Αφιερωμένο σε «όσους πασχίζουν μάταια να υποβιβάσουν τη σημασία του Πολυτεχνείου»
10.11.23 20:28
Η αίθουσα τελετών του κτιρίου Αβέρωφ του Μετσόβιου Πολυτεχνείου γέμισε χθες από πολλούς αγωνιστές της εξέγερσης του 1973. Τέσσερις από αυτούς, οι Κώστας Λαλιώτης, Πέτρος Μανταίος, Γιώργος Παυλάκης, αλλά και ο ίδιος ο Δημήτρης Παπαχρήστος μίλησαν για το νέο βιβλίο του τελευταίου, «Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε».
Το έγραψε στη μνήμη των νεκρών της εξέγερσης, «που έγιναν ασπίδα προστασίας της, που είπαν «Ελευθερία ή Θάνατος», συνειδητά ή ασυνείδητα», αλλά και ως πράξη υπεράσπισης της εξέγερσης απέναντι στην επίμονη προσπάθεια παραχάραξης των γεγονότων και του νοήματός της εδώ και 50 χρόνια. «Δεν ξέρω τι με οδήγησε. Αυτό κουβαλάμε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αν δεν τιμήσεις τους νεκρούς, δεν μπορείς να ζήσεις... Το αίμα θέλει δικαίωση. Δεν είναι δυνατόν να λένε αρχικά «δεν σκοτώθηκαν» και μετά να συζητούν αν σκοτώθηκαν μέσα ή έξω».
«Η μνήμη αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας. Μέχρι τώρα, είτε 1821 είτε 1940 είτε 17 Νοέμβρη, η αντίσταση αυτού του τόπου θα είναι παράδειγμα για αύριο. Αυτό το κτίριο δεν έχει ιδιοκτήτες, γιατί έγινε σύμβολο, έγινε Ιστορία, έγινε σταθμός ανεφοδιασμού για τη συνέχεια του αγώνα που δεν μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε», είπε ο Παπαχρήστος και σημείωσε την πραγματική αλλά και τη συμβολική δύναμη του Πολυτεχνείου που στις μέρες μας φαντάζει πιο κοντά από ό,τι φάνταζε επί χούντας ο πόλεμος του ‘40.
Ο Κώστας Λαλιώτης έκανε λόγο για ένα σαγηνευτικό βιβλίο-παζλ μιας μεγάλης τοιχογραφίας και μίλησε για τη συγγραφική πορεία του Παπαχρήστου, με αναφορά σε λογοτεχνία, θέατρο, ποίηση, με «μακρά και αδιάλειπτη πορεία στο ζην επικινδύνως, στο να στοχάζεται, να εξιστορείται και να αυτοβιογραφείται». «Η κατάληψη ήταν τα πάντα», είπε ο πρώην υπουργός, επισήμανε ότι «δεν πρέπει να κάνουμε τη μεταγραφή τού τότε στο τώρα ή του τώρα στο τότε» και απάντησε στους «εκπροσώπους τού τίποτα, αντικειμενικούς παρατηρητές και αναλυτές» ότι «η εξέγερση δεν έγινε από τους πανταχού απόντες, κερδοσκόπους, χαμαιλέοντες και φοβισμένους».
«Ολο αυτό ξεκίνησε με αντιθέσεις, καταγγελίες, διαφωνίες, σύγχρονη Βαβέλ, με πανσπερμία θέσεων, σκοπών και προοπτικών», που κατέληξε με τους εξεγερμένους ενωμένους, αλληλέγγυους και αγκαλιασμένους, την ώρα της εισβολής, την ώρα που σήκωσαν «ένα άσπρο πουκάμισο, σύμβολο μιας νέας εποχής, για να αντιμετωπίσουμε τους φορείς της βίας και της βαρβαρότητας», συνέχισε ο Λαλιώτης. «Ξέρουμε ποια ήταν τα τελευταία λόγια της συλλογικής φωνής, της αφυπνισμένης συνείδησής μας, τα λόγια του Μήτσου (σ.σ.: Παπαχρήστου). Με παλλόμενη, αφυπνιστική, σθεναρή, περήφανη, αφοπλιστική και σπαρακτική φωνή, απτό ραδιόφωνο του Πολυτεχνείου, “αδέλφια μας, είμαστε άοπλοι”».
Ο Γιώργος Παυλάκης θυμήθηκε τις «πυροτεχνικές», όπως τις χαρακτήρισε, συνθήκες γνωριμίας του με τον Παπαχρήστο μέσα στον ραδιοσταθμό, όταν έπεσαν οι πρώτοι νεκροί, όταν έπρεπε να ανακοινώσουν τη δολοφονική πράξη της χούντας. «Ο Δημήτρης ένιωσε το πάθος που πέρναγε και τους χοντρούς τοίχους εκείνη τη νύχτα. Στην απομόνωση του ραδιοσταθμού, μέσα στο κτίριο των Πολιτικών Μηχανικών, χωρίς να βλέπει, χωρίς να ακούει, έγινε ο πιο ευαίσθητος δέκτης των πάντων. Ενιωσε τα χτυπήματα, ένιωσε τις σφαίρες, μας έδωσε φωνή και κράτησε ξάγρυπνη την Ελλάδα για πολύ καιρό. Αυτό θέλει ικανότητες μαγικού ρεαλισμού και είμαστε τυχεροί που τον είχαμε».
Ο καθηγητής μίλησε για ένα παράδειγμα ανθρώπου που σημαδεύτηκε και σημάδεψε «τα γεγονότα και δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι πρόδωσε, χρηματίστηκε, αντάλλαξε τις περγαμηνές του». Και υπογράμμισε την ανάγκη αναστοχασμού της μεγάλης αποτυχίας όχι μόνο της γενιάς του, αλλά όλης της κοινωνίας, για το ότι «η Ελλάδα δεν έφτασε ούτε κατά διάνοια στο επίπεδο που όλοι οραματιζόμαστε και ελπίζαμε». Τέλος, ξεχώρισε την επιλογή του συγγραφέα να μπλέξει τους ζωντανούς με τους νεκρούς αγωνιστές στη «στρατιά» των προσώπων του, από τραγουδιστές, συγγραφείς, επιστήμονες, φιλόσοφους, από τον Ολλανδό σκηνοθέτη Αλμπερτ Κουράντ που απαθανάτισε την εισβολή του τανκς μέχρι τον Καραγκιόζη, τον Βελουχιώτη και τον Ηράκλειτο.
Το «Δεν αδειάζουμε να πεθάνουμε», γέννημα της «χειμαρρώδους ιδιοσυγκρασίας και γραφής του συγγραφέα», συνιστά συγχρόνως, όπως τόνισε ο Πέτρος Μανταίος, «λογοτεχνία, αφήγηση και μαρτυρία», «με αφηγηματική καθαρότητα, συχνά με αυτόματη γραφή, με ψήγματα σουρεαλισμού», «ένα χρονικό από τα πιο σημαντικά στη μεταπολιτευτική Ιστορία» από το Πολυτεχνείο μέχρι τις συντροφιές στο εξαρχειώτικο στέκι της Μουριάς, μέχρι «τον κόσμο τον μικρό τον μέγα», που μπαινοβγαίνει στην ιστορία του με ονόματα, χρώματα και αρώματα.
Ο δημοσιογράφος τόνισε ακόμα ότι η εξέγερση συμπληρώνει μισό αιώνα ζωής -και όχι επετείων- «γιατί το Πολυτεχνείο ζει. Γιατί από τη σύστασή του δεν είχε σπέρμα θανάτου. Γιατί ήταν εξέγερση νέων». Αρα, μια εξέγερση, «καταδικασμένη να είναι πάντα νέα, ενάντια στην τυραννία και το γήρας των συμβιβασμών και ιδεολογιών», μια «εξέγερση-μήνυμα που περνά από γενιά σε γενιά, μήνυμα που ενοχλεί, που δεν αφήνει σε ησυχία όλους όσοι είναι αρμοί της εξουσίας, δουλοπάροικοι ή υπηρέτες και πασχίζουν μάταια να υποβιβάσουν τη σημασία του Πολυτεχνείου με 100 τρόπους εκ των οποίων ο ηπιότερος είναι η παραποίηση».



Δεν υπάρχουν σχόλια