Κώστας Δουζίνας / Τα παράδοξα της δικαιοσύνης
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Οι Πλατωνικοί διάλογοι στην αρχή της δυτικής φιλοσοφίας εμφανίζουν την δύναμη της λογικής στην κατανόηση της ηθικής και της δικαιοσύνης περιορισμένη.
Πίσω από τους περίτεχνους διαλόγους για τη δικαιοσύνη κρύβεται το έσχατο επιχείρημα του Σωκράτη: η θυσία του στο βωμό μιας δικαιοσύνης που δεν μπορεί να οριστεί ή να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
Ο Σωκράτης δεν αντιπροσωπεύει τον θρίαμβο της λογικής, όσο την πρώτη σαφή διατύπωση του παράδοξου ή της απορίας της δικαιοσύνης: το να είναι κανείς δίκαιος σημαίνει να ενεργεί δίκαια, να δεσμεύεται σε ένα πλαίσιο σκέψης και να ακολουθεί μια πορεία δράσης που πρέπει να έχει αποδεχτεί πριν από την έλλογη αιτιολόγηση της. Η πολιτική φιλοσοφία είναι η ιστορία των διανοητικών προσπαθειών να οριστεί η δικαιοσύνη. Οι προσπάθειες έχουν εν μέρει αποτύχει, αλλά η αίσθηση της αδικίας επιμένει και συνεχίζει να κτίζει και να μεταρρυθμίζει νομικά και ηθικά συστήματα. Η δικαιοσύνη δεν είναι πλήρως αυτού του κόσμου. Είναι παγιδευμένη σε μια αδιάκοπη κίνηση μεταξύ γνώσης και πάθους, λογικής και δράσης, ορθολογισμού και μεταφυσικής, των επίγειων και των επουράνιων.
Στη νεωτερικότητα, η οργανική σχέση μεταξύ του ηθικού και του νομικού στοιχείου της δικαιοσύνης ατόνησε. Όπως υποστήριξε ο μεγάλος Αριστοτελικσός φιλόσοφος Άλαστερ ΜακΙνταιρ, ζούμε στην εποχή μιας βαθιάς “ηθικής καταστροφής”, μιας ριζικής κατάρρευσης της κοινής ηθικής και συστηματικού ξεριζώματος των κοινοτήτων αξιών και αρετής.
Οι σύγχρονες «δεοντολογικές» θεωρίες της δικαιοσύνης συνδέονται με την προσπάθεια του Καντ να συμφιλιώσει την ελευθερία, τον ορθολογισμό και την ηθική εστιάζοντας στη μορφή του νόμου και του καθήκοντος. Η ηθική ταυτίζεται με καθολικούς κανόνες ή αρχές, οι οποίες είτε θεμελιώνονται στη λογική είτε, στους σύγχρονους νεοκαντιανούς, ακολουθούν τις καθολικές προϋποθέσεις της επιχειρηματολογίας. Αποτελούν κανόνες που έχουν μόνο μορφή όχι περιεχόμενο. Η ανακάλυψη του Καντ ήταν ότι στη νεωτερικότητα η ηθική ισούται με την υποταγή στο νόμο όχι με την στράτευση στο κοινό καλό και την αρετή. Αλλά η υποταγή και η συμμόρφωση με το καθήκον δεν οδηγούν σε ικανοποίηση αλλά σε δυσφορία – μια διαπίστωση που ανέπτυξε η ψυχανάλυση. Η δικαιοσύνη δεν ακολουθεί πια τις προσδοκίες της ψυχής. Λειτουργεί με την οδύνη που η λογική επιβάλλει στην επιθυμία.
Το χάσιμο της πίστης σε κοινές αξίες και η απροσδιοριστία της δικαιοσύνης οδήγησαν στον ισχυρισμό ότι η ηθική και η πολιτική πρέπει να κρατηθούν μακριά από το δίκαιο. Έτσι οδηγηθήκαμε στην παλλαϊκή αίσθηση ότι η δικαιοσύνη έχει αποτύχει. Έχει ηττηθεί στις αποτυχίες του νομικού συστήματος, στις φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις, στις επιθέσεις στους προσφυγές, στη θεσμική βία, στα νομικά τερατουργήματα των “ανθρωπιστικών” πολέμων, στην γενοκτονία της Γάζας και την καταστροφή του διεθνούς δικαίου. Το έγκλημα στα Τέμπη, οι τηλεφωνικές υποκλοπές, η απουσία ουσιαστικής έρευνας για το ναυάγιο της Πύλου, η αντιμετώπιση των θυμάτων βιασμού και σεξουαλικής βίας έχουν οδηγήσει στην πλήρη απαξίωση της δικαστικής εξουσίας που συστηματικά παραβιάζει την δικαιοσύνη.
Ο Μισέλ Φουκό έχει αποκαλέσει τους μεγάλους νομικούς του 18ου αιώνα “παγκόσμιους διανοούμενους”: “Ο άνθρωπος της δικαιοσύνης, ο άνθρωπος του δικαίου, αυτός που αντιπαραθέτει στην εξουσία, στον δεσποτισμό, στις καταχρήσεις και την αλαζονεία του πλούτου, την καθολικότητα της δικαιοσύνης και την ισότητα ενός ιδανικού νόμου”. Σήμερα έχουμε χάσει την πίστη μας στην οικουμενικότητα του δικαίου, στην ικανότητα μιας ιδανικής δικαιοσύνης και στην δίκαιη κρίση των δικαστών. Τι σημαίνει «δικαιοσύνη» στον κόσμο της γνωσιακής και ηθικής αβεβαιότητας;
Η θεωρία της δικαιοσύνης είναι το παλιότερο αντικείμενο και η μεγαλύτερη αποτυχία της ανθρώπινης σκέψης. Από τον Όμηρο και τη Βίβλο ως τον Πλάτωνα, τον Μαρξ και τους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, τα καλύτερα μυαλά και οι πιο φλογερές καρδιές προσπάθησαν να ορίσουν τη δικαιοσύνη. Απέτυχαν.
Κάθε φορά που μια θεωρία δικαιοσύνης εφαρμόστηκε στην πράξη, σύντομα δημιούργησε μια αίσθηση αδικίας που οδήγησε στην αντίσταση, την εξέγερση, την επανάσταση. Η ζωή αρχίζει με την αδικία και εξεγείρεται εναντίον της. Η σκέψη την ακολουθεί, ξεκινώντας με το στοχασμό πάνω στη δικαιοσύνη και καταλήγοντας σε μία ακόμα περίπτωση αδικίας. Η θεωρία της δικαιοσύνης είναι οικονομική: οι διανεμητικές της αρχές προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις απολαύσεις με τα πάθη, να κλείσουν τους κοινωνικούς λογαριασμούς, να κάνουν τους ανθρώπους να αποδεχτούν το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα ή κάποιο άλλο που έρχεται. Η αδικία από την άλλη είναι αντιοικονομική, διότι ο πόνος δεν μπορεί να υπολογιστεί. Η άγνωστη ιστορία της υπερβαίνει το δίκαιο και την οικονομία – παραβιάζει την καλή τάξη και τη νομική ευπρέπεια και επιμένει ότι η εξουσία και οι προσταγές των θεσμών δεν είναι ποτέ πλήρως αποδεκτές. Η μόνη αιώνια αρχή είναι η αντίσταση στην αδικία. Η αδικία υπερβαίνει πάντα το μέτρο και την τάξη. Αυτός είναι ο λόγος γιατί η αδικία ανήκει στα πάθη, στα παιδιά και στους ποιητές. Αλλά χωρίς την αίσθηση της αδικίας, κάθε συζήτηση για τη δικαιοσύνη θα παρέμενε άχρηστη, ένα παιχνίδι όσων είναι ικανοποιημένοι με την κατάσταση του κόσμου. Το βλέπουμε κάθε μέρα.
Η βεβαιότητα της αδικίας
Μας περιτριγυρίσει η αδικία, αλλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η δικαιοσύνη. Το μεγάλο παράδοξο της δικαιοσύνης είναι ότι, ενώ η αρχή της έχει θολώσει από διαφωνίες, αβεβαιότητα και αμφισβητήσεις, η αδικία γίνεται πάντοτε αισθητή με βεβαιότητα και δημιουργεί αίσθηση επείγοντος. Ο Μαρξ παρουσίασε τις αδικίες του καπιταλισμού με τον πιο έντονο τρόπο, αλλά δεν ανέλυσε τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης. Οι καπιταλιστικές κοινωνίες γεννούν ατέλειωτες συζητήσεις περί δικαιοσύνης, αλλά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της. Η Πολιτεία του Πλάτωνα όπως και η ιδέα του κομμουνισμού εμπνέονται από την αδικία των θεσμών και τις αποτυχίες των συμβατικών θεωριών παρά από ένα σαφές όραμα της επερχόμενης ουτοπίας. Αναγνωρίζουμε την αδικία όταν τη συναντάμε και αισθανόμαστε ότι πρέπει να την καταγγείλουμε και να της επιτεθούμε με την λογική, την φαντασία και, ενίοτε, με πράξεις. Εκατοντάδες χιλιάδες βγαίνουν στους δρόμους για την αδικία των Τεμπών και την γενοκτονία στην Παλαιστίνη με βεβαιότητα και σιγουριά, χωρίς επιφυλάξεις. Αλλά όταν στρεφόμαστε στους όρους της δικαιοσύνης, η βεβαιότητα και το συναίσθημα υποχωρούν.
Το απολύτως σαφές στην απουσία του γίνεται ασαφές και αμφιλεγόμενο στη θετική του διατύπωση. Αυτό που δημιουργεί τα ισχυρότερα συναισθήματα όταν λείπει, γίνεται μια εικασία όταν αναλύουμε την παρουσία του. Η δικαιοσύνη συγκινεί τους ανθρώπους όταν παραβιάζεται, η απουσία της παρακινεί τους ανθρώπους σε δράση. Η αδικία είναι υπόθεση της καρδιάς και της πράξης, η δικαιοσύνη ανήκει στη φιλοσοφία και τη σκέψη, μια ακαδημαϊκή άσκηση που δεν πείθει ούτε ενθουσιάζει. Δεν βγαίνει ο κόσμος στους δρόμους με τις «δύο αρχές της δικαιοσύνης ως fairness», του αγαπημένου στους φιλελεύθερους Rawls, στα λάβαρα του.
Τι γίνεται όμως αν δεν έχουμε μια αρχή ή θεωρία της δικαιοσύνης; Έχουν τα φιλοσοφικά μας προβλήματα εμποδίσει τις εξεγέρσεις των θυμάτων της αδικίας; Δεν αισθάνονται την αδικία όσοι δεν έχουν διαβάσει καμία θεωρία της δικαιοσύνης; Είναι ευκολότερο να αναγνωρίσεις την αδικία παρά να ορίσεις τη δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη παρουσιάζεται στις περισσότερες θεωρίες ως αντικείμενο ορισμού και περιγραφής της μίας και μοναδικής αλήθειας. Η αδικία, από την άλλη πλευρά, είναι ζήτημα συναισθήματος και ευθύνης, ακρόασης και ανταπόκρισης στο κάλεσμα του θύματος. Γι΄ αυτό η λογοτεχνία εκφράζει την απελπισία, τις καταστροφές, τα μεγάλα, τα μικρά και μεγάλα κακά της καθημερινής ζωής καλύτερα από την φιλοσοφία. Η αδικία γίνεται αισθητή από τους καταπιεσμένους, τους αποκλεισμένους, τους εκμεταλλευόμενους, από τα θύματά της. Η θεωρία της δικαιοσύνης, ξεκινάει από κάτω, από την οπτική γωνία των ηττημένων και των καταπιεσμένων. Η αδικία υπερβαίνει τη θεωρία της δικαιοσύνης. Η σκέψη ξεκινά με τη δικαιοσύνη. Η ζωή με την αδικία.
Η αδικία δεν χρειάζεται μια θεωρία πριν γίνει αισθητή και δεν ακολουθεί καθολικά εφαρμόσιμες αρχές. Δεν απαιτεί διάλογο αλλά δράση. Η κατανόηση της αδικίας ξεκινά αναγκαστικά από το θύμα και τα υποκειμενικά του συναισθήματα – την ενσυναίσθηση, την συμπάθεια και τη λογική. Το θύμα της αδικίας δεν είναι το αντίθετο του θύτη, δεν υπάρχει συμμετρία ή αμοιβαιότητα μεταξύ τους.
Σε πολλές περιπτώσεις, ένοχος αδικίας δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος αλλά μια δομή ή ένα σύστημα εξουσίας.
Ο θυμός που προκαλεί η αδικία οδηγεί σε διαμαρτυρία και δράση, αλλά συχνά οι αδικίες ξεχνιούνται. Η αδικία γίνεται εύκολα αόρατη – το αίσθημά της αποσιωπάται ή αγνοείται από την εξουσία που παραπέμπει σε δικαστήρια, σε επιτροπές, στην θεωρητική απολογία της αδικίας. Το όργανο της δικαιοσύνης είναι ένα ειδικά εκπαιδευμένο μάτι. Η αδικία απευθύνεται στο αυτί – πρόκειται για το άκουσμα του πάσχοντος και την ανταπόκριση στα αιτήματά του. Αν η δικαιοσύνη πρέπει να παρουσιαστεί για να εφαρμοστεί, η αδικία πρέπει να ακουστεί για να αναιρεθεί. Η μεγαλύτερη αδικία είναι να μην επιτρέπεται στο θύμα να δώσει μαρτυρία για τα πάθη του, όπως γίνεται με τους πρόσφυγες που επέζησαν το βύθισμα του καϊκιού τους. Τότε η αδικία μετατρέπεται σε πεπρωμένο και το θύμα αισθάνεται ένοχο για τη δική του καταπίεση. Η αδικία δεν είναι το αντίθετο της δικαιοσύνης, λοιπόν, αλλά αυτό που εμποδίζει να τεθεί το ζήτημα της δικαιοσύνης και της αδικίας. Όπως λέει το ρητό, σ’ αυτή την ζωή έχετε το δίκαιο, η δικαιοσύνη είναι για την άλλη. Αλλά αυτό δεν οδηγεί σε εφησυχασμό αλλά σε συνεχή αντίσταση και δράση.
*Το άρθρο αποτελεί προδημοσίευση από την «Επιθυμία του Νόμου» που θα δημοσιευτεί το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Νήσος.
Δεν υπάρχουν σχόλια