Ο Κίσσινγκερ κλείνει τα 100: πώς παρακολουθούσε και τους συνεργάτες του
Κορυφαίος πολιτικός και διπλωμάτης αλλά και μαέστρος της real politik έχει αφήσει ανεξίτηλη την σφραγίδα του στον 20ο αιώνα. Πολλές από τις «επιτυχίες» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, όπως η ύφεση τω σχέσεων ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, το άνοιγμα προς την Κίνα, το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ, η «αεροπορική διπλωματία» στη Μέση Ανατολή και το τέλος του αραβο-ισραηλινού πολέμου πιστώνονται στο πρόσωπο που διετέλεσε σύμβουλος εθνικής ασφάλειας από το 1969 έως το 1973, τιμήθηκε με Νόμπελ Ειρήνης την ίδια χρονιά, και συνέχισε την καριέρα του ως υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ έως και το 1977.
Πίσω όμως από όλες αυτές τις επιτυχίες καταγράφεται και η σκοτεινή πλευρά της πορείας του όπως ο ρόλος του στην ανατροπή της δημοκρατίας και την δικτατορία στη Χιλή- την περιφρόνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την υποστήριξη βρώμικων, ακόμη και γενοκτονικών πολέμων, τους μυστικούς βομβαρδισμούς στη Νοτιοανατολική Ασία- και την εμπλοκή στις εγκληματικές καταχρήσεις της κυβέρνησης Νίξον, μεταξύ των οποίων και οι μυστικές υποκλοπές των ίδιων των βοηθών του.
Μια μεγάλη σειρά αποχαρακτηρισμένων μυστικών εγγράφων που τεκμηριώνουν τις άκρως απόρρητες διαβουλεύσεις, επιχειρήσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες για τις οποίες έγινε διάσημος κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Λευκό Οίκο και το υπουργείο Εξωτερικών, είδε το φως της δημοσιότητας από το Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας, έναν ανεξάρτητο μη κυβερνητικό οργανισμό για την ελευθερία της πληροφόρησης.
Μάλιστα πάνω από 30.000 σελίδες απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνομιλιών του, πολλές από τις οποίες ο Κίσσινγκερ κατέγραψε κρυφά και αφαίρεσε μετά το τέλος της θητείας του ως «προσωπικά έγγραφα», χρησίμευσαν στον ίδιο για τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του τα οποία έγιναν best seller.
Οι μυστικοί βομβαρδισμοί στην Καμπότζη και οι υποκλοπές
Το φθινόπωρο του 1968, ο καθηγητής του Χάρβαρντ Χένρι Κίσινγκερ χρησιμοποίησε την πρόσβασή του ως σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για να γίνει μυστικός πληροφοριοδότης της εκστρατείας του Νίξον σχετικά με τις ειρηνευτικές συνομιλίες της κυβέρνησης Τζόνσον στο Βιετνάμ. Φοβούμενος ότι θα έχανε τις εκλογές από τον αντιπρόεδρο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ, στην περίπτωση που ο Τζόνσον κατάφερνε να σταματήσει τον πόλεμο, ο Νίξον πίεσε την κυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ να εγκαταλείψει τις συνομιλίες.
Μετά τη ορκωμοσία του ο Νίξον, με τον νέο σύμβουλο εθνικής ασφάλειας (NSC) Κίσσινγκερ, αποφάσισαν ένα μυστικό πρόγραμμα βομβαρδισμών των οδών ανεφοδιασμού του Βορείου Βιετνάμ στην Καμπότζη και το Λάος προκειμένου να αναγκάσουν τον Χο Τσι Μινχ να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους όρους των ΗΠΑ.
Η εντολή δίνεται από τον Νίξον στις 15 Μαρτίου στις 15. 35 και οι βομβαρδισμοί με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Breakfast και Επιχείρηση Μenu ξεκινούν στις 17 Μαρτίου 1969. «Δεν πρέπει να υπάρξει κανένα δημόσιο σχόλιο σε οποιοδήποτε επίπεδο. Αυτή η επιχείρηση πρέπει να είναι άκρως απόρρητη» λέει ο Κίσσινγκερ στον υπουργό Εθνικής Άμυνας Melvin Laird σε τηλεφωνική συνομιλία η οποία έχει απομαγνητοφωνηθεί και δημοσιεύεται από το Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας.
Λίγες ώρες πριν από τον πρώτο βομβαρδισμό της Καμπότζης, ο Κίσινγκερ ενημερώνει τον Νίξον ότι «όλα είναι εντάξει» σχετικά με τις προετοιμασίες και οι δυο τους σχολιάζουν πως ο πρόεδρος του Νοτίου Βιετνάμ Nguyen Van Thieu έχει ήδη συμφωνήσει σε κατ' ιδίαν συνομιλίες.
Σε τηλεφώνημα στις 18 Μαρτίου 1969 μετά από ενημέρωση για την επιτυχία των πρώτων βομβαρδισμών, ο Κίσσινγκερ προτρέπει τον στρατηγό Wheeler να προχωρήσει σε επιπλέον χτυπήματα και μοιράζεται την εκτίμησή του για το ψυχολογικό αντίκτυπο των ξαφνικών, μυστικών επιδρομών. «Έχουν, ήδη, προετοιμαστεί για το Παρίσι» απαντά ο στρατηγός, λέγοντας ότι το σοκ των βομβαρδισμών θα αναγκάσει τους Βορειοβιετναμέζους να επιστρέψουν στις ειρηνευτικές συνομιλίες.
‘Ένα χρόνο μετά στις 9 Δεκεμβρίου 1970, ο Πρόεδρος Νίξον παραμένει ανήσυχος για την κατάσταση στην Καμπότζη. Σε τηλεφώνημά του, που δημοσιεύει το Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας, δίνει εντολή στον Κίσινγκερ να ξεκινήσει βομβαρδισμούς κατά του Βορείου Βιετνάμ την επομένη. Ήθελε να «χτυπήσει τα πάντα εκεί». «Δεν θέλω καμία βλακεία» λέει ο Νίξον
Λίγα λεπτά αργότερα ο Κίσινγκερ τηλεφωνεί στον στρατηγό Αλεξάντερ Χέιγκ στον οποίο περιγράφει τις εντολές του Νίξον για «μαζικό βομβαρδισμό». «Οτιδήποτε πετάει [sic] σε οτιδήποτε κινείται». Οι μυστικοί βομβαρδισμοί διάρκεσαν πάνω από ένα χρόνο σκοτώνοντας χιλιάδες άμαχους.
Μετά την αποκάλυψη των βομβαρδισμών από τους New York Times τον Μάϊο 1969, ο Κίσινγκερ ζήτησε από τον διευθυντή του FBI J. Edgar Hoover να παρακολουθήσει συγκεκριμένους δημοσιογράφους και αμερικανούς αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων και των δικών του συνεργατών στην NSC, για να εντοπίσει ποιος διέρρεε πληροφορίες στα μέσα ενημέρωσης. Πρόκειται για θέμα σοβαρότατης σημασίας για την εθνική μας ασφάλεια» δηλώνει ο συνταγματάρχης Alexander Haig. Ο πρώτος από τους βοηθούς του που τέθηκε υπό παρακολούθηση, ένας υπάλληλος της NSC, ονόματι Morton Halperin, παραιτήθηκε και τελικά μήνυσε τον Κίσσινγκερ, τον Νίξον και το υπουργείο Δικαιοσύνης για παράνομες υποκλοπές στο γραφείο του και στο τηλέφωνο του σπιτιού του.
Όταν ξεσπά το σκάνδαλο των υποκλοπών, ως απάντηση ο Νίξον δίνει εντολή να διεξαχθούν έρευνες για τυχόν υποκλοπές που διενήργησαν προηγούμενες κυβερνήσεις. Σ΄ ένα θυμωμένο τηλεφώνημα, την 1η Ιουνίου 1970 λέει στον Κίσινγκερ: «Ας ξεφύγουμε από όλο αυτό. Ο Μπόμπι Κένεντι ήταν ο μεγαλύτερος υποκλοπέας». Κατηγορεί τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης ότι παρακολουθούσε τα τηλέφωνα 300 ατόμων το 1963 και λέει στον Κίσινγκερ ότι πρόκειται να δημοσιεύσει τα ονόματα των ατόμων που ο Κένεντι είχε θέσει υπό παρακολούθηση. «Νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις» απαντά ο Κίσσινγκερ. «Αυτοί το ξεκίνησαν» επαναλαμβάνει ο Νίξον. «Αν θέλουν μάχη, θα την έχουν».
Μετά τα δημοσιεύματα για τις υποκλοπές, ο Κίσινγκερ δήλωσε ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στο να παράσχει κάποια ονόματα στο FBI. Ωστόσο στην κατάθεσή του στο πλαίσιο της αγωγής Halperin, ισχυρίστηκε ότι ο Hoover είχε εντοπίσει τα συγκεκριμένα άτομα. Ο Αλεξάντερ Χέιγκ, ο οποίος διαβίβαζε τα ονόματα των ύποπτων για διαρροή πληροφοριών στο FBI για δύο ολόκληρα χρόνια δήλωσε ότι τα ονόματα προερχόταν από τον ίδιο τον Κίσινγκερ. Εκείνος διαμαρτύρεται ότι η αγωγή υπονομεύει την ικανότητά του να κάνει τη δουλειά του. «Αυτή τη στιγμή ο υπουργός Εξωτερικών κατηγορείται για ψέματα, ψευδορκία, [και] η αντιπαράθεση βγαίνει στις εφημερίδες» λέει στον Γενικό Εισαγγελέα.
Ο Hoover έστελνε τις εκθέσεις των υποκλοπών απευθείας στον πρόεδρο Νίξον. Σε μία από αυτές, με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1970, μοιράζεται πληροφορίες για τρία άτομα, τον δημοσιογράφο των London Sunday Times, Harry Brandon, τον πρώην βοηθό του Κίσσινγκερ, Morton Halperin, και τον αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, William Sullivan, ο οποίος συνομιλεί με τον πρώην πρέσβη W. Averell Harriman.
Οι υποκλοπές καταγράφουν συνομιλίες της συζύγου του Brandon για την αντίθεση των πρώην συναδέλφων του Κίσσινγκερ από το Χάρβαρντ σχετικά με την πολιτική του για το Βιετνάμ και τα σχέδια του Χάλπεριν να παραιτηθεί αθόρυβα από το προσωπικό του Λευκού Οίκου. Από την παρακολούθηση του Sullivan προκύπτουν πληροφορίες ότι ο πρέσβης Harriman σχεδιάζει να φιλοξενήσει στο σπίτι του συγκέντρωση αξιωματούχων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που είχαν υπογράψει επιστολή διαμαρτυρίας κατά του μυστικού βομβαρδισμού της Καμπότζης. Στη συνέχεια, το FBI χρησιμοποιεί αυτές τις πληροφορίες για να παρακολουθήσει φυσικά τη συνάντηση στο σπίτι του Χάριμαν - γεγονός που προκύπτει στις ακροάσεις του Κογκρέσου για το σκάνδαλο των υποκλοπών τέσσερα χρόνια αργότερα.
«Οι παράνομες κυβερνητικές υποκλοπές όχι μόνο παραβίαζαν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, αλλά παρέμβαιναν και στα πολιτικά δικαιώματα των ανθρώπων που παρακολουθούσαν και των συνομιλητών τους. Τα αρχεία των υποκλοπών μάς υπενθυμίζουν την ανάγκη για διαρκή επαγρύπνηση και λογοδοσία» επισήμανε ο Halperin στο Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας με αφορμή την ανάρτηση των σχετικών αποχαρακτηρισμένων εγγράφων.


Δεν υπάρχουν σχόλια