Εσάς πού θα σας θάψουνε;
Αγαπητή Λουνέτ*
Δεν ξέρω τι να ευχηθώ για τη νέα χρονιά και η μητέρα μου έχει λυσσάξει να βρω κάτι. Εμένα δεν μ' αρέσουν οι ευχές, γιατί τις λέει σε γάμους και κηδείες ένας με κάτι μακριά μούσια που φοράει και κάτι περίεργα καπέλα και κάτι χαϊμαλιά, σαν τη «Θεία μου τη χίπισσα» που έβλεπε η μαμά τις προάλλες και έλεγε «μα πόσο ζωντανή αυτή η Ρένα, βρε παιδί μου! Δεν γίνονται πια τέτοιες ταινίες!» και τότε εγώ τη ρώτησα «αφού ένας μουσάτος της ευχήθηκε κι αυτηνής, γιατί λες πως είναι ζωντανή;», και μετά της ξαναείπα «επειδή δεν γίνονται πια τέτοιες ταινίες, βλέπουμε όλο τις ίδιες και τις ίδιες;» και μου είπε πως δεν μπορεί να είμαι δικό της παιδί εγώ, και απάντησα πως αυτό είναι το μόνο σίγουρο, καθώς κάθε που ο πατέρας μου βλέπει κάτι κοπέλες στην τηλεόραση τα πρωινά λέει «παιδάκι μου εσύ!», άρα αυτές είναι τα παιδιά τους και όχι εγώ. Τότε η μαμά δεν είπε τίποτα, απλά με κοίταξε τόσο έντονα, που μαράθηκαν ακόμη και τα λουλούδια στα ρούχα της θείας της της χίπισσας. Και γω αποφάσισα να την αφήσω άκληρη και μόνη, να πει τον καημό στη θειά της. Συμφώνησε και η ίδια: «Πήγαινε αμέσως να κάνεις την ευχή σου και πρόσεχε τι θα πεις!» μου εκσφενδόνισε καθώς έφευγα...
Αμάν με τις ευχές. Ούτε μούσια έχω, ούτε χρυσά χαϊμαλιά φοράω - αλλά δεν τόλμησα να της το πω. Θυμήθηκα πως σε κάτι άλλες ταινίες, που δεν με αφήνουν να βλέπω, λένε πως «πρέπει να κυνηγάμε τα όνειρά μας». Ισως να ευχηθώ αυτό: να είναι το όνειρό μου κάπου κοντά, γιατί καμία όρεξη δεν έχω για κυνήγι. Ενας ξάδερφος κυνηγάει και όλο κάτι πουλάκια μάς φέρνει και πολύ στενοχωριέμαι, γιατί τα δικά του όνειρα δεν πετάνε πια.
Πριν από λίγες μέρες με έστειλαν στο Παρίσι, σε μια άλλη θεία που δεν ήταν χίπισσα, αλλά έναν Μάιο κατέβηκε με κάτι άλλα παιδάκια στους δρόμους και άρχισαν να βγάζουν τις πέτρες από τα πεζοδρόμια για να βρουν την άμμο κάτω από την άσφαλτο, γιατί «εκεί ήταν τα όνειρά τους» - έτσι μου είπε. Εγώ πάλι θυμήθηκα πως στο σπίτι μας όλο τρύπες ανοίγουν στον δρόμο, αλλά μόνο εφιάλτες βρίσκουν εκεί μέσα. Είχα κοιτάξει μια φορά και ρώτησα αν ψάχνουν για τον κρυμμένο θησαυρό, μα μου εξήγησαν πως «τα σκατά όλης της πόλης είναι εκεί μέσα» και όταν το είπα στη θεία μου γέλασε και τότε με πήγε σε ένα νεκροταφείο για να δω «τι πραγματικά είναι η ζωή!»... Να δω τι πραγματικά είναι η ζωή σε νεκροταφείο;
«Εδώ είναι το ησυχαστήριο των ανήσυχων» μου είπε. Πολλούς ανήσυχους γνώρισα εκείνη τη μέρα: έναν Σερζ Γκενσμπούρ που είχε πεθάνει πριν από 30 χρόνια από «υπερβολική δόση ζωής!» (πολύ μπέρδεμα μιλάμε). Εναν Κορτάσαρ Χούλιο, που πολύ μου άρεσε γιατί έμαθα πως έπαιζε συνέχεια κουτσό όπως κι εγώ και μετά η θεία μού έκανε δώρο ένα βιβλίο του, «Μαθήματα λογοτεχνίας» το λένε, που το μετέφρασε λέει ένας πολύ σπουδαίος Ελληνας με πολύ σπουδαία μύτη που τον λένε Αχιλλέα. Και είδαμε και μία Μαργαρίτα Ντιράς που έλεγε πως «είναι υπέροχο να μη σε νοιάζει για το μέλλον» και ρώτησα αν ήταν βουλευτίνα της κυβέρνησής μας και η θεία πάλι γέλασε και τότε της αφήσαμε ένα μολύβι από τη σάκα μου στον τάφο της. Και είδα κι έναν Ιονέσκο και δύο Ελληνες: έναν Αξελό και έναν Κοραή.
Ωραία θα είναι να έχεις πολλούς φίλους άμα πεθάνεις. Αυτή θα είναι η ευχή μου: να ευχηθεί ο μουσάτος να με θάψουν ανάμεσα σε φίλους. Οχι παλιούς, μα καινούργιους. Οπως είσαι εσύ, Λουνέτ μου!
*Η Λουνέτ δεν λέγεται Λουνέτ. Ετσι την ονόμασα εγώ, γιατί φοράει γυαλιά. Εχει κι αυτή μια υπέροχη μύτη. Ο Νίκος Γραικός τη δημιούργησε. Αγωνιστής είναι, κούκλος, συγγραφέας (μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο), Ελληνας-Παρ(τ)ιζιάνος-Αριστερός, που ζει ανάμεσα σε ερωτηματικά και θαυμαστικά...
Δεν υπάρχουν σχόλια