....

....

«Με την πλάτη στον τοίχο»


Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο το βιβλίο «Με την πλάτη στον τοίχο: διαπραγματεύσεις για την κοινωνία και την οικονομία 2015-2019». Πρόκειται για έναν συλλογικό τόμο, την επιμέλεια του οποίου έχει ο υπουργός Οικονομικών επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδης Τσακαλώτος. Η «Εφ.Συν.» παρουσιάζει αποσπάσματα από το νέο βιβλίο:

Το βράδυ πριν από το κρίσιμο Eurogroup του Μαΐου 2016 (η φράση μπορεί να φαντάζει κλισέ, αλλά πιστέψτε μας, ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματικότητα) η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα έχει φτάσει στις Βρυξέλλες και συνεδρίαζε σε μια αίθουσα του ξενοδοχείου. Λίγη ώρα μετά την έναρξη της συζήτησης, στις 19:00 ακριβώς και ενώ συζητιόταν η διαπραγματευτική στρατηγική και τα σημεία σύγκρουσης, φτάνει στον υπουργό ένα προσχέδιο της απόφασης. Αυτό δεν είναι μια ασυνήθιστη τακτική στα Eurogroup.

Υπάρχει ένα προσχέδιο κειμένου πάνω στο οποίο γίνεται η συζήτηση, και όλοι σημειώνουν πού συμφωνούν και πού διαφωνούν, ώστε να γίνει η συζήτηση πιο παραγωγική. Το προσχέδιο αρχίζει να φωτοτυπείται ενώ όλοι το διαβάζουμε από τα κινητά, τα λάπτοπ και τα τάμπλετ μας. Σε δευτερόλεπτα μια φωνή παγώνει την αίθουσα: «–Σελίδα 2η, γραμμή δεύτερη: Ο μεσοπρόθεσμος στόχος πλεονασμάτων 3,5% θα διατηρηθεί από το 2018 μέχρι το 2028»… Η πρότασή τους δηλαδή ήταν δέκα χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 3,5%. Δέκα χρόνια σκληρή λιτότητα. Ξέραμε ότι αυτό ήταν αδιανόητο. Δεν θα το δεχόμασταν. Καταλαβαίνουμε λοιπόν όλοι και όλες ότι θα ακολουθούσε ένα εξαιρετικά δύσκολο 24ωρο. Τουλάχιστον.

Ηταν δεδομένο ότι η πρότασή τους δεν μπορούσε να γίνει σε καμία περίπτωση δεκτή. Υπήρξε μια σειρά τηλεφωνημάτων με τον Αλέξη Τσίπρα, και επικοινωνήσαμε άμεσα στον τότε πρόεδρο του Eurogroup ότι αυτό το κείμενο ήταν απαράδεκτο. Ακολούθησαν αρκετά ακόμη προσχέδια. Αλλά μέχρι τα ξημερώματα, και το τελευταίο προσχέδιο, καμία λύση δεν ήταν αποδεκτή.

Οταν ξεκίνησε το Eurogroup είχαμε λάβει την εξής απόφαση: ή το 2028 θα γινόταν 2022 ή δεν θα είχαμε απόφαση. Γνωρίζαμε ότι η συμφωνία κατά τα άλλα ήταν σε γενικές γραμμές καλή για εμάς, και έτσι ήμασταν αποφασισμένοι να δώσουμε μεγάλη μάχη. Τελικά το σημείο αυτό αφαιρέθηκε τελείως από τη συμφωνία. Το πόσα χρόνια θα διατηρούνταν τα υψηλά πλεονάσματα έμελλε να αποφασιστεί δεκατρείς μήνες αργότερα.

[…]

Το δεύτερο σκέλος όμως ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο για τη χώρα. Ετσι, στο Eurogroup του Μαΐου οι συζητήσεις έφτασαν σε αδιέξοδο γιατί οι Θεσμοί και μια μερίδα ευρωπαίων εταίρων επέμενε σε διατύπωση για το πρωτογενές πλεόνασμα που θα ήταν της μορφής «για τα χρόνια μέχρι το 2060 η χώρα θα επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους, τουλάχιστον 2%». Μια τέτοια διατύπωση τίναζε στον αέρα το πλαίσιο που προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε για τη μακροπρόθεσμη διαχείριση του χρέους. Η λογική αυτού του πλαισίου ήταν ότι θα έχουμε ως στόχο ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες 20% του ΑΕΠ, και με δεδομένο το επίπεδο πρωτογενούς πλεονάσματος σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων εντός της χώρας ή διεθνώς, οι ευρωπαίοι εταίροι θα συμφωνούσαν με την Ελλάδα περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αυτή η προσέγγιση όμως λειτουργεί μόνο εφόσον υπάρχει δεδομένο ταβάνι στο πρωτογενές πλεόνασμα. Διαφορετικά, όπως είδαμε προηγούμενα, η λύση μπορεί πάντα να είναι ένα υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα που να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ομως στο τέλος της ημέρας υπήρξε λύση. Στο Eurogroup του Ιουνίου του 2017 συμφωνήθηκε μια σαφής αναφορά σε ένα ύψος πρωτογενούς πλεονάσματος που οριζόταν ως «υψηλότερο αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ». Και μάλιστα οριζόταν ότι αυτό το 2% δεν προέκυπτε αυθαίρετα και τυχαία, αλλά από την εφαρμογή στην περίπτωση της Ελλάδας των όρων που προβλέπονται για όλες τις χώρες από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Ετσι υπήρχε πλέον μια συγκεκριμένη άγκυρα στο πρωτογενές πλεόνασμα που θα διασφάλιζε ότι η λύση σε μελλοντικά προβλήματα (αν αυτά υπάρξουν) θα έρθει από τη διαχείριση του χρέους και όχι με υπέρογκα πλεονάσματα.

[…]

Σε αυτό το σημείο αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά στη σταθεροποίηση των επιτοκίων. Η σημασία της ήταν σαφής σε όσους συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, αλλά μέχρι την αρχή της πανδημίας πολλοί από τους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονταν δημοσίως ότι ήταν μια λανθασμένη επιλογή. Δεν θα μπορούσαν να διαψευστούν πιο γρήγορα και πιο εμφατικά. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια, τα παγκόσμια επιτόκια έχουν εκτοξευθεί. Οποιοσδήποτε μπορεί να φανταστεί τη θέση στην οποία θα βρισκόταν η χώρα αν τα επιτόκια είχαν παραμείνει κυμαινόμενα, όπως στην περίπτωση της Ιταλίας και της Πορτογαλίας.

H σταθεροποίηση των επιτοκίων ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη πολιτικά υπόθεση, καθώς έπρεπε να γίνει μέσω του ESM.

Στο περιθώριο της Εαρινής Συνόδου του ΔΝΤ το 2016, το οικονομικό επιτελείο, μαζί με τον επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ, πείσαμε τον Β. Σόιμπλε για τη σημασία των σταθερών επιτοκίων για το ελληνικό χρέος. Το επιχείρημά μας ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο εξασφαλιζόταν ότι δεν θα αντιμετωπίζαμε νέους γύρους διαπραγματεύσεων για το ελληνικό χρέος μετά το τέλος του προγράμματος. Και ανέλαβε να πείσει ο ίδιος τον, τότε διστακτικό, πρόεδρο του ESM Κ. Ρέγκλινγκ. Κάτι που έγινε. Αυτό δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε μόνοι μας, μια και τα ομόλογά μας δεν είχαν υψηλή αξιολόγηση από τους οίκους αξιολόγησης – στην ουσία «δανειστήκαμε» την αξιοπιστία του ESM.

Ετσι ο ESM προχώρησε σε ανταλλαγές ομολόγων (στα λεγόμενα swaps) – όπου άλλες χώρες δέχτηκαν να ανταλλάξουν ομόλογα με σταθερά επιτόκια παίρνοντας άλλα με κυμαινόμενα επιτόκια. Το δέχτηκαν αυτό γιατί είχαν πιο βραχυπρόθεσμους ορίζοντες και δεν προέβλεπαν κάποια αυξητική τάση για τα διεθνή επιτόκια – εκ των υστέρων, αυτή η ανταλλαγή δεν φαίνεται και τόσο σοφή από μέρους τους. Ο στόχος μας αρχικά ήταν να φτάσουμε σε περίπου 70% του χρέους μας με σταθερά επιτόκια, αλλά το πρόγραμμα πήγε καλύτερα από ό,τι περιμέναμε.

Με έναν συντηρητικό υπολογισμό αυτό αφορά περίπου το 75% του συνολικού μας χρέους για κατά μέσο όρο είκοσι χρόνια (τόσο το υπολογίζουν οι οίκοι αξιολόγησης και οι επενδυτές). Σε επίπεδο πενταετίας δε, αυτό το ποσοστό ανεβαίνει πάνω από 90% του χρέους, με ένα σταθερό επιτόκιο της τάξης του 1%.

Το αποτέλεσμα είναι ότι (σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση των πλεονασμάτων) οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την περίοδο 2018-2033 αναμένονταν να κυμανθούν από 5 δισ. ευρώ τον χρόνο στις καλές χρονιές μέχρι 8-9 δισ. στις χειρότερες – αριθμός που ελάχιστα αλλάζει και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ χαμηλότερος από τα 21 δισ. που παραλάβαμε το 2015.

efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.