Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ο Γεραπετρίτης και η… Λιζ Τρας
Κατά την κυβέρνηση το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ κόστιζε αρχικά 23 δις ευρώ, στη συνέχεια (κατά δήλωση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη) ανέβηκε στα 45 δις και τώρα, με βάση την τελευταία αποτίμηση Σκέρτσου, ο λογαριασμός έφθασε στα 83 δις.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι οι εξαγγελίες Τσίπρα οδηγούν σε «φτώχεια και διεθνή αναξιοπιστία», ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης προειδοποίησε ότι εάν κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πάρουμε ποτέ την επενδυτική βαθμίδα και ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης μίλησε για πρόγραμμα «τρόμου και «φόβου» και προέβλεψε ότι οι αυξήσεις μισθών και οι μειώσεις φόρων του ΣΥΡΙΖΑ θα φέρουν οικονομικό όλεθρο ανάλογο με εκείνον που έφερε στην Βρετανία η διακυβέρνηση Λιζ Τρας.
Εκείνο που διέφυγε από τον υπουργό Επικρατείας ήταν πως το μοντέλο Τρας βασίστηκε σε μειώσεις φόρων μαμούθ υπέρ της εισοδηματικής ελίτ – το δια ταύτα, ωστόσο, παραμένει πως η τακτική της ΝΔ παραμένει βασισμένη στο δόγμα του φόβου και της απειλής επιστροφής στο 2015.
Κατά τον ΣΥΡΙΖΑ το πρόγραμμά του κοστίζει τεκμηριωμένα 5,5 δις ευρώ το χρόνο, ήτοι 22 δις στο σύνολο της τετραετίας, και η χρηματοδότησή του δεν θα βασιστεί σε νέο δανεισμό αλλά κυρίως στα έσοδα από την φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών εταιριών, των μερισμάτων και των υψηλών εισοδημάτων.
Με δεδομένο ότι τα έσοδα από την φορολόγηση των υπερκερδών σε ποσοστό 90% υπολογίζεται περίπου στα 5 δις τον χρόνο και των μερισμάτων κοντά στα 50 εκατομμύρια, ο λογαριασμός δείχνει όντως να βγαίνει. Εάν συνεκτιμηθεί όμως ότι (με βάση τους υπολογισμούς της κυβέρνησης) οι αυξήσεις των μισθών στο Δημόσιο κατά 10% κοστίζουν 1,,5 δις τον χρόνο, η επαναφορά της 13ης σύνταξης προσθέτει στον λογαριασμό άλλα 2,5 δις και η μείωση του ΦΠΑ θα ψαλιδίσει τα κρατικά έσοδα κατά άλλα 1,2 δις, το χρηματοδοτικό πλαίσιο μπορεί και να γίνεται οριακό. Πόσο μάλλον, αφού το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει κι άλλα μέτρα ελάφρυσνης όπως η αύξηση του αφορρολόγητου ορίου στις 10.000 ευρώ, μείωση του ΕΦΚ κλπ.
‘Ητοι, η αλήθεια μπορεί και να βρίσκεται κάπου στη μέση ή μπορεί και να αφορά τελικά περισσότερο το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που προτείνει κάθε πλευρά και πολύ λιγότερο τους απόλυτους αριθμούς. Το δεδομένο όμως είναι πως τα οικονομικά προγράμματα και των δύο κομμάτων τελούν υπό τη – μικρότερη ή μεγαλύτερη – αίρεση παραγόντων για τους οποίους δεν υπάρχουν βεβαιότητες.
Το πρόγραμμα της ΝΔ έχει ως απόλυτο κλειδί τους ρυθμούς ανάπτυξης: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγγειλε αύξηση μισθών κατά 25% σε βάθος τετραετίας, νέα μείωση του μη μισθολογικού κόστους και μειώσεις φόρων για οικογένειες με παιδιά. Ο ίδιος κοστολόγισε το πρόγραμμα της ΝΔ περίπου στα 9 δις ευρώ, για να βγει ο λογαριασμός όμως η κυβέρνηση έχει προεξοφλήσει ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 3% ετησίως για την επόμενη τετραετία, όπως έχει προεξοφλήσει και αύξηση των επενδύσεων κατά 70%.
Πρόκειται για έναν στόχο που δείχνει υπεραισιόδοξος, ή τουλάχιστον αμφιλεγόμενος, με βάση τον πήχη που βάζουν οι διεθνείς οργανισμοί. ΔΝΤ και Κομισιόν προειδοποιούν για περίοδο παγκόσμιας και πανευρωπαϊκής οικονομικής επιβράδυνσης σε ορίζοντα πενταετίας και, ειδικά το Διεθνές Νομισματικό ταμείο στην τελευταία του έκθεση προέβλεψε αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ μόλις κατά 1,4% έως 1,5% το 2024.
Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη πλευρά, τελεί υπό την αίρεση και των αποφάσεων που θα ληφθούν στην Ευρώπη για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Εάν, για παράδειγμα, διατηρηθεί ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ από τον επόμενο κιόλας χρόνο, τότε τα δημοσιονομικά περιθώρια για παροχές πέραν εκείνων που θα χρηματοδοτηθούν από τα υπερκέρδη είναι πολύ μικρά. Με βάση το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα ο δημοσιονομικός χώρος για το 2024 είναι μόλις στο 0,2% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ.
Παρά τις αβεβαιότητες πάντως και τις άγνωστες ακόμη μεταβλητές, οι αγορές εξακολουθούν να μην ανησυχούν. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου παραμένει λίγο πάνω από το 4% σε επίπεδα σχεδόν αντίστοιχα με της Ιταλίας και οι διεθνείς οίκοι και επενδυτικές τράπεζες συνεχίζουν να προεξοφλούν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας όποιο κι εάν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών – είτε κερδίσει η ΝΔ, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια