....

....

«Το πεθαμένο λικέρ» και ο ΣΥΡΙΖΑ

01.11.23 Ναταλί Χατζηαντωνίου

Η χθεσινή αναφορά της εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Δώρας Αυγέρη, στο παρόν και στο μέλλον που θα είχε το κόμμα αν δεν είχε εμφανιστεί ο Στέφανος Κασσελάκης, μας πυροδότησε ως πολιτιστικό ρεπορτάζ συνειρμούς με πρώτο αυτόν που οδηγεί κατευθείαν στο θαυμάσιο όσο και σκοτεινό μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.

Μια αναγνωρίσιμη έκφραση μπορεί να φέρει άμεσες παραπομπές. Και οι παραπομπές προκαλούν συνειρμούς. Να λοιπόν πώς και πού μπορεί να εμπλακεί το πολιτιστικό ρεπορτάζ σε μία αμιγώς πολιτική άποψη, όπως αυτή που εξέφρασε χθες το πρωί η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Δώρα Αυγέρη, όταν μιλώντας στο OPEN σχολίασε μεταξύ άλλων: «Ποια θα μπορούσε να είναι η κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ εάν δεν είχαμε αυτή τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον των πολιτών να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία που μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Στέφανος Κασσελάκης και δήλωσε υποψηφιότητα, κατά την άποψή μου, ήταν ένα πεθαμένο λικέρ;».

Πεθαμένο λικέρ, λοιπόν. Παραπομπή άμεση για εμάς «του πολιτιστικού» στο ομότιλο μυθιστόρημα («Το Πεθαμένο Λικέρ») του Γιάννη Ξανθούλη που πρωτοκυκλοφόρησε το 1987 από τις εκδόσεις Καστανιώτη με το γνωστό εξώφυλλο από τον πίνακα Mr. and Mrs. I.N. Phelps Stokes του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ (1856-1925). Αυτό να εννοούσε η κυρία Αυγέρη; Πάντως από το 1987 το μυθιστόρημα του Ξανθούλη γνώρισε δεκάδες επανεκδόσεις (τις πιο πρόσφατες το 2014 από τη Διόπτρα) και ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 100.000 αντίτυπα.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Κυψέλη της δεκαετίας του 1950, που συντηρεί με δυσκολία τα τελευταία απομεινάρια του αστικού της παρελθόντος, αυτά που θα σαρώσει το επερχόμενο κύμα της «αντιπαροχής». Στο φόντο του μυθιστορήματος υπάρχουν οι δρόμοι, οι πλατείες, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η Δροσοπούλου, η Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί, λοιπόν, σε ένα τέτοιο απομεινάρι ενός μεσοαστικού αλλά πολύ πιο ένδοξου όσο και ένοχου παρελθόντος ζει μια νεαρή χήρα που μεγαλώνει τα παιδιά της, δίδυμα αγόρια, και τη μεγαλύτερη αδελφή τους τη Ραλλού, σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον, περιτριγυρισμένη από «καθώς πρέπει» θείες οι οποίες έχουν γνώμη για όλα. Διαφυγή για την ίδια είναι ένας καινούργιος γάμος με τον Τριαντάφυλλο, πάλαι ποτέ κομμουνιστή.

Διαφυγή για τα παιδιά της είναι τα σκοτεινά παιχνίδια της εφηβείας και της ανακάλυψης του σώματός τους στο εγκαταλελειμμένο υπόγειο ποτοποιείο της οικογένειας. Η μητέρα απορροφημένη από τα δικά της θέματα δεν πολυασχολείται με τα παιδιά της που πρώτα ανακαλύπτουν τη δεξαμενή με το λικέρ, όπου λεγόταν ότι πνίγηκε μια όμορφη εργάτρια και ερωμένη του παππού τους, προσδίδοντας στο ποτό, ακόμα και στα τελευταία του ίχνη στον πάτο της δεξαμενής, μυστηριακές κι αφροδισιακές ιδιότητες. Ευθύνεται το πεθαμένο λικέρ για τη μοιραία και καταλυτική πράξη του μυστικού γάμου τους και τελικά της σεξουαλικής αφύπνισης που οδηγεί στην αιμομιξία; Τα δύο αγόρια πάντως αγωνίζονται να μην αποχωριστούν την αδελφή τους, μητρικό πρότυπο ισχυρότερο από τη μάνα τους αλλά και ταυτόχρονα την πρώτη και μόνη γυναίκα που αγάπησαν.

Με τις αφηγηματικές αρετές και τη «σκοτεινιά» της πένας του Ξανθούλη στις καταβυθίσεις του στον ψυχισμό των ηρώων του, «Το Πεθαμένο Λικέρ» έγινε και σενάριο από τον ίδιο και το 1992 γυρίστηκε σε ταινία από τον Γιώργο Καρυπίδη, σε παραγωγή της Λουκίας Ρικάκη, με ένα θαυμάσιο καστ που συμπεριλάμβανε τους Μπέτυ Λιβανού, Δώρα Μασκλαβάνου, Εφη Ροδίτη, Ελένη Γερασιμίδου, Σπύρο Φωκά, Ειρήνη Ιγγλέση, Μαρία Κανελλοπούλου, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Κώστα και Γιάννη Καράμπελα κ.ά., ενώ σε έναν ρόλο εμφανιζόταν και ο ίδιος ο Ξανθούλης.

Στην ταινία, τη χήρα μητέρα υποδυόταν η Μπέττυ Λιβανού και τον αριστερό δικηγόρο που αποφάσισε να παντρευτεί ο Σπύρος Φωκάς. Ο γάμος είχε τις ανάλογες επιπτώσεις στη συντηρητική ελληνική κοινωνία της Αθήνας, τη δεκαετία του ’50, ενώ κι ο έρωτας της κόρης, της Ραλλούς, με έναν νεαρό οδηγούσε το ένα από τα δίδυμα αδέλφια, αυτό που ήταν αθεράπευτα ερωτευμένο μαζί της, στην απόπειρα αυτοκτονίας. Οταν η έγκυος πλέον μητέρα τους μάθανε την αλήθεια, έδινε λύση στο αδιέξοδο πουλώντας το σπίτι, ως αντιπαροχή. Η ταινία είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κερδίζοντας τρία βραβεία: Μουσικής, Β’ Γυναικείου Ρόλου και Τεχνικών Επιτευγμάτων. Η βραβευμένη και υπέροχη ορχηστρική μουσική ήταν του Νίκου Κυπουργού και απέσπασε και επιπλέον Bραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Bαλένθια κι αργότερα Kρατικό Βραβείο Μουσικής Κινηματογράφου, ενώ αποσπάσματά της συμπεριλήφθηκαν στα cd «Νόκος Κυπουργός Κηποθέατρο - Ζωντανή Ηχογράφηση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών» και «Νίκος Κυπουργός - Music on Stage».

Αυτά για «Το Πεθαμένο Λικέρ». Ας τολμήσουμε να παραθέσουμε κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ξανθούλη επισημαίνοντας μετά τη δήλωση της κ. Αυγέρη ότι κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι απολύτως συμπτωματική. Οι συνειρμοί ωστόσο δεν απαγορεύονται:

«Το ψου-ψου-ψου αποκρυπτογραφήθηκε. Σήμαινε αντιπαροχή. Θα δίναμε το σπίτι αντιπαροχή. Θα χτιζόταν μια πολυκατοικία που κατά κάποιο τρόπο θα μας έκανε κάπως πλούσιους, με τα μέτρα της εποχής. Το σπίτι θα γκρεμιζόταν και στη θέση του “επιτέλους, να στηθεί ένα σύγχρονο μοντέρνο κτήριο, με τέλεια υδραυλικά, μπάνια, πλακάκια, μάρμαρα, τι ωραία!”, είπε η θεία Ιωάννα Καρθαίου.

● Για να ’μαι ειλικρινής, έπιασε τη φιλοσοφία ο Τριαντάφυλλος, έτσι όπως πάει η Αθήνα σε είκοσι χρόνια θα ’χει χάσει εντελώς τη μορφή της. Απ’ τη μια κρίμα, απ’ την άλλη…

● Καλέ ποια μορφή και αηδίες, πετάχτηκε η θεία Ελλη, που υπολόγιζε κι ένα σημαντικό ποσό απ’ τις παλιομπακατέλες του υπογείου του Αγίου Φραγκίσκου.

● Ποιος θα νοιαστεί, βρε Ελλη, για σκουριασμένα ντεπόζιτα, τι είναι αυτά που λες; παρατηρούσε η μαμά, που στο βάθος ήταν ενθουσιασμένη αλλά το ’κρυβε με κραυγαλέους αναστεναγμούς.

● Πάμε στοίχημα ότι θα στα πουλήσω –να μη με λένε Ελλη– όλα ανεξαιρέτως στην Ιερά Οδό; Θυμάσαι έναν Μαυρίδη που είχαμε παλιά εδώ, κάτι σαν επιστάτη; Ε, λοιπόν, ο Μαυρίδης αγοράζει και πουλά παλιοσίδερα και θησαύρισε. Σ’ αυτόν θα πάω. Θα δεις…

● Το τι μ’ αρέσουν οι συρόμενες πόρτες, Σαλώμη, ούτε και που λέγεται. Συρόμενες να βάλετε, συμπλήρωσε η θεία Λαμπρινή. Και κάτω, παρκέ διαρκείας. Αμάν πια αυτές οι αχανείς σπιταρώνες με τα δωμάτια-Σιβηρίες απ’ το κρύο. Στις “Σιβηρίες” χλώμιαζε και ζητούσε κατανόηση απ’ τον Τριαντάφυλλο, που χτυπιόταν απ’ τα γέλια.

● Τα μαγαζιά πού τα πάτε; Τρία μαγαζιά βγάζει ο Ποταμιάνος στο σχέδιο. Τρία μαγαζιά, εκ των οποίων τα δυο τα κρατά για πάρτη του, σχολίαζε η θεία Ελλη, που ήταν και η πιο ενθουσιασμένη απ’ την αντιπαροχή.

● Σαν ψέματα μου φαίνονται όλα αυτά, είπε η κυρία Μαρίκα. Μια ζωή τη φάγαμε σε τούτο το σπίτι. Καλό κακό δεν ξέρω. Μια ζωή όμως, πάει, την ξεπουπουλήσαμε…

● Σιγά μην το κάνουμε πυραμίδα των Φαραώ να ταφούμε όλοι εδώ μέσα. Ελα, κυρία Μαρίκα μου, που σ’ έπιασε το αισθηματικό σου, την απόπαιρνε τρυφερά η μαμά. Μη νομίζεις, κι εγώ τα σκέφτομαι. Θυμάσαι πώς μπήκα με τη Ραλλού μια σταλίτσα; Γέννησα στο Δημοτικό κι ύστερα ο γιατρός, ο Κιόρογλου, με ξαπόστειλε στο σπίτι, μωρέ μέσα σε τρεις μέρες… Και η Ραλλού έγινε δεσποινίς, κυρία Μαρίκα, και πόσα και πόσα ακόμη… Εμένα θα μου πεις για το σπίτι;

● Οι άνθρωποι κάνουν τα σπίτια. Για τους ανθρώπους τα θυμόμαστε, αποφάνθηκε ο Τριαντάφυλλος.

● Οσο για το ντεπόζιτο με το “πεθαμένο λικέρ”, έκανε η θεία Ελλη και το μάτι της γυάλισε, θα το στείλουμε στο Μουσείο. Αν τους πούμε δε και τα κουσούρια του, θα το βάλουν εκεί που έχουν τις Καρυάτιδες…»


efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.