Διαβάζετε ένα συνδρομητικό άρθρο

Είτε ως καχεκτικός δικομματισμός, είτε ως μοντέλο του ενάμισι κόμματος ο μετεκλογικός πολιτικός χάρτης γεννά πρωτόγνωρη και σκληρή συνθήκη για την «όλη» αριστερά και κεντροαριστερά. Για πρώτη φορά στα χρόνια της μεταπολίτευσης οι δυνάμεις του προοδευτικού τόξου υστερούν καθαρά έναντι της κεντροδεξιάς, δεξιάς και ακροδεξιάς. Kαι η πραγματικότητα αυτή, σε συνδυασμό με την χαοτική διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, απομειώνει εξ αρχής  την ισχύ και τον ρόλο της αντιπολίτευσης, αξιωματικής και μη.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχει ο ΣΥΡΙΖΑ που από κόμμα εξουσίας έγινε κοινοβουλευτική δύναμη μεσαίου βεληνεκούς. Ο Αλέξης Τσίπρας βάζει στόχο την ανάκτηση της προοπτικής διακυβέρνησης έως τις ευρωεκλογές του Ιουνίου – πρόκειται για στόχο όμως που προϋποθέτει τη συλλογική επιβίωση μέσα από την αρένα της αριστερής ενδοσκόπησης. Ενδιαμέσως, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι αφοπλισμένος και κοινοβουλευτικά και πολιτικά. Οι αυτοδιοικητικές εκλογές του Οκτωβρίου δείχνουν εκ προοιμίου χαμένες, μαγιά συντεταγμένων και εκτεταμένων αντιδεξιών συμπράξεων δεν υπάρχει και πολύ δύσκολα μπορεί να προκύψει έως τότε, ενώ και στη Βουλή ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης κονταίνει δραματικά.

Διαβάστε επίσης: Τσίπρας: Διεκδικεί μία τελευταία ευκαιρία μέχρι τις ευρωεκλογές

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με μόλις 48 βουλευτές, δεν θα διαθέτει πλέον ούτε το βασικό όπλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τη δυνατότητα αυτόνομης κατάθεσης πρότασης μομφής για την οποία χρειάζονται οι υπογραφές τουλάχιστον 50 βουλευτών. Εάν θελήσει να το κάνει θα πρέπει να το διαπραγματευτεί με το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, ή ακόμη και με την Πλεύση της Ζωής Κωνσταντοπούλου.

Η βαριά απώλεια κοινοβουλευτικής δύναμης οδηγεί και στην απώλεια του δικαιώματος συγκρότησης Εξεταστικής Επιτροπής μόνον από την αντιπολίτευση. Για να υπάρξει αίτημα σύστασης Εξεταστικής απαιτούνται 60 βουλευτές και για την έγκρισή του από την ολομέλεια χρειάζονται 120 βουλευτές, άρα η δυνατότητα χάνεται ακόμη κι εάν ενώσουν τις δυνάμεις τους ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ.

Ο αντιπολιτευτικός δρόμος που ανοίγει από σήμερα δεν είναι εύκολος ούτε για το ΠΑΣΟΚ. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ξαναέβαλε τον πήχη στην ανάκτηση της κυριαρχίας στην κεντροαριστερά, ο λόγος του την Κυριακή το βράδυ δεν είχε τον ενθουσιασμό του Μαίου. Η καθήλωση στο 11,85% σε συνθήκες συντριβής του ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκροτεί προοπτική ανάνηψης του παλαιού κραταιού ΠΑΣΟΚ, ο προβληματισμός στην Χαριλάοιυ Τρικούπη δεν κρύβεται και η υπόγεια κριτική για την τακτική της δεύτερης προεκλογικής περιόδου έχει ήδη ξεκινήσει.

Τα πιο δύσκολα παραμένουν μπροστά. Εκεί, όπου το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί πια να χτίσει διακριτό αντιπολιτευτικό ρόλο σε μια Βουλή κατακερματισμένη και με ιστορική αλλαγή συσχετισμών. Σ’αυτό το πολιτικό περιβάλλον το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη θα πρέπει να ισορροπήσει (ξανά) στις αντίρροπες εσωτερικές του τάσεις, να επιλέξει εάν θα κινηθεί μετωπικά αντικυβερνητικά, εάν θα παραμείνει στην γραμμή των ίσων αποστάσεων, ή εάν θα στηρίξει (και ποια) μεταρρυθμιστικά νομοθετήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη ή εάν θα μπει σε αντιδεξιές συμμαχίες με τον ΣΥΡΙΖΑ.