Επισφάλεια και εργολαβίες αλώνουν και το Δημόσιο!
Είναι, άραγε, ο ελληνικός δημόσιος τομέας ο «πιο σταθερός εργοδότης» στη χώρα, όπως θεωρεί μια μεγάλη μάζα πολιτών; Τα επίσημα στοιχεία δεν το επιβεβαιώνουν. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν ότι ως «εργοδότης» τα τελευταία χρόνια έχει ξεκάθαρη προτίμηση και ροπή προς τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας. Οι ελαστικά εργαζόμενοι στο Δημόσιο –με συμβάσεις κάθε μορφής– έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί στη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών και ενώ το 2013 ήταν λιγότεροι από το 1/10 των μόνιμων συναδέλφων τους, σήμερα αποτελούν το 1/5 του συνόλου των δημοσίων υπαλλήλων και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, προσεγγίζουν το 1/3 του πολιτικού προσωπικού (αφαιρουμένων δηλαδή των ενστόλων).
Σύμφωνα με τα –επικαιροποιημένα μέχρι τον Φεβρουάριο του 2022– στοιχεία του Μητρώου Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου (apografi.gov.gr), το μόνιμο προσωπικό –εκτός νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ)– αποτελείται από 565.418 εργαζομένους, ενώ καταγράφονται 144.512 συμβασιούχοι κάθε μορφής (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου, ωρομίσθιοι - μισθοδοτούμενοι από τον κρατικό προϋπολογισμό, έως μέσω ΕΣΠΑ). Σε ένα σύνολο, δηλαδή, 709.930 υπαλλήλων σε υπουργεία και ΟΤΑ, ένας στους πέντε είναι εργαζόμενος με ελαστική σχέση.
Αν στους παραπάνω προστεθούν και οι 46.453 εργαζόμενοι που καταγράφονται ως έκτακτο και λοιπό προσωπικό Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ), η αναλογία αυτή ανεβαίνει στο 1/4. Περαιτέρω, όπως τονίζει στην «Εφ.Συν.» ο Γ. Πετρόπουλος, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, αν από το σύνολο του τακτικού προσωπικού αφαιρεθούν οι δεκάδες χιλιάδες ένστολοι (π.χ. αστυνομικοί ή στρατιωτικοί τους οποίους η «Απογραφή» ενσωματώνει στο προσωπικό των υπουργείων Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Αμυνας), τότε καταλήγουμε ότι είναι συμβασιούχος ένας στους τρεις που εργάζεται ως πολιτικό προσωπικό στο Δημόσιο.
Τριπλασιασμός
Οι εργαζόμενοι με ελαστικές μορφές εργασίας στο Δημόσιο έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία 10 χρόνια. Βάσει της «Απογραφής», τον Φεβρουάριο του 2013 καταγράφονταν 56.002 συμβασιούχοι (ορισμένου χρόνου έως ωρομίσθιοι) ενώ οι μόνιμοι υπάλληλοι ήταν 624.453. Εν ολίγοις, τη στιγμή που το μόνιμο προσωπικό μειώνεται (κατά περίπου 60.000 μεταξύ 2013-2022) και ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι κατά κοινή ομολογία υποστελεχωμένος –ακόμα και σε κρίσιμους τομείς όπως Υγεία, Παιδεία, Κοινωνική Ασφάλιση– το κράτος επιλέγει να καλύψει κρίσιμα κενά σε πάγιες θέσεις με επισφαλώς εργαζομένους, εξαναγκασμένους να μετρούν κάθε μέρα «αντίστροφα» μέχρι τη στιγμή που θα ξαναβρεθούν άνεργοι.
«Αυτό που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια είναι μια ραγδαία διείσδυση των επισφαλών μορφών εργασίας στο Δημόσιο, είτε είναι πλήρους απασχόλησης με σύμβαση ορισμένου χρόνου, είτε άλλες μορφές, π.χ. με ωρομίσθιο. Βλέπουμε, ουσιαστικά, ότι η μονιμότητα βάλλεται εκ των έσω και με έναν πλάγιο τρόπο. Παράλληλα, δημιουργούνται ανασφάλεια, ανησυχία, αλλά και χαμηλότερες αμοιβές για το προσωπικό αυτό. Αυτή είναι μία από τις μεθόδους που έχει επιλέξει η πολιτική ηγεσία για να κρατήσει το κόστος του Δημοσίου χαμηλά, από τη στιγμή που δεν μπορεί να μειώσει κι άλλο τις αμοιβές», τονίζει στην «Εφ.Συν.» ο Γ. Γιούλος, πρόεδρος του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ.
Η αύξηση της αναλογίας των συμβασιούχων σε βάρος του μόνιμου προσωπικού καταγράφεται και στην Εκθεση Πεπραγμένων του ΑΣΕΠ για το 2020 (δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2021). Σύμφωνα με αυτήν, στο διάστημα μεταξύ 31/12/2013 και 31/12/2020, ο αριθμός των συμβασιούχων αυξήθηκε κατά 124% (από 56.855 σε 127.176), ενώ ο αριθμός των μόνιμων υπαλλήλων μειώθηκε κατά 5% (από 599.207 σε 569.009).
Το ΑΣΕΠ επιβεβαιώνει με την έκθεσή του ότι οι συμβασιούχοι έρχονται να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, χαρακτηρίζει όμως την αύξησή τους ως μια αρνητική εξέλιξη υπό τη δική του οπτική (της Ανεξάρτητης Αρχής που εποπτεύει τα κριτήρια προσλήψεων), έως και την οπτική του δημόσιου τομέα-εργοδότη: «[η αύξηση των συμβασιούχων] ενδεχομένως οδηγεί μεσοπρόθεσμα στη μονιμοποίηση υπαλλήλων που στην πραγματικότητα έχουν επιλεγεί με τα κριτήρια που ισχύουν για τους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου και όχι με αυτά που ισχύουν για τους τακτικούς υπαλλήλους», αναφέρει στην έκθεσή του.
Φρένο στη μονιμοποίηση
Στις σημερινές συνθήκες, όμως, οι πιθανότητες μονιμοποίησης συμβασιούχων έχουν εκμηδενιστεί. Ενδεικτική είναι η περίπτωση των «συμβασιούχων-Covid» που προσλήφθηκαν για τη στελέχωση δημόσιων υπηρεσιών στη διάρκεια της πανδημίας: με τροπολογίες του υπουργού Εσωτερικών, Μ. Βορίδη, αφενός προβλέφθηκε η λήξη των συμβάσεών τους με τη συμπλήρωση 24μήνου, αφετέρου θεσπίστηκε η υποχρέωση των ΟΤΑ να εφεσιβάλλουν κατά όποιας πρωτόδικης απόφασης δικαίωνε συμβασιούχους.
«Αντίθετα με τη διαδεδομένη, στερεοτυπική εικόνα, το Δημόσιο έχει πάψει πια να αποτελεί έναν ασφαλή εργασιακό τόπο με αξιοπρεπείς μισθούς, καθώς περίπου το 1/3 των εργαζομένων είναι με επισφαλείς εργασιακές σχέσεις και χωρίς σε αυτούς να περιλαμβάνονται οι εργολαβίες οι οποίες ανθούν το τελευταίο χρονικό διάστημα», τονίζει στην «Εφ.Συν.» ο κ. Πετρόπουλος.
Η επέλαση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων θα έχει ευρύτερες συνέπειες σε βάρος της σταθερής εργασίας; «Προφανώς», μας απαντά το στέλεχος της ΑΔΕΔΥ. «Μπορούμε να δούμε το Δημόσιο ως έναν μετρονόμο των πολιτικών που εφαρμόζονται και στους υπόλοιπους εργασιακούς χώρους. Παραδοσιακά –αυτό μας διδάσκει η Ιστορία– το Δημόσιο, παρεμβαίνοντας με μόνιμες εργασιακές σχέσεις και ασφαλείς μισθούς, καταφέρνει να ρυθμίσει και το εργασιακό τοπίο του ιδιωτικού τομέα. Η ανισορροπία στο Δημόσιο δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες και για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα», εξηγεί ο κ. Πετρόπουλος, υπογραμμίζοντας: «Είναι απαραίτητο να πάμε σε μια πολιτική προσλήψεων μόνιμου προσωπικού στο Δημόσιο. Αλλωστε, ακόμη και το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να είναι σχεδόν το ίδιο αν αντικαθιστούσαμε τις επισφαλείς εργασιακές σχέσεις, τους συμβασιούχους, με μόνιμο προσωπικό».

Δεν υπάρχουν σχόλια