ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΛΑΜΑΣ, ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 21Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Οἱ Χαλασοχώρηδες (1892), Α' μέρος
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ « ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ».
Τὸ γλωσσάριο τῶν ἰδιωματικῶν λέξεων και φράσεων ποὺ ἀναφέρονται στοὺς «Χαλασοχώρηδες» προέρχεται ἀπὸ τὴν κριτικὴ καὶ φιλολογικὴ ἔκδοση τῶν ἁπάντων τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλο (ἐκδόσεις «Δόμος»).
- Νὰ τὸ κάμῃ φόρα : νὰ κερνάει ἐλεύθερα ὅλον τὸν κόσμο
- Τραμποῦκος : φιλοδώρημα, ἰδιαίτερα σὲ ἐκλογέα ἢ κομματάρχη
- (μὲ τὰ μοῦτρα) στὴ λαδιά : στὸ ψητό
- Μούχτι : τὰ πολλὰ χρήματα
- Κοντραμπάντους : λαθρεμπόρους
- Μπουλούκια : κοπριὰ γουρουνιῶν, κοπριὰ στάβλου, σκουπίδια.
- (στὴν παρακατινὴ) σκάλα : κοινωνικὴ τάξη
- Κουρμπάνι (γίνομαι) : θυσιάζομαι
- Παρασούβλι : ἄσπρο πανὶ δεμένο στὸ ἄκρο τοῦ γάντζου τοῦ καλαμιοῦ, ποὺ το χρησιμοποιοῦν ὡς παραπλανητικὸ δόλωμα γιὰ νὰ βγαίνει τὸ χταπόδι ἔξω ἀπὸ τὸ θαλάμι του
- Ψυχαράκι : ἀθῶος, ἀπονήρευτος
- Φυσάω (ἐφυσοῦσε) : ἔχω λεφτά, εἶμαι πλούσιος
- Σμιγούς (ψήφους) : μεικτοὺς ψήφους, μὲ «ναὶ» καὶ «ὄχι»
- Γαλιός : γαλέος, σκυλόψαρο
- Ἀ-ρόδο : στὰ ἀνοιχτά
- Ἀ-πρόντο : ἕτοιμοι
- Γιοῦλος : τὸ ψάρι γῦλος
- Παλιοκαϊάσσα : παλιοκάικο. Μεταφορικά, τὸ χούφταλο
- Κουριόζος : περίεργος
Δεν υπάρχουν σχόλια