....

....

Δώδεκα κι ένα καινούργια βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση (του Σπύρου Κακουριώτη)


του Σπύρου Κακουριώτη


Μπορεί να απομακρυνόμαστε χρονικά από την επέτειο των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, τα «απόνερά» της όμως, εκδοτικά, συνεχίζουν να μας προσφέρουν πλούσιους καρπούς, αποτέλεσμα του ανανεωμένου ερευνητικού ενδιαφέροντος, μιας νέας γενιάς ιστορικών, που θέτει καινούργια ερωτήματα και εξετάζει με φρέσκια ματιά ένα επιστημονικό αντικείμενο που θεωρούνταν από καιρό «άγονο» και περιχαρακωμένο σε ένα στενό κύκλο ειδημόνων.  

 

Ό. Κατσιαρδή-Hering – Δ. ΚοντογεώργηςΗ αυστριακή αρμάδα κατά την Ελληνική Επανάσταση, Ίδρυμα της Βουλής

Λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, στα νερά της Ανατολικής Μεσογείου καταφθάνει ένας στολίσκος 11 πλοίων που φέρουν τη σημαία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, προκειμένου να προστατεύει τα αυστριακά εμπορικά από την πειρατική δράση, που είχε ενταθεί στην περιοχή. Παρακολουθώντας την αυστριακή αρμάδα και τη δράση της, οι δύο ιστορικοί εξετάζουν καταλεπτώς την αυστριακή πολιτική έναντι της Επανάστασης, έτσι όπως εφαρμόζεται επί του πεδίου, είτε αυτό είναι οι θάλασσες του Αιγαίου και του Ιονίου είτε τα διπλωματικά σαλόνια και η Υψηλή Πύλη. Αρχικά, οι δύο συγγραφείς αναλύουν τις διπλωματικές σχέσεις των δύο αυτοκρατοριών, Αψβουργικής και Οθωμανικής, από τα τέλη του 17ου αιώνα έως το 1821, την οργάνωση της αυστριακής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη και τη συγκρότηση ενός εκτεταμένου δικτύου προξενείων και υποπροξενείων σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια, επικεντρώνονται στις σχέσεις των δύο αυτοκρατοριών στη διάρκεια της Επανάστασης, ιδιαίτερα στις διπλωματικές επιλογές του αυστριακού καγκελάριου Μέττερνιχ. Η ανάπτυξη των ποικίλων εμπορικών και ναυτιλιακών σχέσεων της Αυστρίας στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την ήττα του Ναπολέοντα κάνει φανερή την ανάγκη  συγκρότησης της «αυστριακής αρμάδας», την οποία οι μελετητές παρακολουθούν διεξοδικά, τόσο ως προς την οργάνωση και τη στελέχωσή της όσο και ως προς τη δράση της, σε κάθε ταξίδι, από την πρώτη αποστολή το 1822 έως το 1830. Στη συνέχεια καταγράφονται αναλυτικά περιπτώσεις συλλήψεων ή λεηλασιών αυστριακών πλοίων και οι εκδικάσεις αυτών των υποθέσεων, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης προσεγγίζεται η πρόσληψη των ελλήνων επαναστατών από τους αυστριακούς αξιωματούχους, τόσο τον ίδιο τον Μέττερνιχ όσο και από τα στελέχη της διπλωματικής υπηρεσίας στην Κωνσταντινούπολη και τα κατά τόπους προξενεία. Μέσα από τη στέρεα τεκμηριωμένη μελέτη των δύο ιστορικών, βασισμένη σε έναν εντυπωσιακό όγκο πρωτογενούς υλικού (από τα κρατικά αρχεία της Βιέννης, της Τεργέστης και της Αθήνας), αλλά και σε κριτικό διάλογο με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, η Ελληνική Επανάσταση προσεγγίζεται μέσα σε ένα ευρύτερο μεσογειακό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, στο οποίο περιλαμβάνεται η δράση των χριστιανών κουρσάρων και πειρατών, αλλά και η αντίδραση των αυστριακών, στρατιωτικών και πολιτικών.

 

Ντούσαν ΣπασόγιεβιτςΕλλάδα: Ο αγώνας για την ανεξαρτησία, Καστανιώτης

Σπάνια πια συναντά κανείς σε σύγχρονες ιστορικές μελέτες τον πληθωρισμό επιθέτων στον οποίο μας είχε συνηθίσει η ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Συνεπώς ξενίζει η κατάχρηση του χαρακτηρισμού «ένδοξη» για την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σε «εθνικό χαρακτήρα» ή σε «ελληνικό εθνικό είναι», που συναντά κανείς στον ανά χείρας τόμο. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας του δεν είναι ιστορικός αλλά διπλωμάτης, ο οποίος μάλιστα υπηρετεί ως πρέσβης της χώρας του, της Σερβίας, στην Αθήνα, εξηγεί, ίσως, κάποιες μεγαλοστομίες ως φιλοφρόνηση, αφού, άλλωστε, το έργο γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης, με σκοπό να φέρει «πιο κοντά στον σέρβο αναγνώστη τη σύγχρονη Ελλάδα». Βέβαια, η εικόνα που φιλοτεχνεί ο σέρβος διπλωμάτης για τη «σύγχρονη» Ελλάδα, για στοιχεία όπως η εθνική ταυτότητα, ο ρόλος της ορθόδοξης Εκκλησίας ή η σχέση με την αρχαιότητα, μάλλον ανάγεται στον 19ο αιώνα παρά στον 21ο, καθώς ο συγγραφέας δεν φείδεται επαίνων για το «τρίσημο σχήμα» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (ο οποίος, όπως μας θυμίζει, υπήρξε επίτιμο μέλος της Σερβικής Εταιρείας Λογίων), το οποίο αποκατέστησε την «εθνική συνέχεια» με την αρχαιότητα. Στη συνέχεια ο συγγραφέας προχωρεί στην αφήγηση των συμβάντων της Επανάστασης, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος, αφενός, στις διεθνείς πτυχές της και τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων, αφετέρου, στον ρόλο των Αλβανών και ιδιαίτερα του Αλή Πασά, αλλά και στην Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ζητήματα και τα δύο που έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το σερβικό κοινό. Επίσης, ο συγγραφέας αφιερώνει δύο ξεχωριστά κεφάλαια στην Κρήτη και την «τουρκική τυραννία» στο νησί, αλλά και την επανάσταση του 1821 εκεί – το οποίο τιτλοφορεί «Ξεχασμένο κεφάλαιο» και αποτελεί το ακροτελεύτιο του τόμου. Πέρα από την προσφορά του βλέμματος του «άλλου», και μάλιστα ενός γειτονικού «άλλου», που τόσο σπανίζει στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία, η προσφορά του παρόντος έργου έγκειται στο ότι, μέσα από το ελληνικό παράδειγμα, μας μιλά, μάλλον, για τους προβληματισμούς, τις στάσεις και τις ανησυχίες ενός τμήματος της σερβικής ελίτ για την ίδια τη Σερβία και τη θέση της στον κόσμο.

 

Α. Αθανασούλη, Β. Ράπτη, Β. Σαράφης (επιμ.), Εννέα επεισόδια από την Επανάσταση του 1821, ΕΜΝΕ-Μνήμων

Έχοντας το προνόμιο να αποτελεί σχεδόν τη μοναδική επιστημονική εταιρεία που συντήρησε τις μελέτες για την Επανάσταση του 1821 σε καιρούς ερευνητικής ξηρασίας, η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού κατάρτισε, με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων, ένα πλούσιο συνεδριακό και εκδοτικό πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου δρομολόγησε και την ανά χείρας έκδοση. Στον μικρό αυτό τόμο περιλαμβάνονται εννέα σύντομα μελετήματα, που κινούνται, χρονολογικά, πέριξ του 1821, τα οποία αφορούν ισάριθμα σύντομα επεισόδια, τα οποία οι συγγραφείς των κεφαλαίων αναλύουν και τοποθετούν στην ιστορική τους συνάφεια. Δίνοντας έμφαση στην ανάδειξη αναξιοποίητου αρχειακού υλικού, αλλά και στην πρωτοτυπία της πραγμάτευσης, τα κείμενα εξετάζουν ζητήματα όπως ο πολιτικός χαρακτήρας της διαμάχης Κοραή – Κορδικά (Κ. Ηροδότου), η δικτύωση της Φιλικής Εταιρείας στην Αίγυπτο (Β. Σαράφης), οι αντιλήψεις περί «έθνους» και «ελευθερίας» των οθωμανικών αρχών (Γ. Ζιγιά Καραμπατσάκ), η οθωμανική κατασκοπία και αντικατασκοπία (Λ. Μοίρας), η τύχη των αιχμαλώτων γυναικών (Β. Ράπτη), ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής των ελίτ της Ερμούπολης, όπως αποτυπώνεται στη δραστηριότητα μιας διάσημης μοδίστρας της πόλης (Ό. Ευαγγελίδου), οι μαρτυρίες για τη δράση του υποπρόξενου του Βασιλείου των Δύο Σικελιών στην Αθήνα (Φ. Σκαλόρα) και του πρόξενου της Γαλλίας στη Σμύρνη (Ά. Αθανασούλη), αλλά και τα ίχνη των οικισμών της Πελοποννήσου που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου (Μ. Φέστας). Τον τόμο, με τον οποίο εγκαινιάζεται μια νέα σειρά, που θα περιλαμβάνει «Μικρές Μελέτες», με αφορμή ένα συμβάν, ένα τεκμήριο, μια μικρή ιστορία, προλογίζει ο ιστορικός Χρήστος Λούκος, ιδρυτικό μέλος της ΕΜΝΕ, προβαίνοντας σε έναν πρώτο ερευνητικό και ιστοριογραφικό απολογισμό των δράσεων της δισεκατοντετηρίδας.

 

Δ. Δημητρόπουλος, Β. Παναγιωτόπουλος, Μ.-Χ. Χατζηιωάνου (επιμ.), Πελοποννησιακή Γερουσία: Ένας πολιτικός θεσμός της Ελληνικής Επανάστασης, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης συγκροτήθηκαν άτυπα διοικητικά όργανα σε τοπικό επίπεδο, με τα οποία οι επαναστα­τικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν τις νέες ανάγκες που δημιουργούσε το καθεστώς πολέμου: τη στρατολόγηση, τον εφοδιασμό, τη διεύθυνση των επαναστατικών δυνάμεων. Ανάμεσά τους, η Πελοποννη­σιακή Γερουσία υπήρξε ένας θεσμός όπου συνυπήρχε η εθνική προσπάθεια ενοποίησης του κράτους, με τις ισχυρές τοπικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις που προέκυψαν και από την ίδια τη δυναμική της επανάστασης. Θεσμός που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διοικητική συγκρότηση των επαναστατημένων περιο­χών, στην οργάνωση της επιμελητείας των ενόπλων σωμάτων, στην εδραίωση του Αγώνα, η Πελοποννη­σιακή Γερουσία υπήρξε το αντικείμενο επιστημονικού συνεδρίου που διοργα­νώθηκε από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Κοινωφελές Ίδρυμα Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος – ΒΙΟΧΑΛΚΟ, τον Νοέμβριο του 2020, στην Τρίπολη. Στον παρόντα τόμο φιλοξενούνται δέκα ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν σε αυτό, κατανεμημένες σε δύο άξονες, οι οποίοι αφορούν, αφενός, το ιστορικό πρόβλημα της δημιουργίας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και, αφετέρου, τα ιστορικά τεκμήρια που συνδέονται με σημαντικές στιγμές της διαδρομής της. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος εξετάζει τους τοπικούς και περιφερειακούς θεσμούς κατά το πρώτο έτος του Αγώνα, ενώ ο Νίκος Τόμπρος μελετά την Πελοποννησιακή Γερουσία μέσα από το πρίσμα των πρωταγωνιστών της. Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος μελετά τη στάση της σχετικά με τις βαπτίσεις μουσουλμάνων, και ο Σίμος Μποζίκης τις σχέσεις της με την εθνική Διοίκηση, ενώ η Αλίκη Φάκουρα εξετάζει την πολιτική και τις νοοτροπίες στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, Τέλος, ο Μιχάλης Τσαπόγας αναλύει το συνταγματικό αίτημα και τις θέσεις της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται αναλυτικά τα σχετικά ιστορικά τεκμήρια: Η Πράξη των Καλτεζών (Βαγγέλης Σαράφης), δυο αθησαύριστα χειρόγραφα της Γερουσίας (Γιάννης Κόκκωνας) και το συμφωνητικό συνεργασίας που υπέγραψε μαζί της ο Κολοκοτρώνης. Ο τόμος ολοκληρώνεται με την παρουσίαση του βασισμένου σε ιστορικά τεκμήρια εκπαιδευτικού προγράμματος «Ο Γέρος του Μοριά διηγείται» από τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο.

Δείτε ολόκληρο το άρθρο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.