«Υπάρχουν δύο σχολές σκέψης: Η μία που εδράζεται σε αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τους μουσαμάδες. [στην άλλη] μιλάμε με έργα, με υπευθυνότητα και με σοβαρότητα και με ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα.»

Η φράση αυτή του υπουργού φαίνεται κάπως παράταιρη σε μια πολυκομματική Βουλή, αλλά είναι τόσο οικεία μετά την ηγεμονία της «μοναδικής» σχολής, η οποία ταξινομεί τα πάντα ως το «ένα από τα δύο» μιας κάποιας αντίθεσης. Έτσι, πέρασε απαρατήρητο το γεγονός ότι Ελληνική Λύση και Νίκη αντέστρεψαν τα αξιακά πρόσημα και κατέταξαν το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα στα κακά της μοίρας μας.

Με κάπως άτακτο τρόπο, έρχεται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ένα ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα που ασκεί ριζική κριτική στη σύγχρονη πολιτική εμπειρία, κυρίως εκείνη που ονομάστηκε εκσυγχρονισμός. Και εστιάζει σε αναφορές, όπως μετανάστευση, εννοούμενη ως επιμόλυνση ή διάβρωση του «ενός και αμιγούς πληθυσμού», διαφθορά των ελίτ ως σημάδι ενός γενικευμένου εκφυλισμού (φύλο, εργασία, φυλή, νοικοκυροσύνη), υποθήκευση της χριστιανικής-δυτικής ανωτερότητας.

Έτσι, αυτό που ταξινομήθηκε ως ελληνική Ακροδεξιά φαίνεται να συντονίζεται ολοένα και περισσότερο με την διεθνή αντι-Κεντροδεξιά και να απομακρύνεται από το πλάσμα «ακροδεξιός», που είχαμε συνηθίσει από τα τέλη του 1950 και μέχρι την Μεταπολίτευση. Η έρευνα έχει εντοπίσει τις συνέχειες στον «πέραν της Δεξιάς» χώρο από τα χρόνια του Εμφυλίου, αλλά οι μετατοπίσεις αξίζουν ακριβέστερων περιγραφών και αποτιμήσεων. Ας πούμε, η βιαιότητα της καταγγελίας, η εμμονική προσήλωση στο κακό, η πεποίθηση της επερχόμενης καταστροφής, μπορεί να φαίνονται ανάλογα με όσα μπορεί να σημαίνουν στις παραεκκλησιαστικές ρητορείες τα περί «αναθέματος», «αμαρτίας», «αποκάλυψης» ή «προφητείας». Η πολιτικοποίησή τους, όμως, είναι γεγονός καθ’εαυτό, καθώς τα “ρήματα” μιας συμβολικής γλώσσας μετασχηματίζονται σε στοιχεία μια εκκοσμικευμένης, δυστοπικής και ασυμμάζευτης πολιτικής επιρροής.

Η εδραίωση και η επίδραση της Ακροδεξιάς συναρτάται πλέον προς τους πολιτικούς συσχετισμούς, ενώ η ίδια η παρουσία τους στην πολιτική σκηνή συνιστά αξίωση προσαρμογής, όχι προς τις κοσμικές αρχές (ανοχή και συμπερίληψη) αλλά προς υπερβατικές, θεολογικού τύπου, εντολές αποκλεισμού. Ας ξεκινήσουμε από δύο κοινότοπες προτάσεις: πρώτον, ότι μια κοινότητα αντιλήψεων περί του πολιτικού (ιδίως ως πεδίο ελέγχου και αποκλεισμού) ή ρητορικά μοτίβα και συμβολισμοί (ιδίως, ηθικής και κανονιστικής φύσης) εκτείνονται από τον πυρήνα αυτών των ακροδεξιών κομμάτων έως τα κεντρικά της ΝΔ και πέραν αυτής. Δεύτερον, στο επίκεντρο του δικού μας πολιτικού και της ΕΕ εν πολλοίς, ιδίως μάλιστα στην ιδιόλεκτο εκσυγχρονιστική τους ρητορεία, φέρονται να ταυτίζονται Ακροδεξιά και Αριστερά, ως μέτοχοι αναχρονισμών και υπόφοροι του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Δεν πρόκειται για παράδοξο ούτε για συκοφαντία του δημοσιογραφικού συρμού, αλλά συνιστά επακόλουθο της συρρίκνωσης του εκσυγχρονιστικού ορίζοντα σε μονοσήμαντες διαζεύξεις (π.χ. “μπροστά ή πίσω;” “Βαβέλ” αυτοί… μπροστά εμείς”), οι οποίες πλαισιώνουν ιδεολογικά τον αποκλεισμό από δικαιώματα, προνόμια, καλοπέραση.

Με δεδομένη πλέον την πλατιά επίδραση της Ακροδεξιάς, θα ήταν χρήσιμη η ανάγνωσή της από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος. Και τούτο, όχι για να επιβεβαιώσουμε την έκκεντρη θέση της. Αλλά για να κατανοήσουμε την ανάδυσή της, η οποία δεν συνιστά μια αυτοτροφοδοτούμενη εξέλιξη στη μεθόριο του πολιτικού αλλά, ίσως, έρχεται και λειτουργεί ως παράγωγο διεργασιών στα υψηλά κλιμάκια των πολιτικών ελίτ και αναδιατάξεων στις σχέσεις του πολιτικού και άλλους πόλους ισχύος.

Ανατρέχοντας στις απαρχές της Μεταπολίτευσης, βλέπουμε ότι η ΝΔ του Κων. Καραμανλή εκπροσωπεί την αστική τάξη, που λέει ο λόγος, αλλά όχι κατ’ ανάγκην τους καθέκαστα αστούς. Το μεταπολιτευτικό-ακριβώς μετά την Χούντα δόγμα είναι περίπου το εξής: «ξένοι και ντόπιοι, μακριά κι αγαπημένοι, δεν ξέρετε την τύφλα σας». Ας θυμηθούμε την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την είσοδο στην ΕΟΚ, παρά την αντίδραση «ομίλων» της αστικής τάξης, τις εκτεταμένες κρατικοποιήσεις της ΝΔ (ή τις “προβληματικές επιχειρήσεις” του ΠΑΣΟΚ), τη θωράκιση της εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία, την καταστολή των χουντικών παρορμήσεων και την αναστολή του ενδημικού αντικομουνισμού.

Βεβαίως, η ΝΔ δεν θα μπορούσε να υπάρξει ως σχετικά αυτόνομο κόμμα, χωρίς ένα εξίσου αυτόνομο ΠΑΣΟΚ, το άλλο μισό της ομαλοποίησης και του εκδημοκρατισμού. Από κοινού οικοδόμησαν το κράτος και τη δημοκρατία που ξέρουμε, δηλαδή εκδυτικισμένος καπιταλιστικός κόσμος, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι η κοινωνική συνοχή. Ταυτόχρονα, άνοιξαν οι πύλες του Μαυρογιαλούρου, νοθεύοντας λιγάκι τον Νόμο αλλά κατοχυρώνοντας την αρμοδιότητα του πολιτικού να νομοθετεί: παρα-κρατικές πελατείες, νεοφυή δίκτυα συμφερόντων, εργολαβίες και δουλειές με φούντες, ιδίως, όμως, φοροδιαφυγές και παροχές, κοινωνικό κράτος και πρόνοια στην βιτρίνα. Δεν γίνονται όλα αυτά μαζί, αλλά αυτοί τα κατάφεραν –ίσως γιατί διατηρούσαν πάντα κάποιες αποστάσεις από το διεθνές και τους αρχιεπισκόπους.

Έτσι, τα κόμματα της Μεταπολίτευσης εγκαθίστανται και κατοχυρώνουν μια σχετικά διευρυμένη αυτονομία έναντι ντόπιων κέντρων εξουσίας ή ξένων κέντρων επιρροής. Η καταστατική τους αυτονομία, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ λειτούργησαν ως εδραίοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων. Με το άνοιγμα του πολιτικού πεδίου, την ενσωμάτωση και τη συμπερίληψη στις πολιτικές διεργασίες χωρίς αποκλεισμούς, η “Μεταπολίτευση” δεν έχει ανάγκη παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ούτε παρακρατικές εφεδρείες. Αρκούσαν πλαστικές σημαίες, κομματικές οργανώσεις, συνδικάτα, συνεταιρισμοί και αυτοδιοίκηση για να ανατροφοδοτείται η κοινωνική κινητικότητα που πυροδοτούσε το πολιτικό, να εμπλουτίζεται ο πολιτικός μας πολιτισμός, να εκκοσμικεύεται ποικιλοτρόπως η πολιτική και να εκτοπίζεται η Ακροδεξιά στα «πανηγύρια».

Ενδεικτικό στοιχείο της αυτοπεποίθησης του πολιτικού ήταν η επική του σύγκρουση με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, που πολιτικοποίησε την «ευσέβεια» και νόθευσε τον πολιτικό νόμο. Αλλά, το δόγμα Κ. Καραμανλή-Α. Παπανδρέου περί της λειτουργικής αυτονομίας του πολιτικού, κατισχύει και προσδίδει στο πολιτικό την πλέον κεντρική θέση στις εξελίξεις. Ο Κακλαμάνης, ο Τζαβάρας και ο Καστανίδης είναι κατάλοιπα αυτής της παράδοσης των αστικών κομμάτων, μιας παράδοσης στην οποία δεν είχε θέση καμιά ακροδεξιά, ιδίως σε ρόλο εθνικού και ηθικού τροχονόμου.

Αυτή η συμπεριληπτική δημοκρατία άρχισε να συρρικνώνεται, όταν ο Κων. Μητσοτάκης πάτησε πόδι στην ηγεσία της ΝΔ και ο Κ. Σημίτης κατέκτησε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Και οι δύο αντιπροσωπεύουν μια σύγκρουση στο εσωτερικό των κομμάτων τους, την οποία οι ίδιοι πυροδότησαν και βάφτισαν «εξορθολογισμό/εκσυγχρονισμό», ιδιοποιήθηκαν την «κοινή λογική» και εγκαινίασαν το τέλος των πολιτικών συναινέσεων και την εποχή των συγκρούσεων, δηλαδή τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Γιατί, ακριβώς, υπέσκαψαν τις παρακαταθήκες των ιδρυτών τους, την σχετική αυτονομία των κομμάτων και την συμπεριληπτική λειτουργία των θεσμών έναντι των συμφερόντων και των ξένων. Έκτοτε, η νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα και ο συνοδός ιδεολογικός κατακλυσμός, τα ασύδοτα ΜΜΕ με την στρατευμένη προπαγάνδα, ανακαλύπτουν παντού και κατονομάζουν «κακοήθη εχθρότητα» την ασθενή συναίνεση των υποτελών. Τώρα πλέον Δεξιά, Κέντρο και Αριστερά μπορεί να είναι και “σύγχρονα, χρήσιμα κόμματα” και, ταυτόχρονα, λαϊκίστικα, εθνικιστικά και αναχρονιστικά κατάλοιπα της παλιοκομματικής παλιοζωής.

Έτσι, ως προϊόντα, ενδοπαραταξιακών διεργασιών εμφανίζονται ο ΛΑΟΣ, η Πολιτική Άνοιξη, ο αυριανισμός… και μέχρι σήμερα ο Μπογδάνος, η Λατινοπούλου, ο Τζίμερος και που ‘σαι ακόμα.
Τρία χαρακτηριστικά σημεία που δείχνουν την ανάδυση της Ακροδεξιάς ως παράπλευρη συνέπεια διεργασιών στην κεντρική πολιτική σκηνή. Κατ’ αρχήν, Κων/νος Μητσοτάκης και Κ. Σημίτης γίνονται πρωθυπουργοί ως «νικητές» έναντι των «δια παντός ηττημένων συντρόφων τους». Υποδύονται τον κήρυκα της κανονικοποίησης του δημόσιου βίου, της μάχης ενάντια στην υστέρηση, της ενοχοποίησης για στον «κακό μας εαυτό”, των αρετών που αντιπροσωπεύει η κινητικότητα των νέων ελίτ, έναντι του «ισοπεδωτικού κεκτημένου», όπου βολεύονται οι υποτελείς τάξεις. Με άλλα λόγια, δεν επενδύουν ακριβώς στην κληρονομημένη διαφορά από τα αντίπαλα κόμματα, αλλά τη μετατοπίζουν, επανακαθορίζοντας τις διαφορές και τα κοινωνικά μέτωπα μέσω του «εκσυγχρονιστικού ιδιώματος».

Δεύτερον, ως πρωθυπουργοί στρέφονται ρητά εναντίον του «ανοίκειου» που εκπροσωπούν τα ίδια τους τα κόμματα στο παρόν, δηλαδή το άλλοτε οικείο-δικό τους έργο (ή το ανάλογο των αντιπάλων τους, όπως το «ρουσφέτι», τα «αυθαίρετα», το «δημόσιο»). Και συνδέονται προνομιακά με ορισμένα, τα πλέον επιθετικά και νομαδικής (χρηματοπιστωτικής) φύσης, συμφέροντα, αλλά όχι, κατ’ ανάγκην, με την αναπαραγωγή των «ομίλων» και ιδίως της εδαφοποιημένης εγχώριας και παλιομοδίτικης αστικής τάξης.

Και, τρίτον, ευνοούν το διεθνές ρεύμα απο-εδαφοποίησης της οικονομικής ισχύος (ΟΤΕ-Κων. Μητσοτάκης, χρηματιστήριο και λαϊκός καπιταλισμός, Κ. Σημίτης), τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση που συνοδεύεται από τριγμούς στο εσωτερικό των κομμάτων τους, τριγμοί οι οποίοι ενώ οδηγούν σε ομογενοποίηση ηγεσιών παράγουν ταυτόχρονα και παραδόξως διεύρυνση των ακροατηρίων τους. Αλλά, μόνον με «καθαρές ηγεσίες» διεθνοποιούνται ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αντλώντας σχέδια και ιδεολογήματα μιας ορισμένης Δύσης, που αντιπροσωπεύει κι αυτή μια σύγκρουση στο εσωτερικό το δυτικού κόσμου (όπως σήμερα Μακρόν αντί Λεπέν, Μπάιντεν αντί Τραμπ).

Η βόμβα έσκασε στα χέρια του Κώστα Καραμανλή, με τους αγωγούς από τη Ρωσία, και του Γ. Παπανδρέου, με τα Μνημόνια. Τα ίδια τους τα κόμματα, τους αποκαθήλωσαν και τους χαντάκωσαν, επειδή ως «κληρονόμοι» δεν κατάλαβαν ότι το πολιτικό δεν αντιστρατεύεται πλέον τα συμφέροντα και έτσι, ως αρχηγοί σχετικά αυτόνομων κομμάτων, βρήκαν τον δάσκαλό τους στην ιστορία. Ο ένας παραδόθηκε στον Σαμαρά και ο άλλος εκτοπίστηκε από τον Βενιζέλο. Οι «γνήσιοι γόνοι», που στόχευαν και την ευστάθεια του καθεστώτος και την κοινωνική συνοχή, δεν είχαν σταθμίσει εγκαίρως ότι το πολιτικό και οι δημοκρατικοί θεσμοί παρακολουθούσαν ήδη συρρικνωμένοι την απρόσκοπτη επέλαση των χρηματιστηρίων και τον κατακλυσμό των δανείων.

Φτάσαμε στη χρεωκοπία, γιατί το «σύγχρονο μπλοκ εξουσίας», κόμματα, ΜΜΕ, «όμιλοι» και διεθνή δίκτυα, ευέλικτα και μεταβαλλόμενα, προσέβαλαν το θεμέλιο των κομμάτων, δηλαδή τη σχετική τους αυτονομία, και ακολούθως την σχετική αυτονομία όλων των θεσμών –μέχρι την Τράπεζα της Ελλάδος, τους εξοπλισμούς, την ΚΥΠ, όλα εκτός την Ακαδημία Αθηνών.

Αυτός ο εκσυγχρονισμός δεν άφησε τίποτα ανέγγιχτο, με αιχμή του δόρατος την προπαγάνδα και το χρηματιστήριο. Η κατακερματισμένη προνομιούχος και μη προνομιούχος αστική τάξη, παλιά και νέα τζάκια και της Παναγιάς τα μάτια, βολεύτηκαν με την έφοδο του χρηματοπιστωτικού και διεθνοποιημένου κεφαλαίου, συντονίστηκαν κάτω από τη σημαία «όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε».

Με τον τρόπο αυτό, αποδιάρθρωσαν την εθνική οικονομία, από τη βιομηχανία έως τους συνεταιρισμούς και από τα ασφαλιστικά ταμεία έως τις οικονομίες του κοσμάκη. Και ακολούθως ανέδειξαν σε θεμέλια του καθεστώτος εργολάβους, εκδότες και διαχειριστές ευρωπαϊκών πακέτων, ξένα και ντόπια τραπεζικά κεφάλαια και άλλα πιο περίπλοκα σχήματα που δεν τα ξέρω. Έκτοτε, οικονομική, κοινωνική και πολιτική ισχύς, ιδεολογική και διανοητική επιρροή, κατονομάζονται εκσυγχρονισμός, που φέρεται ως αντίπαλος μιας απροσδιόριστης υστέρησης, ενός «κακού εθνικού εαυτού».

Μέσα σε δύο δεκαετίες, το δόγμα Κων. Καραμανλή-Α. Παπανδρέου, «μόνο τα κόμματα γνωρίζουν την τύφλα των ηγετικών τάξεων» έγινε ανεστραμμένο είδωλο των κυρίαρχων, που πήραν το παιχνίδι στο χέρι τους με αρχηγό τον Κυριάκο: «οι πολιτικοί δεν μπορούν την τύφλα τους», αφού πρώτα έφεραν την Αριστερά στην εξουσία και μετά χρεωκόπησε η χώρα –έτσι είπαν. Με τέτοιες «παραδοξολογίες», οι πολιτικοί της κανονικότητας έβαλαν τα χέρια τους κι έβγαλαν τα μάτια τους, καθώς οδήγησαν στην αδρανοποίηση των θεσμικών αντίβαρων έναντι εξω-πολιτικών κέντρων, διευκόλυναν την αναδιάταξη των θεσμών υπέρ των ισχυρών: περιορισμένη αυτονομία αρχηγο-κεντρικών κομμάτων και πρωθυπουργικο-κεντρικών κυβερνήσεων, μια Βουλή «πέρα βρέχει», μια Δικαιοσύνη που «όλοι την εμπιστεύονται», ένα συνδυασμό βίας-προπαγάνδας παντού και οι ανεξάρτητες Αρχές στον γάμο του Καραγκιόζη, τα συνδικάτα και η αυτοδιοίκηση κατάντησαν αναχρονιστική γραφειοκρατία. Βλέπεις τη Λαγκάρντ και σε πιάνει άγχος με τα επιτόκια, εμφανίζεται Κομισιόν και τρέμεις με το τι μπορεί να τρέχει στα παρασκήνια, ποτέ δεν ξέρεις τι είναι το “μη-χειρότερα” στις προγραμματικές δηλώσεις.

Ο Κυριάκος Μ. γίνεται αρχηγός ως «τάχατες-γόνος» που διασπά τη γονεϊκή συνέχεια (εκπαραθύρωσε την Ντόρα) και συμμαχεί με τους αντιπάλους της φαμίλιας, δηλαδή την Ακροδεξιά και τον Σαμαρά. Η Ακροδεξιά είχε από καιρό αρχίσει να μορφοποιείται οργανωτικά μέσα σε αυτές τις διεργασίας αναδιάταξης δυνάμεων στο εσωτερικό των πολιτικών ηγεσιών και των αποκλεισμών που προϋπέθετε η ομογενοποίησή τους. Και εν όσον ο «εκσυγχρονισμός» καθίσταται μια αυτο-αναφορική ρητορεία συμπερίληψης νέων μορφών πολιτικής (όπως οι ΜΚΟ, τα λόμπυ, οι οίκοι αξιολόγησης, ο «διεθνής τύπος», κομισιόν, ολοκληρωμένα προγράμματα, εθελοντισμός, ψηφιακός πολιτισμός, κοινωνία πολιτικών, της γνώσης…) λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέτρο κανονικοποίησης και αποκλεισμού του «αναχρονιστικού», ένας μηχανισμός εκτοπισμού των ανάλογων πολιτικών σχηματισμών στο περιθώριο, ιδίως, μάλιστα, κάποιων κοινωνικών στρωμάτων στους «χαμένους».

Όσα αναφέρθηκαν από Μητσοτάκη, τον Ανδρουλάκη και τον Βελόπουλο στη Βουλή για εκσυγχρονισμό, αξίζουν την προσοχή μας γιατί λέγονται σε μια ιδιαίτερη γλώσσα, που τα αλέθει όλα και, εν προκειμένω, την εκσυγχρονιστική ορολογία, που μπορεί να στεγάζει πλέον από τον «κοινό νου» έως το «αντι-woke» κίνημα. Όσο ελαστικός κι αν είναι ο όρος, δεν σημαίνει ούτε στεγάζει τα πάντα. Και επειδή κακώς μια θεωρητική σύνθεση του Διαμαντούρου με ένα πολιτική πρόγραμμα, ο εκσυγχρονισμός δεν ταυτίζεται με την περίπτωση και την περίσταση, αλλά συνιστά, σε υψηλότερη τάξη γενίκευσης, μια αφαίρεση που επενδύεται στην κατανόηση και την ερμηνεία των κοινωνικο-πολιτισμικών και πολιτικών συγκρούσεων. Ως προβληματική αντλεί, παράλληλα, από τις διάφορες θεωρίες του εκσυγχρονισμού, ιδίως μια ορισμένη αντίληψη κοινωνικο-πολιτικής αλλά και πολιτισμικής μηχανικής, η οποία είναι προκατειλημμένη από το πλάσμα της λειτουργικής ολοκλήρωσης, της αρμονικής απαρτίωσης των επιμέρους αντιθέσεων στο κοινωνικό. Ήταν απότοκα μιας περιόδου, κατά την οποία οι «τέλειες κοινωνίες» ήταν στα πάνω τους. Αλλά, δεν πρόκειται για θεωρίες «ό,τι θυμάμαι χαίρομαι».