Άνγκελα Μέρκελ: Η συνωμοσία των κοριτσιών
Στον απολογισμό της, η πρώην καγκελάριος είναι απίστευτα ειλικρινής και, σε αντίθεση με όσα γράφονται, καταλογίζει στον εαυτό της πολλά λάθη – αλλά όχι εκείνα που θέλουν οι πολιτικοί της αντίπαλοι.
Δευ. 02 Δεκεμβρίου 2024
Τον Απρίλιο του 2000, η Μέρκελ έπρεπε να πάρει μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή της: θα γινόταν η διάδοχος του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, που ήταν τότε στην αντιπολίτευση; Ήταν ακόμα διστακτική. «“Πρέπει να το κάνεις!” μου είπε τότε ο Γκέοργκ Μπρουνχούμπερ. Ήταν συνάδελφος στη Μπούντεσταγκ (σ.σ.: το γερμανικό Κοινοβούλιο), με καταγωγή από τη Βάδη-Βυρτεμβέργη και όλοι τον φώναζαν απλώς Σορς. “Σορς εσείς είστε πολύ πιο συντηρητικοί από μένα. Εγώ δεν είμαι καθόλου έτσι”, απάντησα. “Όχι, όχι”, απάντησε ο Μπρούνχουμπερ, “συντηρητικοί είμαστε όλοι και όσο για σένα, οφείλεις να διασφαλίσεις ότι οι κόρες μας θα μπορούν να ψηφίσουν ξανά CDU. Mε εμάς μόνο δεν θα το κάνουνε”».
Μόλις είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο των «μαύρων ταμείων» για το Χριστανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU), μετά από τη δημόσια παραδοχή του πατέρα της γερμανικής επανένωσης Χέλμουτ Κολ ότι δεν τήρησε τον νόμο για τις δωρεές από χορηγούς στο κόμμα του, διότι «δεν το επιθυμούσαν οι δωρητές». Και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πέφτει θύμα αυτής της υπόθεσης. Η Μέρκελ είναι γενική γραμματέας του κόμματος. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά της, στο βιβλίο με τίτλο Ελευθερία Ελευθερία | Μεταίχμιο
, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, η συνεργάτιδά της Εύα Κρίστιανσεν της προτείνει να γράψει ένα άρθρο στη Frankfurter Allgemeine Zeitung. Το άρθρο γράφεται και μέσα η Μέρκελ λέει: «Το θέμα είναι η αξιοπιστία του Κολ, η αξιοπιστία του CDU, η αξιοπιστία των πολιτικών κομμάτων στο σύνολό τους [...] Το κόμμα πρέπει επομένως να μάθει να βαδίζει, πρέπει να έχει την αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίζει μελλοντικά τους πολιτικούς του αντιπάλους στη μάχη, ακόμα και χωρίς το παλιό του άλογο μάχης, όπως αποκαλούσε συχνά ο Χέλμουτ Κολ τον εαυτό του [...] Μία τέτοια διαδικασία δεν είναι ποτέ αναίμακτη».Το γκρέμισμα του αγάλματος του πολιτικού της πατέρα Χέλμουτ Κολ, που είχε χάσει τις εκλογές του 1998 και είχε γίνει επίτιμος πρόεδρος του κόμματος, δεν το είχε τολμήσει κάποιος από τους άνδρες του κόμματος. Το έκανε «το κορίτσι» όπως αποκαλούσε ο ίδιος τη νεαρή πολιτικό από την Ανατολική Γερμανία, την οποίαν έκανε υπουργό Γυναικών και Νεολαίας και στη συνέχεια υπουργό Περιβάλλοντος, στα χρόνια από το 1990 ως το 1998.
Η Μέρκελ έχει γράψει το κείμενο των 720 σελίδων της Ελευθερίας –τόσο είναι το γερμανικό πρωτότυπο– με τη διευθύντρια του γραφείου της και πιο έμπιστη συνεργάτιδά της, το άλλο της μισό στα χρόνια της πολιτικής, την Μπεάτε Μπάουμαν. Οι δύο γυναίκες πρωτοσυναντήθηκαν τον Γενάρη του 1992 στο Βερολίνο. Η Μέρκελ είχε σπάσει το πόδι της και δυσκολευόταν να αυτοεξυπηρετηθεί. «Όταν εξελέγην μοναδική αναπληρώτρια του αρχηγού του CDU, είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα ήθελα απλώς να είμαι αναπληρώτρια του Χέλμουτ Κολ. Θέλω να αξιοποιήσω τη θέση αυτή όσο καλύτερα γίνεται. Χρειάζομαι λοιπόν έναν συνεργάτη ή μία συνεργάτιδα για λίγες ώρες την εβδομάδα... Σας ενδιαφέρει αυτή η θέση;» είχε ρωτήσει την Μπάουμαν η Μέρκελ.
Δεν είναι βέβαιο ότι η Μέρκελ άλλαξε τη χώρα της στο βαθμό που το είχε κάνει ο Γκέρχαρντ Σρέντερ με την Ατζέντα 2010 Agenda 2010, κάτι που του πιστώνει. Ωστόσο εισήγαγε στοιχεία ενός άλλου πολιτισμού στην πολιτική: άνοιξε τον κόσμο του κόμματός της και τη χώρα, υιοθετώντας πολιτικές που διεύρυναν για παράδειγμα την παραδοσιακή οικογένεια στα ομόφυλα ζευγάρια (η ίδια συζούσε με τον Γιόακιμ Ζάουερ ως τον Γενάρη του 1999 χωρίς να έχει παντρευτεί)· διασφάλισε θέσεις σε παιδικούς σταθμούς σε εργαζόμενες μητέρες που δεν είχαν προηγουμένως πρόσβαση σε αυτούς· επέμεινε –όχι όσο θα ήθελε, ομολογεί– στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τις εκτρώσεις, κάμπτοντας την αντίσταση του κόμματός της· ανέτρεψε την πολιτική των Χριστιανοδημοκρατών για τη μετανάστευση με τις επιλογές της του 2015· άλλαξε την πολιτική της Γερμανίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ακολουθώντας τα βήματα του προκατόχου της Κλάους Τέπφερ· και έδωσε άλλη κατεύθυνση στην ενεργειακή πολιτική της χώρας, με την πρόωρη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας.
Το σημαντικότερο για μένα στο βιβλίο είναι ότι μιλάει αρκετά διαφορετικά από τους άντρες συναδέλφους της – χαμηλόφωνα, χωρίς «μάτσο λόγια», όπως συνηθίζει να λέει η ίδια και πιο ελεύθερα.
Η ανατολική Γερμανία
Υπάρχει μία διάσημη φωτογραφία της Μέρκελ από την πρώτη προεκλογική της εκστρατεία, τον Νοέμβριο του 1990 στο νησί Ρούγκεν. Τότε είχε ενθουσιαστεί από τη συνομιλία της με τους ψαράδες, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Σήμερα κοιτάζοντας πίσω, τι λέει; «Η συντριπτική πλειονότητά τους δεν μπόρεσε να επιβιώσει επαγγελματικά. Στα μάτια τους, η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική ήταν ένα γραφειοκρατικό τέρας απέναντι στο οποίο ήταν ανίσχυροι... Κάθε φορά που είχα τη διάθεση να τους βοηθήσω, ένιωθα σαν να τα έβαζα με ανεμόμυλους. Επίσης, καθώς ήταν μία μικρή ομάδα ανθρώπων και υπήρχαν τόσο πολλές άλλες, μεγαλύτερες ομάδες με νόμιμες διεκδικήσεις, δεν είχα ποτέ χρόνο για να ασχοληθώ με συνέπεια με τα ζητήματά τους. Όμως και να είχα τον χρόνο, σήμερα αμφιβάλλω πια αν θα είχα επιτύχει. Κοιτάζοντας πίσω, παρά τον ενθουσιασμό μου τότε με αυτήν την επίσκεψη, η εικόνα της καλύβας του ψαρά παραμένει για μένα συνδεδεμένη με θλίψη» (σελ. 172).
Ούτε στη διάσωση των ναυπηγείων του Στράλζουντ, στην εκλογική της περιφέρεια επίσης, τα κατάφερε η Μέρκελ, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε να κρατηθούν για πολλά χρόνια στη ζωή. Τα ναυπηγεία εκτός ΕΕ έπαιρναν μεγαλύτερες ενισχύσεις, έτσι η κατασκευή κοντέινερ μέσα στην Ευρώπη έγινε ασύμφορη.
Στο βιβλίο μαθαίνουμε ότι η Μέρκελ είχε δημιουργήσει ένα δίκτυο ανθρώπων με τους οποίους συζητούσε για τη γερμανική επανένωση, στο οποίο συμμετείχαν ο σκηνοθέτης Φόλκερ Σλέντορφ, ο θεολόγος και φιλόσοφος Ρίχαρντ Σρέντερ, στέλεχος των Σοσιαλδημοκρατών, η συγγραφέας Χέλγκα Σούμπερτ και η πρόεδρος του οργανισμού για την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων και της περιουσίας της Ανατολικής Γερμανίας, Μπρίγκιτ Μπρόιλ. Στο δίκτυο συμμετείχε και ο σύζυγος της Μέρκελ, Γιόακιμ Ζάουερ. «Το 1994 συναντιόμασταν περίπου κάθε έξι εβδομάδες με την εξής ατζέντα: Πώς πάει η γερμανική ενοποίηση; Τι προσδοκίες έχουμε από το κράτος; Σε ποιους τομείς πρέπει να αυξηθεί η ατομική πρωτοβουλία; Τι σημαίνει η γερμανική ενότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση; Τι σημαίνει για την τέχνη και τον πολιτισμό; Πώς είναι η κατάσταση ως προς την ανανέωση στο πεδίο της επιστήμης, π.χ. στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ;» (σελ. 198). Παρ' όλα αυτά η Μέρκελ δεν μπόρεσε να ανακόψει την αιμορραγία του πληθυσμού από την εκλογική της περιφέρεια, που λόγω μείωσης του πληθυσμού άλλαξε τα όριά της δύο φορές τα πρώτα χρόνια μετά την επανένωση. «Ολόκληρες τάξεις αποφοίτων [...] αναζήτησαν ευκαιρίες απασχόλησης στο Μόναχο, στη Στουτγκάρδη και τη γύρω περιοχή, πράγμα που έφερε μεγάλη αναστάτωση στις οικογένειες. Τα παιδιά σπάνια επισκέπτονταν τις οικογένειές τους· έπρεπε να φροντίζουν το δικό τους επαγγελματικό μέλλον. Οι γονείς τους, πάλι, δεν μπόρεσαν να δουν τα εγγόνια τους να μεγαλώνουν. Οι επισκέψεις στα παιδιά τους στη νότια Γερμανία ήταν αναγκαστικά περιορισμένες. Τα διαμερίσματα ήταν πολύ μικρά, τα ενοίκια πανάκριβα» (σελ. 205).
Λίγο πριν εγκαταλείψει την πολιτική, η Μέρκελ διάβασε σε έναν τόμο που εξέδωσε το 2020 το ίδρυμα του κόμματός της «Κόνραντ Αντενάουερ» ότι η ίδια, «που εισήλθε στη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) την περίοδο μετάβασης, τριανταπεντάχρονη και με το έρμα της βιογραφίας της στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν θα μπορούσε ασφαλώς να είναι ένα κοινωνικοποιημένο εξ απαλών ονύχων γέννημα παλαιού δυτικογερμανικού τύπου του CDU». H Μέρκελ διαβάζοντας αυτές τις γραμμές στην αρχή σοκαρίστηκε και μετά θύμωσε. Μιλώντας την ημέρα της γερμανικής επανένωσης το 2021, έναν χρόνο αργότερα, απάντησε: «Δεν είναι άραγε αλήθεια πώς ακόμα και σήμερα, έπειτα από τρεις δεκαετίες γερμανικής ενότητας, οι άνθρωποι της γενιάς μου με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αισθάνονται κάθε τόσο υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν ότι ανήκουν στην επανενωμένη χώρα μας, λες και η προϊστορία τους, δηλαδή η ζωή τους στη ΛΔΓ, είναι κάτι που ενοχλεί;» (σελ. 207).
Περπατώντας σε στενό μονοπάτι
H Μέρκελ σχεδίαζε αρχικά με την Μπάουμαν να γράψουν δύο «βιογραφίες»: Μία που θα αφορούσε τα 35 πρώτα χρόνια της ζωής της στην Ανατολική Γερμανία και μία δεύτερη, που θα αφορούσε τη ζωή και τη δράση της στην ενιαία Γερμανία. Οι εκδότες είπαν όχι, έτσι τα δύο βιβλία έγιναν ένα. Ξαναδιαβάζοντας τις παλιότερες βιογραφίες της και το πρώτο μέρος της Ελευθερίας, εύκολα κανείς φτάνει στο συμπέρασμα ότι η Μέρκελ έμαθε ως Άνγκελα Ντοροθέα Κάσνιτς πολύ νωρίς να μανουβράρει σε αυτό που στα γερμανικά ονομάζεται schmaler Grad: το στενό μονοπάτι ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να γίνει και εκείνο που μοιάζει στη ζωή και την πολιτική αδύνατο.
Όταν της πρότειναν μετά τη συνέντευξη για το διδακτορικό της στο Ιλμενάου της ΛΔ της Γερμανίας να γίνει πληροφοριοδότης της Στάζι, είπε πως ήταν ακατάλληλη, διότι της άρεσε να λέει σε όλους τα πάντα (που είναι ψέμα). Το ψέμα αυτό της το είχε μάθει ο πατέρας της, ο πάστορας Κάσνιτς, αλλά την είχε εκπαιδεύσει η μητέρα της, που ήταν το πραγματικό αφεντικό του σπιτιού. Και οι δύο γονείς της τοποθετούνταν πολιτικά πιο αριστερά από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Η μητέρα της μάλιστα ήταν μετά το 1990 στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στην περιφέρεια, παρότι είχε στερηθεί τη δυνατότητα στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» να διοριστεί στην εκπαίδευση, επειδή είχε παντρευτεί πάστορα. Ταξίδευε όμως από το Τεμπλίν στο Βερολίνο για να κάνει μαθήματα σε όσους ήθελαν να μάθουν αγγλικά.
Η σχέση με τους Έλληνες
Καταναλώθηκε πολύ μελάνι για τη σχέση της με τους Έλληνες ηγέτες την εποχή της κρίσης. Οι οπαδοί του Γιώργου Παπανδρέου είχαν θυμώσει μαζί του για την εντύπωση που έδινε πριν το Καστελλόριζο ότι δεν ήξερε τι ήθελε (ήξερε βέβαια πως αν ζητούσε χρήματα θα έμπαιναν όροι). Και η Μέρκελ υπονοεί στο βιβλίο πως ο Έλληνας ηγέτης δεν έλεγε αυτό που ήθελε, μάλιστα φτάνει στο σημείο να σαρκάσει τον πρώην πρωθυπουργό. «Προετοίμασε τους συμπολίτες του για μια δύσκολη περίοδο, μίλησε για μια νέα Οδύσσεια και έκλεισε το διάγγελμά του (σ.σ.: από το Καστελλόριζο) με την εξής δραματική διατύπωση: “Ξέρουμε τον δρόμο για την Ιθάκη και έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά”. Αναφερόταν στον Οδυσσέα, ο οποίος περιπλανήθηκε για δέκα χρόνια μετά τη μάχη της Τροίας, έχασε όλους τους συντρόφους του και επέστρεψε στο νησί του, την Ιθάκη, μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο» (σελ. 433).
Για τον Σαμαρά, που αποκήρυξε ως αντιπολίτευση στο Ζάππειο το πρώτο μνημόνιο, γράφει: «Απέτυχε να εφαρμόσει πλήρως τις μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο δεύτερο πρόγραμμα διάσωσης» (σελ. 451).
Και ο Τσίπρας; Γιατί τον χαρακτηρίζει συμπαθητικό; Γιατί μοιάζει να τον θαυμάζει; Ίσως γιατί πήρε ένα «όχι» και το έκανε «ναι». Η Μέρκελ εξοργίστηκε με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, αλλά ο Τσίπρας έπρεπε να αποδείξει στους ψηφοφόρους του ότι έκανε τα πάντα για να υλοποιήσει το «go back Mrs Merkel». «Προσπαθήσαμε να βρούμε έναν τρόπο ώστε η νέα ελληνική κυβέρνηση να εκπληρώσει τις απαιτήσεις της τρόικας χωρίς να χρειάζεται να αθετήσει προεκλογικές υποσχέσεις. Κάτι σαν τον τετραγωνισμό του κύκλου δηλαδή. Πριν από το δείπνο (σ.σ.: στην πρώτη επίσκεψη του Τσίπρα ως πρωθυπουργού στο Βερολίνο τον Μάρτιο του 2015) δόθηκε μια συνέντευξη Τύπου, στο πλαίσιο της οποίας ο Τσίπρας και εγώ προσφέραμε ένα μικρό επικοινωνιακό έργο τέχνης: φιλικό, προσηνές ύφος και οι δύο, καμία υπαναχώρηση από κανέναν από τους δύο. Οι διαφορές ήταν μεγάλες, το ίδιο και η βούληση να βρεθεί λύση στο αδιέξοδο» (σελ. 453).
Όταν ο Σαρκοζί, πέντε χρόνια πριν, είχε πει στη Μέρκελ ότι η Ελλάδα χρειαζόταν χρήματα για να σωθεί, αυτή του είχε απαντήσει «χρήματα δεν μπορώ επ' ουδενί να διαθέσω», καθώς «ένας από τους σημαντικότερους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκε η ένταξη της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση ήταν η ρήτρα μη διάσωσης, δηλαδή η υποχρέωση κάθε κράτους να επωμίζεται την αποπληρωμή των δικών του χρεών» (σελ. 429). Σε τρεις μήνες, η Άνγκελα Μέρκελ έβαλε την κοινοβουλευτική της ομάδα να ψηφίσει υπέρ των πρώτων δισεκατομμυρίων σε δάνεια προς την Ελλάδα (22,5 δισ. από τα συνολικά 80 σε διμερή δάνεια της Ευρωζώνης).
Καθώς όμως η φωτιά της κρίσης δεν έσβηνε, εφευρέθηκε στη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Μόσχα, από τον σύμβουλό της Γενς Βάιντμαν, ο μόνιμος μηχανισμός διάσωσης της Ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα ήταν να διατεθούν αλλά 100 δισεκατομμύρια ευρώ. Ποιοι τα ψήφισαν αυτά; Μα οι βουλευτές που είχαν ορκιστεί να κάνουν τα αντίθετα. Δεν βλέπετε μια παραλληλία στον τρόπο που ο αριστερός ηγέτης της Ελλάδας και η χριστιανοδημοκράτης πολιτικός από το Βερολίνο δουλεύουν με τα κοινά τους, πετώντας τις αλήθειες του χθες;

Η αρχή της Μέρκελ είναι δανεισμένη από την φυσική: trial and error, αν δουλεύει κάτι το εφαρμόζεις, αλλιώς τι σε νοιάζει η αλήθεια σου του χθες; Το ίδιο όμως δεν επιχείρησαν να κάνουν και οι άλλοι Έλληνες πολιτικοί που διαχειρίστηκαν την κρίση; Δεν έχει απειλήσει ο Παπανδρέου με δημοψήφισμα μετά την ανακοίνωση του πρώτου κουρέματος; Τελικά από ό,τι φαίνεται, για τη Μέρκελ στην πολιτική το μόνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα, ο σχηματισμός της πλειοψηφίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και για την ίδια «κόκκινες γραμμές». Όταν οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες του κόσμου βάζουν τον πρόεδρο του Μεξικού να της εξηγήσει γιατί πρέπει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να γίνει κάτι σαν τη FED, εγγυώμενη απεριόριστο χρέος, ο Μεξικανός τη ρωτάει αν θα καλούσε τον μεγάλο αδελφό της να την υπερασπισθεί, «αν δεχόταν επίθεση από μεγαλύτερα αγόρια». «Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν μπορώ να ζητήσω βοήθεια από τον αδελφό μου. Πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνη μου» (σελ. 449). Παρ' όλα αυτά στη βιογραφία της παραδέχεται ότι το παράδειγμα της τσιγκούνας Σουαβής νοικοκυράς που επιστράτευσε για να κολακεύσει το κοινό της ήταν επαρχιώτικο και μικρόψυχο (σ.σ.: η Σουαβή νοικοκυρά είναι το συνώνυμο της τσιγκουνιάς, αλλά θεωρείται στη Γερμανία το συνώνυμο της ενάρετης διαχείρισης).
Παρ΄ ότι δεν βρίθει αναφορών το βιβλίο τους, οι Μέρκελ-Μπάουμαν μιλούν συνήθως κολακευτικά για τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Γράφουν όμως ότι τον φοβούνται για τη σκληρή πλευρά του χαρακτήρα του. Σε ένα άλλο βιβλίο για τη Μέρκελ (Η πρώτη, ο δρόμος της Άνγκελα Μέρκελ προς την εξουσία, Αμβούργο, 2005), η καλύτερη βιογράφος της, Έβελιν Ρολ, παίζει έναν παιχνίδι με τον Σόιμπλε: Τον ρωτάει τι ενδιαφέρει τη Μέρκελ στο «παιχνίδι της πολιτικής» – το ίδιο το παιχνίδι, δηλαδή η καθαρή εξουσία, ή κάποιο θέμα για το οποίο έχει πεισθεί ότι θα μπορούσε κάτι να αλλάξει; «Μπορώ να βάλω δύο σταυρούς;» ρωτά ο Σόιμπλε με τη σειρά του, εννοώντας αν του επιτρέπεται να δώσει δύο απαντήσεις. Για να προσθέσει: «Εάν όμως πρόκειται να ισχύσει μία μόνο απάντησή μου, τότε θα έλεγα: την ενδιαφέρει περισσότερο η εξουσία». «Και είναι αυτή καλή προϋπόθεση για να κάνεις πολιτική σήμερα;» ρωτάει η Έβελιν Ρολ. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στο σημείο αυτό, είναι καταφατικός. «Νομίζω πως ναι», απαντά.
Δεν υπάρχουν σχόλια