Ο ΜΠΑΛΖΑΚ Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ…
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Φελνίκος
Στη «Μήδεια» ο Ευρυπίδης αποφαίνεται: «Πένητα φεύγει πας τις εκποδών φίλος» ήγουν
«Όλοι αποφεύγουν τον φίλο που φτώχυνε». Αυτό συμβαίνει και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από τα ψηλά του 36% και 32% έπεσε στο 18% και στο 15% και τώρα προσπαθεί να κρατηθεί στο 7-8%, ευρισκόμενος πίσω από το ΚΚΕ, αλλά και το κόμμα του Βελόπουλου. Το ίδιο έπαθε και ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει βασιλιάς, ο Stefanos Κασσελάκης. Πήρε τα κλειδιά της Κουμουνδούρου επειδή όπως είπε στους συντρόφους του Τσίπρα μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Τελικά ο «Αμερικάνος φίλος» στην τελευταία δημοσκόπηση (της Prorata) έρχεται τελευταίος στην εκτίμηση των πολιτών (1,5%) για την πρωθυπουργία. Περισσότερο εμπιστεύονται οι ψηφοφόροι τον Χαρίτση, τη Λατινοπούλου, την Κωνσταντοπούλου, τον Κουτσούμπα και τον Βελόπουλο για να τους κυβερνήσει παρά τον προϊστάμενο της Τζάκρη και της Μάλαμα.
Παραφράζοντας τον Μπαλζάκ θα λέγαμε πως συγκρινόμενη η απεραντοσύνη των ελπίδων με τη μετριότητα των επιδόσεων είναι και ο λόγος που βαίνει αυξανόμενη η φτωχοποίηση της Αριστεράς. Φτωχοποίηση που δεν οδηγεί όμως και σε ενίσχυση του παραδοσιακού δικομματισμού. Το ΠΑΣΟΚ δεν εισπράττει τόσο όσο χρειάζεται για να εμπεδωθεί στη συνείδηση των πολιτών ως η επόμενη κυβέρνηση, ενώ η πτωτική πορεία της ΝΔ σπρώχνει ολοένα και περισσότερο την αυτοδυναμία, στις επόμενες εκλογές, στην περιοχή του ανέφικτου. Η δραματική μείωση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, η υποχώρηση της ΝΔ, η άνοδος, χωρίς όμως κυβερνητική δυναμική, του ΠΑΣΟΚ οδηγούν σε κατακερματισμό του συστήματος. Είναι μάλιστα ισχυρή η πιθανότητα (ή τέλος πάντων δεν μπορεί να αποκλειστεί) στα έδρανα της επόμενης Βουλής να κάθονται οι βουλευτές δέκα κομμάτων! Κάτι εξόχως προβληματικό για την κυβερνητική σταθερότητα.
Δεν θα ήταν υπερβολή εάν υποστηρίζαμε πως το κομματικό σύστημα τείνει προς την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί τον Μάϊο του 2012 με μόνη ίσως διαφορά τα ελαφρώς ενισχυμένα ποσοστά των δύο πρώτων κομμάτων. Σε κάθε πάντως περίπτωση οδηγούμαστε σε έναν καχεκτικό δικομματισμό. Για να σχηματιστεί κυβέρνηση θα πρέπει να συμφωνήσουν είτε τα δύο πρώτα κόμματα είτε το πρώτο με δύο μικρότερα. Η αυτοδυναμία, με το υφιστάμενο εκλογικό σύστημα, θα πρέπει να ξεχαστεί ως σύστημα διακυβερνήσεως της χώρας και τα κόμματα θα πρέπει -από τώρα, χωρίς κομπορρημοσύνες και με την προσήκουσα σοβαρότητα- να επεξεργαστούν πολιτικές συμμαχιών και συνεργατικών κυβερνητικών σχημάτων.
Τα ανωτέρω, κι αυτό είναι το παρήγορο, αρχίζουν και προβληματίζουν σοβαρά και εντόνως τα μετριοπαθή στελέχη των κομμάτων. Και πρωτίστως της ριζοσπαστικής, το πάλαι ποτέ, Αριστεράς, της οποίας το πρόβλημα είναι διπλό. Αφενός, για να ξαναγίνει, μέσω των συνεργασιών, «κυβερνώσα» και αφετέρου επειδή θα πρέπει να επαναφέρει στον κορμό της τα αποσχισθέντα μέλη της. Άσκηση μεγάλης δυσκολίας, αλλά είναι μονόδρομος. Και η δυσκολία της γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή απουσιάζει και η ηγεσία που θα μπορούσε να το καταφέρει. Ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας, στον οποίον οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ εναποθέτουν τις ελπίδες τους, δεν μπορεί, τουλάχιστον σε προβλεπτό χρόνο, να είναι « ο πλαστουργός της νιάς ζωής» της πληθυντικής Αριστεράς. Όχι μόνον επειδή στην κοινωνική πλειοψηφία συνεχίζει να είναι «σημαδεμένος», εξάλλου το λεγόμενο «αντισύριζα μέτωπο» αυτόν είχε ως αιχμή, αλλά και επειδή δεν είναι αποδεκτός από την πολιτική πλειοψηφία της κεντροαριστεράς, στην οποίαν κυριαρχεί το ΠΑΣΟΚ.
Ακόμη και στην πλειονότητα των στελεχών της Νέας Αριστεράς, το όνομα του Τσίπρα, σε ρόλο πρωταγωνιστή, σε πιθανή συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί κόκκινο πανί. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για τον Τσίπρα στα κόμματα της Ζωής Κωνσταντοπούλου (Πλεύση Ελευθερίας), του Γιάνη Βαρουφάκη (ΜΕΡΑ25) και του Stefanos Κασσελάκη (ΚΙΔΗ), τα οποία όμως, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις αθροίζουν ένα ποσοστό που προσεγγίζει το 10% και μαζί με τη Νέα Αριστερά, του Αλέξη Χαρίτση, είναι σίγουρα διψήφιο. Ως εκ τούτου την επιστροφή Τσίπρα, σε ρόλο πρωταγωνιστή, μέχρι τις επόμενες εκλογές θα πρέπει να την αποκλείσουμε. Αυτή άλλωστε είναι και η κυρίαρχη εκτίμηση όσων βουλευτών και στελεχών ασχολούνται με τις παρασκηνιακές ζυμώσεις στην Κουμουνδούρου και στα τέσσερα κόμματα (ΝΕΑΡ, ΠΛΕΥΣΗ, ΜΕΡΑ25, ΚΙΔΗ) που έχουν ξεπηδήσει από τη μήτρα της.
«Το rebranding του Αλέξη επιβάλλει να βρίσκεται στην επικαιρότητα και όχι στην αφάνεια», μάς λένε, ενώ κάποιοι πικρόχολοι συμπληρώνουν: «Για να συνεχίσει να έχει, μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης, διεθνή δραστηριότητα, θα πρέπει να είναι βουλευτής στο ελληνικό κοινοβούλιο και με όσα γίνονται στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πρέπει να αισθάνεται και τόσο σίγουρος επειδή ακόμη κι αν δεν χρειάζεται, ως πρώην πρωθυπουργός, σταυρό προτίμησης θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εκλογική περιφέρεια που θα είναι υποψήφιος (τώρα είναι στην Α’ Πειραιώς) να εκλέξει βουλευτή». Πέρα από το τι επιβάλλει το rebranding ή τα σχόλια των πικρόχολων η αλήθεια είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει τη λογική Κιγκινάτου, δεν περιμένει δηλαδή να τον φωνάξει ο λαός όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Και ενώ έχει άριστη σχέση με τον Καραμανλή, ο Αλέξης διαφέρει από τον Κώστα στο εξής: Ο Καραμανλής, σε όσους εκ των συνομιλητών του τον προτρέπουν να ασχοληθεί με τα πολιτικά πράγματα, λέει: «Από τη γενιά μου εγώ έγινα αρχηγός μεγάλου κόμματος και πρωθυπουργός. Ας ψάξουν άλλον».
Αντίθετα, ο Τσίπρας θέλει να επιστρέψει και ψάχνει τον τρόπο που θα το επιτύχει. Έφτιαξε Ινστιτούτο, προσπαθεί να συγκροτήσει πολιτική ομάδα με τεχνοκρατικές ικανότητες, ολοένα και πιο συχνά με ομιλίες του δίνει οδηγίες προς (κεντροαριστερούς) ναυτιλομένους. Και φυσικά, στο παρασκήνιο, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον «καθαρμό» του ΣΥΡΙΖΑ από τον «ιό» Κασσελάκη, τον οποίον όμως αυτός ήταν που τον μετέφερε στο κόμμα και στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να μην περάσει, το 2023, η Κουμουνδούρου στα χέρια της Αχτσιόγλου, του Τζανακόπουλου, του Φίλη και του Τσακαλώτου. Είτε επειδή θεωρούσε πως με αυτούς επικεφαλής ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετατρέπονταν σε ένα μικρό και πούρο αριστερό κόμμα είτε επειδή με την Αχτσιόγλου επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ η μελλοντική επιστροφή του θα συναντούσε περισσότερα και μεγαλύτερα εμπόδια απ’ ότι με τον αστακοκαραβοκύρη της Φλόριντας.
Τώρα, και μετά τα όσα κωμικοτραγικά άμα και εξευτελιστικά που συνέβησαν ο Τσίπρας, δηλώνει σε συνομιλητές του, ότι θα κάνει ότι χρειαστεί για να ενωθούν ο ΣΥΡΙΖΑ με τη Νέα Αριστερά. Τουλάχιστον, αυτό είπε ο Στέφανος Τζουμάκας, ότι του είπε ο Αλέξης προκειμένου να τον πείσει να επιστρέψει στο κόμμα, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, ο Τζουμάκας θεωρεί «ξεπερασμένο» και «τελειωμένο», εφόσον δεν αλλάξει στρατηγική, δομές και πολιτική συμμαχιών και συνεχίσει να κινείται με λαϊκομετωπικές λογικές. Εάν δεν το πράξει η επικαιρότητα θα συνεχίσει να κυνηγάει τον Τσίπρα επειδή, κατά τον ίδιον, θα αποδεικνύεται ότι «υπάρχει έλλειμμα από τους παρόντες». Και εφόσον υπάρχει έλλειμμα «δεν θα παραμένω βουβός, αλλά θα παρεμβαίνω με τον τρόπο μου στα πράγματα» δήλωσε σε εκδήλωση για τα 50 χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο Αλέξης. παρέμβαση η οποία όμως δεν θα παραπέμπει στη σύμπηξη Λαϊκού Μετώπου, όπως στη Γαλλία, αφού, όπως είπε, σε κάθε χώρα είναι διαφορετικές οι συνθήκες και οι ανάγκες.
Δεν έχουν όμως όλοι την ίδια προσέγγιση των πολιτικών και κομματικών υποθέσεων με τον Τσίπρα. Για παράδειγμα ο Νίκος Παππάς και ο Παύλος Πολλάκης συνεχίζουν να νοιώθουν άβολα με μια πιθανή συνεργασία με τους «αποστάτες» της Νέας Αριστεράς. Το ίδιο όμως αισθάνονται και οι περισσότεροι της Νέας Αριστεράς για τους δύο πρώην συντρόφους τους. Αισθήματα που μπορεί να μην συμμερίζονται Φάμελος και Χαρίτσης, που όμως κατανοούν, όπως λένε σε συνομιλητές τους, την αλλεργία, ένθεν κακείθεν, των συντρόφων τους. Και επειδή και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι ο ένας χρόνος διαζυγίου είναι λίγος για να γιατρέψει τις πληγές εμφανίζονται διατεθειμένοι να δώσουν ακόμη έναν χρόνο, μέχρι το Φθινόπωρο του 2025, για να μπορέσουν να επανασυνδεθούν, υπογράφοντας ένα Προγραμματικό Σύμφωνο πολιτικών συμπτώσεων και οργανωτικής, αρχής γενομένης από το Κοινοβούλιο, συμβίωσης. Το Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας είναι ο σηματωρός της Νέας Αριστεράς, αλλά όχι και του ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, το απέρριψε και ο Τσίπρας λέγοντας ότι σε κάθε χώρα είναι διαφορετικές οι συνθήκες και οι ανάγκες.
Βέβαια, με τον Ανδρουλάκη και τον Τσίπρα να στρίβουν άλα γαλλικά από τέτοια πολιτικά Μέτωπα το μόνο που απομένει σε Χαρίτση και Φάμελο είναι να συγκροτήσουν ένα μικρό, μεταξύ τους, Μέτωπο Συνεργασίας των δύο όμορων κομμάτων, αφού ούτε με τη Ζωή ούτε με τον Βαρουφάκη ούτε με τον Κασσελάκη μπορεί να υπάρξει όσμωση. Πάντως, κοινή κοινοβουλευτική ομάδα των δύο δεν μπορεί ακόμη να συγκροτηθεί αφού ακόμη το τοπίο στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ρευστό. Είτε γιατί θα υπάρξουν και άλλες αποχωρήσεις είτε γιατί η ενότητα της Κουμουνδούρου θα δοκιμαστεί εκ νέου εάν ο Παύλος Πολλάκης δεν συμφωνήσει να γίνει αργότερα, τον Ιούνιο ή και τον Σεπτέμβριο, το συνέδριο, όπως ήδη ζυμώνουν ορισμένοι στο παρασκήνιο.
Και μάλλον ευλόγως, αφού η ιδεολογοπολιτική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί, λένε όσοι τάσσονται κατά της διεξαγωγής συνεδρίου τον Μάρτιο, να επιτευχθεί με οργανωτικά αλισβερίσια ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία, όπως αυτή καταγράφηκε, στις 24 Νοεμβρίου, στην εκλογή της νέας ηγεσίας. Επίσης, είναι λάθος να επιχειρηθεί να ξαναγίνει ο ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση μέσω της αριθμητικής ένωσης (25 ο ΣΥΡΙΖΑ συν 11 η Νέα Αριστερά) των δύο κοινοβουλευτικών ομάδων αφού το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αντεπιτεθεί παίρνοντας τουλάχιστον τέσσερεις από τους εννέα βουλευτές που ανεξαρτοποιήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και ενδεχομένως άλλους δύο -η μία είναι η Αθηνά Λινού και η άλλη θα μπορούσε, λένε, να είναι η Νίνα Κασιμάτη, εάν αποφασίσει να κουνήσει κι αυτή μαντήλι στην Κουμουνδούρου- εάν χρειαστεί. Θα ήταν ο πλήρης ευτελισμός, λένε, να παίζουμε τις …κουμπάρες με το ποιός είναι αξιωματική αντιπολίτευση.
Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο φαίνεται να παίζουν τις «κουμπάρες» είναι και το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τον Χρήστο Ράμμο πρότεινε ο Χαρίτσης. Υπέρ της Σακελλαροπούλου τάχτηκε ο Τσίπρας. Αριστερό Πρόεδρο θέλει ο Παππάς, μάλλον τον Δραγασάκη εννοεί και όχι τον Τσίπρα ή τον Κωνσταντόπουλο, όπως έλεγαν κάποιες φήμες. Τη Λούκα Κατσέλη προτείνει ο Φαραντούρης. Πάντως, ο Πολλάκης και ο Γκλέτσος δεν έχουν, προσώρας τουλάχιστον, δηλώσει προτίμηση για το πρόσωπο που θα ήθελαν να διαδεχθεί στο ύπατο αξίωμα την Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Θα ασχοληθούμε αργότερα με το θέμα δηλώνουν ο Ανδρουλάκης και η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Το πρώτο, και σχετικά εύκολο, βήμα για τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων θα ήταν μια κοινή υποψηφιότητα για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Όμως ακόμη και σε αυτό, ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζεται να συμπεριφέρεται με μειωμένη πολιτική σοβαρότητα. Ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του με αποτέλεσμα να δικαιώνονται όσοι υποστηρίζουν ότι ο Φάμελος παρέλαβε ένα «πολιτικό μπουλούκι», όχι κόμμα, και δύσκολα θα μπορέσει να το διοικήσει.
Εξυπακούεται πως ευνοημένος από τη προεδρική αριστερή Βαβέλ είναι ο Μητσοτάκης. Ενώ ήταν αυτός που είχε, υποτίθεται, το πρόβλημα αφού αρκετοί βουλευτές της ΝΔ δεν θέλουν την Σακελλαροπούλου, ενώ ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά για τον Σαμαρά, τον Καραμανλή, τον Δένδια και τον Τασούλα, αυτοί που τελικά γίνονται άνω κάτω είναι στον ΣΥΡΙΖΑ. «Ευτυχώς ζούμε πολύ και βλέπουμε πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε», μας λέει με χιούμορ, αλλά και απογοήτευση παλαίμαχος της αριστεράς και πρωταγωνιστής από θέσεις ευθύνης και με ισχυρό αποτύπωμα στην πολιτική ζωή και το δημόσιο βίο.
Και βέβαια ευνοημένο εμφανίζεται και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όχι μόνον έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και εδραιώνεται δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, μειώνοντας τη διαφορά από τη ΝΔ και κερδίζοντας την πρωτοκαθεδρία, από τον ΣΥΡΙΖΑ, στον προοδευτικό χώρο. Το γεγονός ότι πήρε τα σκήπτρα και στον κεντρώο κόσμο οπωσδήποτε συνηγορεί στην περαιτέρω αύξηση της εκλογικής του επιρροής όμως υπάρχει ένα περίπου 27% αριστερόστροφων ψηφοφόρων που προτιμούν το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά, τη Ζωή, τον Βαρουφάκη ακόμη και τον Κασσελάκη. Το ποσοστό αυτό είναι κρίσιμο για το αντιπολιτευτικό λόγο και τις θέσεις που πρέπει εφεξής να έχει το ΠΑΣΟΚ προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη τύχη στο κυβερνητικό παιχνίδι…
Δεν υπάρχουν σχόλια