα στοιχεία και ξαφνικά η απόσταση των 200 χρόνων μοιάζει να γίνεται μικρή. Αυτό είναι το συναρπαστικό της εμπειρίας της έρευνας, καθώς υπάρχουν πολλά αρχεία διάσπαρτα που περιμένουν την ευκαιρία να μας αποκαλυφθούν, αρκεί να τα ζητήσεις...
Καταγραφές ιστορικών της περιοχής, έγκριτων και αυτόκλητων, όπως επίσης και κάποιων ξένων περιηγητών, συγκροτούν το βασικό υλικό του βιβλίου. Εύχομαι η δημοσίευση να προκαλέσει την εμφάνιση και άλλων ψηφίδων που θα ήταν πολύτιμες σε μια πληρέστερη ανασύσταση της ιστορίας...
Αλλωστε το υλικό γέννησε και την επιθυμία για τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ που θα ανιχνεύσει τον απόηχο των γεγονότων στο σήμερα, 200 χρόνια μετά.
● Πώς προέκυψε η εικονογράφηση; Δοκίμιο με 110 ζωγραφιές και σχέδια δεν είναι συνηθισμένο.
Οι ζωγραφιές είναι η ανταπόκριση της Λυδίας Βενιέρη στην ανάγνωση της συγκεκριμένης ιστορίας. Συνιστούν μια παράλληλη αφήγηση που αναδεικνύει κάποιους συνειρμούς οι οποίοι μας συνδέουν μαγικά με καταβολές, μνήμες και σύμβολα, που μας ζεσταίνουν και μας παρηγορούν.
Η «Εστία» στήριξε τη δημιουργική αυτή συνάντηση και νομίζω πως το βιβλίο με τις εικόνες της Λυδίας και την επιμέλεια του Παντελή Μπουκάλα αποτελεί μια έκδοση ιδιαίτερα γοητευτική.
● Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα όσα σας συνέβησαν - την εισβολή των δυνάμεων της τάξης στο σπίτι σας πριν από περίπου δύο χρόνια (18/12/19);
Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε. Οχι μόνο γιατί ζούμε με ένα μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι μας, με τόσες θεσμικές και προσωπικές απρέπειες που υποστήκαμε σε καιρό δημοκρατίας, σε μια τόσο απλή υπόθεση, που όλοι ξέρουν την αλήθεια.
Οσο και αν θέλουν κάποιοι να επιβάλουν αυθαίρετα τον δικό τους εφησυχασμό ως καθεστώς σε μια καθόλου κολακευτική πραγματικότητα, υπάρχουν πολίτες που υποφέρουν αδικαίωτοι. Αν βαπτίζονται μεμονωμένα περιστατικά όσα επώνυμα βρίσκουν το φως της δημοσιότητας, μπορεί κανείς βάσιμα να έχει ανησυχίες για το πόσα άλλα μπορεί να χάνονται στο σκοτάδι. Το πιο σοβαρό αίτημα των καιρών είναι το ζήτημα της δικαιοσύνης.
Με τόσα προβλήματα η τελική δικαίωση των αθώων καταλήγει συχνά να μοιάζει σαν παραχώρηση χάριτος, στο τέλος μιας βασανιστικής ομηρίας. Ποιος νοιάζεται όμως! Αρκεί να μη συμβεί σε μας. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε «καλά, πώς κάνεις έτσι, η κοινή γνώμη σε έχει δικαιώσει».
Σε έναν πολίτη ο οποίος πιστεύει στους θεσμούς της δημοκρατίας και σέβεται το Σύνταγμα, η δικαίωση δεν είναι από την κοινή γνώμη, είναι από τη Δικαιοσύνη. Οταν λοιπόν η Δικαιοσύνη είναι ασταθής στον τρόπο που στέκεται απέναντι στην αδικία, πλήττεται το ίδιο το πολίτευμα... Είμαι βέβαιος ότι στη δίκη δεν θα βιασθεί ξανά η πραγματικότητα.
● Συμβαίνει το αδιανόητο να κατηγορείστε για την επίθεση που υποστήκατε;
Δεν είναι τόσο η επίθεση που πονάει, είναι η σκευωρία. Οσο αδιανόητη είναι η εισβολή και η κακοποίηση μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, ακόμη πιο ανατριχιαστική και εξωφρενική είναι η κατασκευή ψευδών κατηγοριών για γεγονότα που συνέβησαν σε κοινή θέα, στο φως της μέρας.
Οσο απαράδεκτο είναι να ξεφεύγουν εν ψυχρώ κι εντελώς αδικαιολόγητα τα εντεταλμένα όργανα της τάξης, είναι εξαιρετικά πιο επικίνδυνο όταν αυτή η αυθαίρετη δράση συγκαλύπτεται με την κατασκευή σεναρίων και την αβάσταχτη σπουδή ενός κύκλου θεσμικών και εξωθεσμικών παραγόντων σε βάρος μιας ολόκληρης οικογένειας. Δεν γίνεται να μένει άφωνος κανείς. Είναι κάτι εξαιρετικά σοβαρό. Ευτυχώς που υπάρχουν πάντα συμπολίτες που γρηγορούν...
● Πώς συμφιλιώνεται κανείς με την αδικία;
Η ανευθυνότητα, η απουσία λογοδοσίας, η αμφιβολία για το αν υπάρχει δικαιοσύνη είναι αυτά που τροφοδοτούν σταθερά όλους όσους επιβουλεύονται το πολίτευμα. Ο αντιδραστικός λόγος τροφοδοτείται από αυτές τις εκπτώσεις για τις οποίες κάνουμε σαν να μην τρέχει τίποτε.
Οχι, δεν είναι δυνατόν να το δεχτεί αυτό ένας συνειδητοποιημένος πολίτης. Υπάρχει μεγάλη απογοήτευση για κάποιους θεσμικούς λειτουργούς, για κάποια επίσημα ψεύδη... Είναι μεγάλο λάθος να εθελοτυφλούμε. Στη δημοκρατία δεν συγχωρείται απολύτως καμιά τέτοια ολιγωρία...
● Ανιχνεύετε κάποιο κοινό στοιχείο στην ιστορία του βιβλίου και τη δική σας περιπέτεια;
Δύσκολα. Θα μπορούσε όμως κανείς, με αφορμή και τα δύο, να μιλήσει για το θέμα της διαχείρισης του τραύματος. Το ζούμε καθημερινά, πολλές φορές δεν θέλουμε να συζητάμε τα δυσάρεστα με νηφαλιότητα και σε βάθος. Σπαταλάμε τις ευκαιρίες αναστοχασμού που μας δίνουν οι δύσκολες υποθέσεις σε μια ρηχή εκτόνωση, η οποία δεν ξέρω τι είδους κάθαρση τελικά μπορεί να προσφέρει.
Κάτι που έχει επίσης ενδιαφέρον είναι η διαπίστωση ότι δεν ζουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια γεγονότα με τον ίδιο τρόπο. Κι επίσης δεν είμαστε όλοι το ίδιο πρόθυμοι να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τα πίσω. Είναι σαν τη γυναίκα του Λωτ που κοίταξε πίσω και έγινε στήλη άλατος: η αλμύρα των δακρύων, η οδύνη της λύπης, κάποιες φορές μπορεί κυριολεκτικά να σε κάψει...
● Η διαχείριση των τραυμάτων λοιπόν;
Η ιστορία μας, η ζωή μας η ίδια είναι ένας κορμός που δέχεται πάνω του κάθε λογής χαράγματα, ενίοτε φωτιές και θύελλες, μπουλντόζες. Ο καθένας, όπως άλλωστε και κάθε κοινότητα, επιλέγει πώς θα χειριστεί το τραύμα του.
Πρόκειται για μια διαδικασία άλλοτε συνειδητή και άλλοτε ασυνείδητη. Εχει πάντως ενδιαφέρον πως μια από τις ψυχαναλυτικές μεθόδους, αυτή του γενεογράμματος, επιστρατεύει τις μνήμες του παρελθόντος, ανακαλώντας γεγονότα και μοτίβα συμπεριφοράς, στην προοπτική της θεραπείας...
⚫ INFO: «Λενάκι. Δυο φωτιές και δυο κατάρες. Με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι του Μοριά». Δοκίμιο του Δημήτρη Ινδαρέ. Πρόλογος: Παντελής Μπουκάλας. Με ζωγραφιές και σχέδια της Λυδίας Βενιέρη. Εκδόσεις της Εστίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια