Ηυπόθεση των Τεμπών δείχνει ότι μάλλον «κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας». Πολλά είναι τα ζητήματα που η υπόθεση αυτή θέτει στον ελληνικό λαό και στο πολιτικό σύστημα.

Μετά και τη δημοσιοποίηση του πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ  κανείς πλέον δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ότι το ανακριτικό υλικό που θα χρησίμευε για την αναδόμηση της αλήθειας εξαφανίστηκε και μάλιστα, εξαφανίστηκε από αυτούς που όφειλαν να το προστατεύσουν.

Η συγκεκριμένη πράξη ξεπέρασε αυτό που η κοινή λογική δέχεται: Ότι δηλαδή, από τον τόπο του εγκλήματος ή τον τόπο του ατυχήματος δεν εξαφανίζουμε τα πειστήρια και το υλικό που τεκμηριώνει πως έγιναν τα πράγματα.

Παράπλευρη αλλά επωφελής συνέπεια τούτου ήταν, ότι κάποιοι ιδιώτες πληρώθηκαν αδρά για την εκσκαφή αυτή. Αν όλα αυτά έγιναν για να αποτραπεί η αποκάλυψη της αλήθειας (δύσκολο να πείσει κάποιος για το αντίθετο) είναι τελικά αδιάφορο, διότι όποιος διαχειρίζεται τέτοιες περιπτώσεις, οφείλει να γνωρίζει.

Η καταστροφή τέτοιας έκτασης και υφής ανακριτικού υλικού δεν έχει προηγούμενο στην Ελλάδα και κυρίως, δεν μπορεί να συμβαίνει σε Δημοκρατίες.

Και το ζήτημα είναι ακριβώς αυτό: ότι μια τέτοια πράξη πλήττει ευθέως το Πολίτευμα.

Η Δημοκρατία δεν είναι ένας διακοσμητικός τίτλος· έχει υλικό αντίκρισμα και αυτό περιλαμβάνει τη λειτουργία των θεσμών, των διαδικασιών, των εγγυήσεων για τη διασφάλιση δικαιωμάτων και μεταξύ αυτών, τη βεβαιότητα, ότι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε κάθε υπόθεση και κυρίως τη βεβαιότητα ότι ο καθένας θα μπορεί να προβλέψει πως θα εξελιχθεί η μέρα του υπό κανονικές συνθήκες και άρα να είναι ασφαλής.

Πρόκειται επομένως για ένα πολιτικό ζήτημα. Η επικοινωνιακή πρακτική ταύτισης της πολιτικής με τα κόμματα και η ταύτιση των κομμάρων με το «κακό» είναι τάση που διαψεύδεται από την πραγματικότητα και από τις πρόσφατες μαζικές συγκεντρώσεις. 

Επιπλέον αυτό που στο δημόσια ονομάστηκε συγκάλυψη και δεν είναι μόνον ένα σχήμα λόγου: Συνέβη. Το αν έγινε εσκεμμένα ή όχι θα το βρει η έρευνα. Η συγκάλυψη δεν είναι μια πράξη μόνον, ούτε είναι μία διαδικασία που συμβαίνει μόνον με πράξεις, αλλά κυρίως δεν είναι πάντα μια διαδικασία που συμβαίνει με ένα σχέδιο ακριβές και συγκεκριμένο.

Αντίθετα, ξέρουμε ότι η συγκάλυψη ενός εγκλήματος ιδίως σε εγκλήματα που χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα όπως είναι τα εγκλήματα των εταιρειών, τα εγκλήματα του κράτους, τα κρατικο-εταιρικά εγκλήματα αλλά και εκείνα των εγκληματικών οργανώσεων, συμβαίνει μέσα από την εκμετάλλευση και ενίσχυση των κενών του συστήματος.

Δηλαδή, συμβαίνει μέσα από πράξεις αλλά και μέσα από την ανοχή παραλείψεων, λαθών, χαοτικών λειτουργιών, υπερφόρτωση εργασίας των αρμοδίων και σύγχυση αρμοδιοτήτων, αλλά και καλλιέργεια πελατειακών σχέσεων, καθυστερήσεις ώστε να έρθει η παραγραφή κλπ τεχνάσματα, που κατ΄ αρχάς ευνοούν και τη διαφθορά και τη γενικότερη παρανομία. Έτσι γίνεται αναποτελεσματικό ένα σύστημα, δεν πρόκειται επομένως για χρόνιες παθογένειες αλλά για διαχρονικά αποδεκτές αποκλίσεις από αυτό που επίσημα είναι η λειτουργία ενός φορέα και που συγκροτούν δομικά στοιχεία συγκεκριμένων σχέσεων σε ένα πολιτικό σύστημα σαν το δικό μας.

«Απλά» σε ένα τέτοιο πλαίσιο γίνεται δεκτή και η πιθανότητα να συμβεί μια «παράπλευρη απώλεια». Δύσκολα επομένως μπορεί να πειστεί ο κόσμος, ότι αυτό όσα συνέβησαν μετά το έγκλημα δεν αποτελούν μέρος ενός αυτοματοποιημένου συστήματος αποπροσανατολισμού των όποιων ερευνών: και σε αυτό βοηθά το χάος, η λεγόμενη «ανοργανωσιά» των υπηρεσιών, η υπερφόρτωση εργασίας και όσα προανέφερα.

Κατ΄ επέκταση η υπόθεση των Τεμπών θέτει σαφώς ένα ζήτημα λειτουργίας της Δικαιοσύνης και γενικότερης εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Αν η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη κλονίζεται, και εάν αυτός ο κλονισμός έχει βάση, τότε είμαστε ενώπιον του μοναδικού δικαίου που μπορεί να ισχύει, δηλαδή του δικαίου του ισχυρού.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει και απασχολεί το δημόσιο λόγο και σήμερα. Ακόμα και οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν αντιδράσει μέσω της Ένωσης τους στην αμφισβήτηση της δικαιοκρισίας τους και έχουν θέσει μια σειρά από προτάσεις για την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους.

Το γεγονός ότι εκ του νόμου «προβλέπεται» ο εναγκαλισμός των δικαστών με την κάθε κυβέρνηση, είναι πρόβλημα διαχρονικό και σοβαρό, όπως είναι και ο τρόπος ανέλιξης- κρίσεων στη ιεραρχία του σώματος σε τέτοιους θεσμούς (π.χ και στην αστυνομία). Η ανεξαρτησία αυτών των θεσμών επομένως όταν συμβαίνουν εγκλήματα, όπως αυτό των Τεμπών, είναι το πρώτο πράγμα που τίθεται σε αμφισβήτηση από τους πολίτες.

Αλλά σχετικό με τα παραπάνω είναι ένα τελευταίο ζήτημα που θέτει η υπόθεση των Τεμπών και αφορά την ατιμωρησία. Η ατιμωρησία έχει πολλαπλά νοήματα και εκδηλώσεις. Ο λόγος εξαιτίας του οποίου έχει διαδοθεί αυτή η εντύπωση, είναι οι αποφάσεις της ίδιας της Δικαιοσύνης για μια σειρά υποθέσεων που αφορούσαν τα μεγάλα σκάνδαλα της προηγούμενης εικοσαετίας.

Η ατιμωρησία δεν είναι απλά μια κατάσταση, όπου κάποιοι δεν υποβάλλονται στις προβλεπόμενες κυρώσεις. Είναι και μια κατάσταση, που το πλαίσιο της έχει ήδη λειτουργήσει εκ των προτέρων η επιλεκτικότητα του ποινικού νόμου, οι πρακτικές συγκάλυψης που προανέφερα, όπου ορισμένα κακουργήματα  (που κατά κανόνα αφορούν ισχυρούς δράστες) μεταπίπτουν σε πλημμελήματα, οι διαδικασίες σε βάρος των δραστών τους κινούνται μόνο μετά από έγκληση κλπ, ζητήματα που έχουν απασχολήσει τα τελευταία χρόνια.

Το μεγαλύτερο «επίτευγμα», όμως, της ατιμωρησίας είναι αφανές: Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον να μπουν στη φυλακή οι υπεύθυνοι, ή να αναγνωριστεί η ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων, επειδή αυτούς θα τους ακολουθήσουν άλλοι: διευθυντές και διευθύνοντες σύμβουλοι, υπουργοί ακόμα και πρωθυπουργοί αλλάζουν, το ίδιο και οι εταιρείες. Το πρόβλημα και το βασικό διακύβευμα είναι να μείνουν τα πράγματα ίδια και να διατηρηθεί ένα σύστημα που λειτουργεί προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων κάθε φορά.

Το αίτημα για δικαιοσύνη επομένως, δεν μπορεί να αφορά μόνο το ίδιο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης αλλά πρέπει να αφορά γενικά το πως λειτουργεί η Δημοκρατία στην καθημερινότητα μας, δηλαδή, ένα αίτημα να γίνουμε μια «κανονική χώρα», που φαίνεται να το έχουμε ξεχάσει.

  • Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο