Γιώργος Αγγελόπουλος – Λόης Λαμπριανίδης / Οι απαντήσεις της NΔ οδηγούν στην ανάγκη για αριστερές ερωτήσεις
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Ο αυταρχισμός της κυβέρνησης της ΝΔ δηλώνει ότι βασίζεται σε βεβαιότητες παγίωσης ενός καθεστώτος που δεν φείδεται καμίας πρακτικής: φτωχοποίηση μέσω επιδομάτων, αστυνομική βία, αδιαφορία για τις ζωές μας, ακύρωση κάθε θεσμικού πλαισίου πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καλλιέργεια φόβου, διάλυση και ξεπούλημα ακόμα και των πιο βασικών κρατικών υποδομών.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι οι εκ των προτέρων δεδομένες απαντήσεις της NΔ οδηγούν σε λάθος ερωτήσεις: τι να κάνουμε για να είμαστε ασφαλείς σε έναν κόσμο όπου όλοι μας απειλούν, πώς να υπερβούμε το άχρηστο δημόσιο σύστημα υγείας, πώς να μην σπουδάσουν τα παιδιά μας στα πανεπιστήμια «του μπάχαλου» κ.λπ.
Η αριστερά και ο προοδευτικός κόσμος πρέπει να συμφωνήσουν σε μια σειρά από ερωτήσεις αποφεύγοντας την αυτοαναφορικότητα και επιδιώκοντας να τα κάνουν ηγεμονικά στην κοινωνία. Κάθε ερώτηση διατυπώνεται μέσα σε ένα καθεστώς αλήθειας που περιορίζει τις πιθανές απαντήσεις. Ακόμα και αυτή όμως η σχετική τελεολογία των ερωτήσεων είναι προτιμότερη από τις βεβαιότητες που σήμερα διατυπώνονται: πρέπει να απομακρυνθούμε από τον πολιτικό διάλογο βάσει αντεγκλήσεων που οδηγούν σε παγίωση των διαφορών τύπου: «το ΠΑΣΟΚ ξαναέρχεται», «επιτέλους διαγραφές στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ», «με καθαρότητα θα πάρουμε την πλειοψηφία του αριστερού κόσμου» κ.λπ.
Οφείλουμε να διατυπώσουμε ερωτήσεις που οδηγούν σε προγραμματικές αποκρίσεις λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αναπτυχθεί, την απροθυμία του ΚΚΕ να αποτελέσει κυβερνητική επιλογή και την κρίση στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Η μετεξέλιξη του Συνασπισμού σε ΣΥΡΙΖΑ το 2004 σήμερα φαίνεται ως φυσιολογική πορεία. Δεν ήταν όμως έτσι. Ήταν ένα από τα ενδεχόμενα που υπήρχαν την περίοδο 2004 – 2013 και προέκυψε μέσω μιας ατζέντας ερωτήσεων. Οι ερωτήσεις αυτά ανέτρεψαν τις μέχρι τότε βεβαιότητες κάθε αριστερής συλλογικότητας που υποστήριζε ότι ήταν «η μόνη πραγματική αριστερά».
Στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαρατέθηκε με τις απαντήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που υποστήριζαν ότι δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική από τα μνημόνια. Στις φρενήρεις εξελίξεις της περιόδου πριν το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν είχε την πολιτική προτεραιότητα συγκρότησης δικών του σχηματισμών στον συνδικαλιστικό χώρο, στην τοπική αυτοδιοίκηση, σε σωματεία – συλλόγους, σε παραγωγικούς φορείς κ.λπ.
Η συντριπτική πλειοψηφία των δυνάμεων εντός του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προτεραιοποίησε την αγωνία της κοινωνίας για άμεση αντιστροφή της μνημονιακής καταστροφής μέσω της κυβερνητικής αλλαγής χωρίς να συζητηθούν αναλυτικά οι προγραμματικές ερωτήσεις. Ήταν μια απόφαση που προέκυψε μέσα από αντιπαραθέσεις στα κομματικά όργανα. Τώρα το κατανοούμε ως λάθος, τότε φαινόταν αδύνατο να μην προσανατολίσουμε όλες μας τις δυνάμεις στην άμεση κυβερνητική αλλαγή.
Από το Σεπτέμβριο του 2015 βιώσαμε τους δομικούς περιορισμούς μιας αριστερής κυβέρνησης στα πλαίσια του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της μετά Μάαστριχτ και Ευρώ Ε.Ε. Παρόλα τα προβλήματα που προέκυψαν από αυτούς τους δομικούς περιορισμούς, υπήρξαν θετικά επιτεύγματα της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στα πεδία της κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής, των δημοκρατικών θεσμών, του δικαίου, της εξωτερικής πολιτικής, της έντιμης διαχείρισης των οικονομικών του κράτους και της αναπτυξιακής στρατηγικής.
Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επιδίωξε να αποκαταστήσει την ισχύ του κράτους και των θεσμών και μείωσε τις κοινωνικές εντάσεις παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα να επανεμφανιστεί το αίτημα της «κανονικότητας» σε μια κουρασμένη κοινωνία. Η ΝΔ υποσχέθηκε αυτήν την κανονικότητα, παρουσιάστηκε ως πιο αξιόπιστη για τα μικροαστικά και αστικά στρώματα και κέρδισε τις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ απέσπασε το 2019 το διόλου ευκαταφρόνητο του 31,5% των ψήφων.
Τα δυσαναπλήρωτα κενά πολιτικής συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στους μαζικούς χώρους και την τοπική αυτοδιοίκηση δεν μπορούσαν να λυθούν μετά το 2019 ούτε με την προσέλκυση νέων στελεχών από τους κόσμους του θεάματος και του επαγγελματικού αθλητισμού, ούτε με ανοίγματα χωρίς σαφές πολιτικό πρόσημο, ούτε με δυναμικές αντιπολιτευτικές πρακτικές όπου ο θυμός αντικατέστησε το πολιτικό πρόγραμμα. Eπιχειρήθηκε ένα επικοινωνιακό και γενικόλογο «άνοιγμα στο κέντρο» και με τα ίδια πρόσωπα που είχαν ήδη υποστεί πολιτική φθορά. Αυτό συνέβαλε σε αντιλήψεις του τύπου «όλοι ίδιοι είναι» οδηγώντας πολλούς αριστερούς ψηφοφόρους στην αποχή.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχασε την αξιοπιστία του στα λιγότερο ευνοημένα στρώματα. Αν αυτό είχε προκύψει γιατί πήγε «προς το κέντρο» ή γιατί πήγε «υπερβολικά προς μια αριστερή δικαιωματική ατζέντα», θα υπήρχε δυνατότητα για διορθωτικές κινήσεις. Το ζήτημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν πήγε προς πουθενά, δεν διαμόρφωσε προγραμματικό λόγο μέσα από ένα διάλογο με την κοινωνία και δεν αποκατέστησε την αξιοπιστία του, δεν έπεισε ότι δεν «θα ξανακάνει κωλοτούμπες».
Η αναφορά μας σε προγραμματικό λόγο δεν υπονοεί ότι οι πολίτες ψηφίζουν έχοντας μελετήσει τις εκατοντάδες σελίδες των κομματικών φυλλαδίων με τα επιμέρους προγράμματα, αυτό σχεδόν κανένας δεν το κάνει. Στην πράξη οι πολίτες δίνουν στις εκλογές τις απαντήσεις τους σε ερωτήσεις που αφορούν την επόμενη κυβερνητική θητεία αξιολογώντας τις θέσεις των κομμάτων στα ειδικά θέματα που τους ενδιαφέρουν (ανεργία, ακρίβεια, υγεία, συντάξεις, κλπ.).
Αυτές οι θέσεις βασίζονται με κοινωνικοοικονομικούς όρους σε συμμαχίες και αντιπαλότητες και είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συρραφή αιτημάτων σε ένα προεκλογικό φυλλάδιο. Αν όμως οι εκλογές συνιστούν απαντήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν τις διεκδίκησε. Περιορίστηκε σε ένα κόμμα διαμαρτυρίας που ζητούσε να καταψηφιστεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν είχε πολιτική χρησιμότητα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο όραμα για το τι είδους κοινωνία θέλουμε, προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να κινηθούμε και συνεπώς ποιο ρόλο οραματιζόμαστε για τη χώρα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία σε κρίσεις. Αυτό που χρειάζεται είναι, μια στρατηγική για «ποιοτική ανάπτυξη» η οποία θα στηρίζεται στο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και στην καινοτομική δυνατότητά του, με στόχους τη σταδιακή αύξηση της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, με αύξηση ιδίως της βιομηχανικής παραγωγής αλλά και σημαντική στήριξη της γεωργίας, με αύξηση της εγχωρίου επάρκειας σε συνθήκες σεβασμού του φυσικού περιβάλλοντος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ Π-Σ δεν κατάφερε να αναδείξει τις πολλαπλές αρνητικές συνέπειες του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος όπως η φυγή του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain), η σημασία του δημογραφικού, η διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων κ.ά. Και βέβαια δεν κατανοήθηκε πως μια βασική προϋπόθεση για την αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος είναι οι ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και μοιραία και ο προσδιορισμός του αντιπάλου με σαφείς όρους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ όμως ως μόνο ξεκάθαρο αντίπαλο όρισε την κυβέρνηση της ΝΔ και συχνά αυστηρά και μόνο τον Κ. Μητσοτάκη, ενώ σε κοινωνικοοικονομικούς όρους οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητές του παρέμειναν επιεικώς θολές. Έτσι δεν κατάφερε να παράγει ένα ρεαλιστικό πολιτικό αφήγημα με προοπτική κυβερνησιμότητας με μόνη έμφαση στο μη πειστικό «απ΄ εδώ οι έντιμοι και καλοί και απ΄ εκεί οι διαπλεκόμενοι και κακοί».
Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να είναι πολιτικά χρήσιμος οφείλεται στο ότι δεν αξιοποίησε τα συστατικά του πλεονεκτήματα: τον τεκμηριωμένο προγραμματικό λόγο που βασίζεται σε ερωτήσεις με συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο, τη δημιουργία θετικών παραδειγμάτων μέσω κινηματικής δράσης, την ανάδειξη ανιδιοτελών στελεχών από την κοινωνία κ.λπ. Η αδυναμία αυτή συνδέεται και με την προβληματική εσωτερική του δημοκρατική λειτουργία: τον αρχηγισμό που υποστήριξε ένα σημαντικό κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, και την απουσία ιδεολογικής ώσμωσης των τάσεων του κόμματος με στόχο την παραγωγή πολιτικής. Οι τάσεις πλέον δεν είναι απλά ρεύματα ιδεών αλλά ομάδες πίεσης. Η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί μηχανιστικά σε αίτημα κατάργησης των τάσεων αλλά στην ανάδειξη των αδιεξόδων που δημιούργησε η κομματική λειτουργία καθώς βασίζονταν σε ισορροπίες μεταξύ των τάσεων.
Σε όσα ακολούθησαν τις ήττες των τριών τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων, η αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα επιτάχυνε προβλήματα και ενίσχυσε διλλήματα που ήταν ήδη υπαρκτά. Θα ήταν αυταπάτη να θεωρήσουμε ότι η τοξικότητα με την οποία εκδηλώθηκαν κάποιες αντιπαραθέσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μπορεί να ξεπεραστεί με ευχολόγια.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σήμερα παράγει περισσότερες ειδήσεις για τις εσωτερικές του αντιθέσεις, τις αμέριμνες και άστοχες δηλώσεις και την τηλεοπτική καθημερινότητα του νέου προέδρου του παρά αντιπολιτευτικό λόγο. Η συνθήκη που έχει δημιουργηθεί αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα – από τα πλέον απαισιόδοξα έως τα σχετικά αισιόδοξα – που δεν αφορούν μόνο το ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά το σύνολο της αριστεράς και του προοδευτικού χώρου.
Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι σήμερα απογοητευμένοι από τα στελέχη που πυροδοτούν την εντός του κατάσταση είτε με δηλώσεις στα ΜΜΕ είτε με διαγραφές μέσω διαδικτύου. Το ζήτημα δεν είναι να κρύψουμε τις διαφωνίες μας. Υποστηρίζουμε ότι οφείλουμε να τις συζητήσουμε έντιμα, χωρίς ενδοιασμούς και με πνεύμα αυτοκριτικής σε θεσμική βάση: στον προσυνεδριακό διάλογο και στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Είναι πιθανό να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα περί αδυναμίας συνύπαρξης, αλλά αυτό μένει να φανεί, μέσα από την προγραμματική συζήτηση και αντιπαράθεση και όχι μέσα από φαρμακερές ατάκες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Πρέπει να αποφύγουμε το αδιέξοδο απόδοσης πολιτικού περιεχομένου σε προσωπικές διαφοροποιήσεις και τον αναχωρητισμό πριν εξαντλήσουμε τα περιθώρια διαλόγου στο συνέδριο. Οι ταυτοτικές αντιπαραθέσεις («σοσιαλδημοκράτες», «αριστεροί», «τεχνοκράτες», «προοδευτικοί» κ.λπ.) συσκοτίζουν τις διαδικασίες όταν δεν συνοδεύονται από «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Αυτό σημαίνει προτάσεις σε συγκεκριμένα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η πολιτική στάση του καθενός μας και του κόμματος συνολικά.
Οι πολιτικές μας τοποθετήσεις κρίνονται επί του πρακτέου και όχι ως ένα ταυτοτικό «ουσιοποιημένο» οριστικό ανήκειν (αριστερός, σοσιαλδημοκράτης δεξιός, ανανεωτικός κομμουνιστής κ.λπ.). Δεν θέλουμε να καταργήσουμε την σημασία των ταυτοτικών προσδιορισμών. Είναι αναγκαίοι ως πυξίδες προσανατολισμού. Όμως ο ασφαλής διάπλους δεν πραγματοποιείται με την αποκλειστική τους χρήση. Αντίθετα, διασφαλίζεται μέσα από την συνομιλία. Συνομιλούμε με την κοινωνία για την κοινωνία και τα προβλήματα της, όχι με την αριστερά για την αριστερά ή με τη σοσιαλδημοκρατία για τη σοσιαλδημοκρατία κ.λπ. Δεν ξεμπερδεύουμε λέγοντας είμαι αριστερός, ή είμαι υπέρ της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ κ.λπ. Χρειάζεται να επεξεργαστούμε τους συγκεκριμένους προγραμματικούς όρους, ώστε να μπορέσουμε να δούμε αν μπορούμε αρχικά εμείς οι ίδιοι να συνυπάρξουμε στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και στη συνέχεια να συζητήσουμε για συμμαχίες εκτός. Το χειρότερο βέβαια θα είναι οι συνεχείς αναβολές του συνεδρίου που στην πράξη θα οδηγήσουν σε αδυναμία συνύπαρξης.
Όποια και αν είναι η εξέλιξη του συνεδρίου και του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συνολικότερα, οι προϋποθέσεις διαλόγου που προτάσσουμε θα αποτελέσουν και μια παρακαταθήκη για το ευρύτερο μέλλον της αριστεράς και του προοδευτικού χώρου. Οι όποιες επιλογές μας ως μέλη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οφείλουν να μην υπονομεύσουν τις προοπτικές της αριστεράς και του προοδευτικού χώρου, εντός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ή σε έναν άλλο πλαίσιο, να θέτει ερωτήσεις που θα ανατρέπουν τις απαντήσεις της δεξιάς και της ακροδεξιάς και θα οδηγούν σε κοινωνικές συγκλίσεις που παράγουν δημοκρατικές και κοινωνικά δίκαιες προγραμματικές απαντήσεις. Στο μακρινό 1989 οι Πάνος και Χάρης Κατσιμίχας τραγουδούσαν σε στίχους του Διονύση Τσακνή καλώντας μας «να σώσουμε οτιδήποτε αν σώζεται».

Δεν υπάρχουν σχόλια