Ο κίβδηλος επαναπατρισμός της συλλογής Στερν
Σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, που έχει πληγεί βαρύτατα από παράνομες πράξεις που σχετίζονται με την αρχαία πολιτιστική της κληρονομιά (λαθρανασκαφές, αρχαιοκαπηλία, παράνομο εμπόριο αρχαίων έργων τέχνης και αντικειμένων), θα περίμενε κανείς ότι σήμερα με όπλο την τεχνογνωσία που κατέχουμε ζητήματα σχετικά με αμφίβολης, τουλάχιστον, νομιμότητας ιδιωτικές συλλογές θα είχαν λυθεί διά παντός.
Δυστυχώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυσάρεστη και επιβλαβή για το δημόσιο συμφέρον εξέλιξη: στην πιθανή κύρωση με νόμο στη Βουλή της συμφωνίας που, κατά την κυβέρνηση και την υπουργό Πολιτισμού, διασφαλίζει την επιστροφή στη χώρα 161 τεχνημάτων της κυκλαδικής εποχής, τα οποία βρίσκονται στην ιδιωτική συλλογή του L. Stern. Συμβαίνει, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Με μια περίπλοκη τετραμερή συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης, του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, ενός νεοπαγούς νομικού προσώπου (HACI) με έδρα το Ντέλαγουεαρ των ΗΠΑ, του Μητροπολιτικού Μουσείου της Ν. Υόρκης και με μια συμβολαιογραφική πράξη μεταξύ του ιδιώτη συλλέκτη και του XACI 161 κυκλαδικές αρχαιότητες από την κύρωση με νόμο και δυνητικά μέχρι το 2074 θα εκτίθενται στο ΜΕΤ στη Νέα Υόρκη με παράλληλο δανεισμό και αντιδανεισμό αντικειμένων της συλλογής και αντικειμένων που βρίσκονται σε ελληνικά μουσεία.
Εδώ ανακύπτει κυρίως, εκτός των υπόλοιπων ουσιαστικών, ένα μείζον ζήτημα. Με αυτήν τη συμφωνία η κυβέρνηση και η υπουργός Πολιτισμού προχωρούν σε αλλαγή ουσιαστικά μιας ρητής αλλά μηδέποτε εγγεγραμμένης πολιτικής συμφωνίας όλων των δυνάμεων του τόπου σχετικά με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ποτέ μέχρι σήμερα η Ελληνική Πολιτεία δεν είχε αναγνωρίσει δικαίωμα κατοχής σε ιδιώτες, ιδρύματα κ.λπ. αρχαιοτήτων για τις οποίες υπήρχε αμφιβολία για τον τρόπο κτήσης τους, αν αυτές έχουν εξαχθεί παράνομα από τη χώρα κ.λπ. Αντίθετα, πάντα υπήρχαν νομική διεκδίκηση (πολυετής ορισμένες φορές), υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των αρχαιοτήτων, ποινές σε όσους παραβίαζαν το αυστηρό νομικό πλαίσιο.
Σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο με αυτήν τη συμφωνία οικειοθελώς αναγνωρίζει δικαίωμα κατοχής των αντικειμένων σε ένα νομικό πρόσωπο με έδρα την αλλοδαπή, αντικειμένων που δωρίζει ιδιώτης σε αυτό, καθώς δεν θα μπορούσε να τα δωρίσει απευθείας στο ΜΕΤ. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα ξεκίναγε η αυστηρή διαδικασία ταυτοποίησης των αντικειμένων, με πιθανές κυρώσεις για τον συλλέκτη αλλά και το μουσείο. Η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται στην αναγνώριση ενός κολοβού δικαιώματος ιδιοκτησίας, το οποίο περιορίζεται σε κατατεμαχισμό της συλλογής, καθώς μόνο για ένα έτος θα εκτεθεί στη χώρα και για τα υπόλοιπα 49 χρόνια θα υπάρχει η διαδικασία που περιγράψαμε δανεισμού-αντιδανεισμού. Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο είναι τόσο κυριαρχικό μέρος στη συμφωνία, που χάρη στη μεγαλοθυμία του ΜΕΤ και του XACΙ, μεταξύ άλλων «ωφελημάτων», θα αναφέρεται σε επιτοίχια επιγραφή στην αίθουσα του ΜΕΤ ως ιδιοκτήτης, λες και θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο.
Αυτό μαζί με κάποια άλλα καθρεφτάκια είναι η πραγματική ωφέλεια της χώρας.
Η βλάβη, όμως, εάν τελικά κυρωθεί σήμερα αυτή η λεόντειος συμφωνία, είναι πολυεπίπεδη. Πολύ φοβάμαι ότι οι αποτυχημένοι κυβερνητικοί χειρισμοί σε ένα τόσο κρίσιμο, όπως αναδεικνύεται, θέμα θα δημιουργήσουν δυσεπίλυτα προβλήματα στο μέλλον, όταν θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε παρόμοιες καταστάσεις.
* Ο Δέδες Λιώνης είναι αρχαιολόγος, πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων υπουργείου Πολιτισμού Αττικής, Στερεάς και Νήσων

Δεν υπάρχουν σχόλια