Στέλιος Κούλογλου / Ο «πράκτορας» Ζαχαριάδης, η Σοβιετική Ένωση και μία ανέκδοτη συνάντηση
Με αφορμή το νέο αποκαλυπτικό του βιβλίο «Νίκος Ζαχαριάδης. Η ζωή και η δράση του μέσα από τα αρχεία του ΚΚΣΕ και της KGB» (εκδόσεις Πεδίο), ο Νίκος Παπαδάτος απαντάει για το αν ο γραμματέας του ΚΚΕ διέθετε μια «εθνική στρατηγική», αναφέρεται εκτεταμένα στις κατηγορίες του «πράκτορα των Βρετανών» που αντιμετώπισε και αποκαλύπτει μία μυστική συνάντηση.
Κύριε Παπαδάτε, τα αρχειακά τεκμήρια που φέρατε στο φως αναδεικνύουν σε σημαντικό βαθμό την εξάρτηση του ΚΚΕ από τις επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά πόσο αυτή η εκτίμηση ευσταθεί και, εφόσον είναι ορθή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Ζαχαριάδης διέθετε πραγματικά μια «εθνική στρατηγική» για την Ελλάδα ή η πολιτική του υπήρξε εξαρχής υποταγμένη στις σοβιετικές γεωπολιτικές στοχεύσεις;
Ο Νίκος Ζαχαριάδης συνδεόταν άμεσα με το σταλινικό πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης. Τι ακριβώς, όμως, υπήρξε αυτή η μορφή πολιτικής διαχείρισης; Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η απόλυτη εξουσία του Στάλιν στην ΕΣΣΔ δεν προήλθε από μία και μόνη εσωτερική πολιτική διαδικασία, ως απόρροια αντιπαραθέσεων μεταξύ των επαναστατών του μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά αποτέλεσε συγκερασμό πολλαπλών εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων.
Ο Στάλιν συνέδεσε το όνομά του με τη ραγδαία εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης. Πράγματι, απέναντι στη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών των δυτικών κρατών, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις εκδήλωναν επιθετική στάση έναντι της Σοβιετικής Ένωσης — όπως άλλωστε μαρτυρούν η δολοφονία του σοβιετικού πληρεξουσίου Βόικοφ στη Βαρσοβία, καθώς και η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων της Αγγλίας με την ΕΣΣΔ (1927) — η Μόσχα αποφάσισε επειγόντως να ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση.
Ήδη από το 1925 οι διαφωνίες μεταξύ των ηγετών του μπολσεβίκικου κόμματος επικεντρώνονταν γύρω από τα ζητήματα της εκβιομηχάνισης και αφορούσαν κυρίως τους ρυθμούς και τις πηγές χρηματοδότησής της. Η αποτυχία της συγκέντρωσης σιτηρών το 1927, η στάση των αγροτών που αρνούνταν να διαθέσουν σιτάρι σε χαμηλές τιμές και η επισιτιστική κρίση που ακολούθησε, οδήγησαν στη λήψη σκληρών μέτρων.
Η άνοδος του Στάλιν στην απόλυτη εξουσία του κόμματος και του κράτους πραγματοποιήθηκε υπό αυτές τις συνθήκες, όταν διακυβευόταν η ίδια η τύχη της πολιτικής καθοδήγησης του σοβιετικού κόμματος και κράτους σε ένα ασταθές μετεμφυλιακό περιβάλλον, απότοκο της επανάστασης και της ξενικής επέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, έως το τέλος του 1930, ο Στάλιν είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του το σύνολο της πολιτικής εξουσίας και να απομακρύνει από τα καθοδηγητικά όργανα όλους τους πιθανούς αντιπάλους, οι οποίοι διέθεταν φιλοδοξίες και αντιπροσώπευαν κίνδυνο για το κύρος του στο κόμμα.
Έχοντας επικρατήσει, η σταλινική φράξια επρόκειτο να κυβερνήσει τη χώρα έως το 1953. Αφού κατόρθωσε να υπερνικήσει τους αντιπάλους του, ο Ι.Β. Στάλιν διαμόρφωσε ένα συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, με καθοδηγητικό κομματικό όργανο τη Γραμματεία της Κεντρικής Επιτροπής, όπου το Πολιτικό Γραφείο απλώς επικύρωνε τις αποφάσεις που αυτή είχε ήδη λάβει.
Η κατάσταση αυτή αντανακλάτο και εντός των δομών της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του φακέλου του, ο Νίκος Ζαχαριάδης φοίτησε στην ΚΟΥΤΒ από το 1923 για ένα έτος και αργότερα, το 1929, επέστρεψε εκ νέου στην ΕΣΣΔ και ξεκίνησε σπουδές στη Διεθνή Λενινιστική Σχολή. Την ίδια χρονιά εντάχθηκε, μάλιστα, και στο κόμμα των Μπολσεβίκων.
Το 1931 τα επιφανή στελέχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς Μπέλα Κουν, Βαλέτσκι, Κολάροφ και Πανόφ συγκρότησαν την επιτροπή που έμελλε να αλλάξει τη σύγχρονη ιστορία του ΚΚΕ. Εκτιμώντας την πρόοδο των σπουδών του Νίκου Ζαχαριάδη στη Διεθνή Λενινιστική Σχολή, την αταλάντευτη αντίθεσή του προς κάθε ρεύμα τροτσκιστικής κατεύθυνσης, τις οργανωτικές δεξιότητές του και τη συνειδητή στρατιωτική πειθαρχία του, η εν λόγω επιτροπή πρότεινε τελικώς τον διορισμό ενός τολμηρού «νεολαίου» στην ηγεσία του ελληνικού κόμματος.
Η εισήγηση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης από τη Βαλκανική Επιτροπή της Κ.Δ. και τελικώς επικυρώθηκε από την ανώτατη σοβιετική ηγεσία, η οποία συνιστούσε το απόλυτο καθοδηγητικό «κέντρο» της Κομιντέρν. Η ιδεολογική και υλική εξάρτηση των κομμουνιστικών κομμάτων της εποχής εκείνης από «το παγκόσμιο κομμουνιστικό κέντρο της επανάστασης» ήταν δεδομένη, και μόνο η ακλόνητη πίστη στο μπολσεβίκικο κόμμα και τον καθοδηγητή του, Ιωσήφ Στάλιν, μπορούσε να οδηγήσει στον διορισμό κάποιου στην ηγεσία ενός «εθνικού» κομμουνιστικού κόμματος, ακριβώς όπως έγινε και με την περίπτωση του Νίκου Ζαχαριάδη.
Ωστόσο, τα ικανά στελέχη, όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης, δεν δέχονταν παθητικά εντολές, ούτε αποτελούσαν απλούς «ιμάντες μεταβίβασης της σοβιετικής γραμμής», όπως συχνά αναφέρεται με περισσότερη ή λιγότερη ένταση. Στο βιβλίο μου δημοσιεύεται «Το πόρισμα της Κ.Ε. του ΚΚΕ για την υπόθεση του Ν. Ζαχαριάδη» (Φεβρουάριος 1964, έγγραφο 99), όπου, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: «Στην […] 12η Ολομέλεια, ο Ζαχαριάδης ανέπτυξε την ύποπτη και επικίνδυνη θεωρία των «δύο πόλων» και του «ελληνικού άξονα».
Συγκεκριμένα ανέφερε στην εισήγησή του: “Μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική από την πλευρά του ΕΑΜ […] θα πρέπει να κινείται ανάμεσα σε δύο βασικούς πόλους: τον ευρωπαϊκό-βαλκανικό, με κέντρο τη Σοβιετική Ένωση, και τον μεσογειακό, με κέντρο την Αγγλία. Σωστή εξωτερική πολιτική θα ήταν αυτή που θα αποτελούσε έναν ελληνικό άξονα ο οποίος θα συνέδεε αυτούς τους δύο πόλους..
..Αυτός ο άξονας θα ταλαντευόταν πάντοτε προς την πλευρά που ανταποκρίνεται στα ελληνικά συμφέροντα. Έτσι, θα κρατούσε μια ισορροπία μεταξύ αυτών των πόλων. Ταυτοχρόνως, η κεντρική σκέψη θα πρέπει να είναι πάντοτε η εξής: έρεισμα από τον βόρειο πόλο, με στόχο την εξισορρόπηση και την άμβλυνση της πίεσης που ασκεί ο νότιος πόλος στην Ελλάδα. […]
Αυτό από τη μία πλευρά. Και από την άλλη, για να ενισχύσουμε τις θέσεις και τα σύνορά μας από Βορρά. Μια τέτοια πολιτική θα πατούσε γερά στο έδαφος της ελληνικής πραγματικότητας”. Σε αυτήν τη “θεωρία” ο Ζαχαριάδης βάζει στο ίδιο σακί τη Σοβιετική Ένωση και την ιμπεριαλιστική Αγγλία και μαζί μ’ αυτήν και όλον τον ιμπεριαλιστικό κόσμο».
Η ως άνω θέση του Ζαχαριάδη ουδέποτε βρήκε ευήκοα ώτα στην ηγεσία του ΚΚΣΕ, διότι τοποθετούσε την Ελλάδα σε ένα οικονομικό και γεωπολιτικό πλαίσιο που δεν είχε σχέση με τον «παραδοσιακό προλεταριακό διεθνισμό».
Η σχετική δήλωση του μεταζαχαριαδικού ΚΚΕ ότι ο Ζαχαριάδης, όντας ήδη «ύποπτος» μετά τη μη ξεκάθαρη καταδίκη των θέσεων από τη σοβιετική ηγεσία του Μάρκου Βαφειάδη, όταν τον κατηγόρησε για πράκτορα της Intelligence Service, επειδή ταύτιζε την ιμπεριαλιστική Αγγλία με την ΕΣΣΔ, καταδεικνύει ότι το ζήτημα αυτό είχε ήδη συζητηθεί πίσω από κλειστές θύρες, πριν ακόμη καθαιρεθεί ο πάλαι ποτέ «Σιδηρούς Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ» από την 6η Πλατιά Ολομέλεια του 1956.
Τελικώς, όμως, παρά τις όποιες μερικές διαφοροποιήσεις σε θέματα τακτικής και στρατηγικής, ο Ζαχαριάδης και όλα τα σταλινικά στελέχη των «αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων» πρότασσαν πρωτίστως «το διεθνιστικό καθήκον τους» έναντι κάθε άλλης θέσεως εθνικού προσανατολισμού, έχοντας την «ελπίδα» —η οποία πολύ γρήγορα μετετράπη σε ψευδαίσθηση— για την οικουμενική απελευθέρωση της ανθρωπότητος από τα «δεσμά της κεφαλαιοκρατίας».
Εντός ενός καθεστώτος απόλυτης και ακλόνητης πίστεως απέναντι στη σταλινική τάξη πραγμάτων, αδυνατούσαν προδήλως να κατανοήσουν, εκείνη την εποχή, τους βαθύτερους τρόπους λειτουργίας του σοβιετικού κράτους.

Με βάση τα νέα τεκμήρια, ποιος είναι ο βαθύτερος λόγος της σύγκρουσης του Νίκου Ζαχαριάδη με την Κ.Ε. του ΚΚΣΕ;
Η τραγική κατάληξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση των κομμουνιστών εντός της κοινότητας της Τασκένδης, δηλαδή εντός των ουζμπέκικων πολιτειών που δέχτηκαν τα πιο μάχιμα τμήματα του ΔΣΕ, τα οποία αναρωτιούνταν εύλογα γιατί υπέστησαν ήττα και οδηγήθηκαν στην ξενιτιά. Επίσης, οι καταιγιστικές εξελίξεις στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ μετά τον θάνατο του Στάλιν έπαιξαν καταλυτικό ρόλο σε όλη αυτή την εξέλιξη.
Οι Σοβιετικοί γνώριζαν ότι ο Ζαχαριάδης ήταν κοινωνός των υποσχέσεων της σοβιετικής ηγεσίας απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων κομμουνιστών κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, και δεν ήθελαν τα ζητήματα αυτά να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρής μελέτης, καθώς κάτι τέτοιο θα εξέθετε ανεπανόρθωτα και τους ίδιους.
Διατήρησαν λοιπόν τη σταλινική μέθοδο της «πρακτορολογίας», ανασύροντας επί της ουσίας την κατηγορία του ίδιου του Στάλιν εναντίον του Νίκου Ζαχαριάδη: Όταν ο Ζαχαριάδης απευθύνθηκε με καθυστέρηση στο σοβιετικό κόμμα αναφορικά με το ζήτημα καταδίκης του Τίτο από την Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων, 1947–1956. Δημιουργήθηκε από τον Στάλιν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να ελέγχει ιδεολογικά και πολιτικά τα κομμουνιστικά κόμματα -ΣΣ) διότι αναζητούσε εφεδρείες και είχε ανάγκη τα γιουγκοσλαβικά μετόπισθεν, δεν γνώριζε ότι άνοιγε τον «Ασκό του Αιόλου» που θα τον οδηγούσε στην αυτοκτονία το 1973.
Η πολιτική του «divide et impera» (διαίρει και βασίλευε) σε ένα κόμμα με αναφορές στην Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής, 2019-43) και αργότερα στην Κομινφόρμ συνίστατο στη διαδικασία ενδογενούς διαίρεσής του, κάτι το οποίο οι Σοβιετικοί εκτέλεσαν με απαράμιλλη επιτυχία σε πολλές περιπτώσεις.
Βεβαίως, είναι αναντίρρητο γεγονός ότι το μπολσεβίκικο κόμμα δεν υποπτευόταν πραγματικά τον Νίκο Ζαχαριάδη· όλοι γνώριζαν ότι οι κατηγορίες είχαν κατασκευαστεί· και ήδη το 1950 -όπως απέδειξα και στο βιβλίο μου Άκρως Απόρρητο- το θέμα είχε παραπεμφθεί στις «καλένδες», δοθέντος ότι ο Στάλιν ουδέποτε ξεκίνησε διαδικασίες απομάκρυνσης του Ζαχαριάδη. Η διαιώνιση και μόνο, όμως, των υποψιών και των σχετικών συζητήσεων γύρω από αυτό το ζήτημα αρκούσαν για να μετατρέψουν τον «λέοντα των Βαλκανίων», όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν τα ανώτατα καθοδηγητικά στελέχη της Κομιντέρν, σε «αετό χωρίς φτερά»…
Επιπλέον, αξίζει να αναφέρω και το ακόλουθο αρτισύστατο στοιχείο, το οποίο ουδέποτε έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα. Τον Μάιο του 1955, ο Νίκος Ζαχαριάδης συναντήθηκε με τον Μιχαήλ Σουσλώφ και εκεί ο Ζαχαριάδης του ζήτησε για πολλοστή φορά τη διαλεύκανση του ζητήματος, και την άρση των υποψιών σε βάρος του. Η απάντηση του Σουσλώφ ήταν η εξής: «Οι κατηγορίες του Μάρκου εξετάστηκαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ τον Ιανουάριο του 1950, και αυτό το ζήτημα θεωρείται λήξαν (κατά λέξη αναφέρεται ότι είχε εξαντληθεί). Δεν τίθεται για εμάς ζήτημα εμπιστοσύνης απέναντί σας».
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο βαθύτερος λόγος της σύγκρουσης είναι η άρνηση του Ζαχαριάδη να δεχτεί την άνευ όρων εκπαραθύρωσή και συνταξιοδότησή του, όπως ακριβώς για παράδειγμα συνέβη με τον Maurice Thorez -τον ΓΓ του ΚΚ Γαλλίας· ο Ζαχαριάδης απαίτησε την ακύρωση κάθε προσβλητικής απόφασης αναφορικά με τη δράση του, αναζητώντας απεγνωσμένα την ηθική και, τελικώς, την πολιτική αναγνώριση των επαναστατικών αγώνων του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της δικής του καθοδήγησης.
Αυτή η πραγματικότητα προσέκρουε, ταυτόχρονα, στις θεσμικές αντινομίες του σοβιετικού συστήματος, το οποίο υπήρξε εξίσου άτεγκτο, όπως και ο ίδιος ο Ζαχαριάδης, απέναντι σε τέτοιου είδους αιτήματα, οδηγώντας αυτή τη «βεντέτα» στην άβυσσο του αδιεξόδου, δομώντας έναν «καμβά» τολστοϊκών δραματικών συμβάντων.
Τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν σήμερα να μας προβληματίσουν και να μας κάνουν να σκεφτούμε με νηφαλιότητα τι συνέβη, γιατί συνέβη και πώς θα μπορούσαμε να αποφύγουμε στο μέλλον ανάλογες τραγικές καταστάσεις, συνέπεια και απόρροια των εμφύλιων ελληνικών συγκρούσεων.
Αν δεχθούμε ότι ο Εμφύλιος αποτελεί «τραυματική μνήμη» για την ελληνική κοινωνία, πώς εξηγείται το γεγονός ότι η φιγούρα του Ζαχαριάδη εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, και τι σημαίνει αυτό για τη συλλογική ικανότητα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους;
Έχω υποστηρίξει αρκετές φορές ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης συμπυκνώνει τις συνολικότερες αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, η οποία ξεκινά με την οκτωβριανή επανάσταση και ολοκληρώνεται με την κατάρρευση του σοβιετικού εγχειρήματος, το 1991. Ο Νίκος Ζαχαριάδης έζησε ιδίοις όμμασι αυτό που έχει εύγλωττα διαπιστώσει ο Moshe Lewin στο βιβλίο του «la formation du système soviétique» (η διαμόρφωση του σοβιετικού συστήματος) :
«Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν μπορούσε να προσφέρει μια πειστική εξήγηση για τη νέα λατρεία και αποδείχθηκε —ή αισθάνθηκε— ανίκανος να καταστήσει ευχάριστο και αποδεκτό το υπερ-Κράτος, την ακαμψία της γραφειοκρατικής ιεραρχίας, καθώς και τον ασφυκτικό έλεγχο της γραφειοκρατίας πάνω σε όλα τα απομεινάρια της λαϊκής κυριαρχίας».
Η πορεία του σοβιετικού εγχειρήματος υπήρξε, ωστόσο, δύσκολη και ίσως τραγική, κυρίως για τους λαούς της ΕΣΣΔ. Στη Δυτική Ευρώπη, τα πράγματα εξελίχτηκαν λίγο διαφορετικά: Η ύπαρξη του σοβιετικού παραδείγματος συνέβαλε στον λεγόμενο «ιστορικό συμβιβασμό» και στην παραχώρηση κοινωνικών δικαιωμάτων, σε μια εποχή όπου ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος ανάπτυξης δεν είχε ακόμα φτάσει στα σημερινά αδιέξοδα της χρηματιστικοποιητικής ολοκλήρωσης· η τελευταία, όπως αποδεικνύεται προσφάτως, συμβάλλει στην απονέκρωση της πολιτικής υπό όλες τις μορφές της και στην ανάδειξη μιας νέας ιδεολογικής «σταυροφορίας».
Η Σοβιετική Ένωση δεν ενέπνευσε μόνο τον Νίκο Ζαχαριάδη, αλλά χιλιάδες Έλληνες καταπιεσμένους και απόκληρους. Η αλήθεια, όμως, υπήρξε αμείλικτη: Δεν υπάρχουν εύκολοι, «άγιοι» και «φωτισμένοι» δρόμοι προς την «επαγγελία» της χειραφέτησης του ανθρώπου.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης, αποτέλεσε το «αρχέτυπο» εκείνο, με ψυχολογικούς καθαρά όρους, που αναδεικνύει όλα τα ιστορικά απωθημένα αντιπάλων, πρώην συντρόφων και συνοδοιπόρων, οι οποίοι αναζητούν εύκολες απαντήσεις απέναντι σε πολύπλοκα ερωτήματα. Υπήρξε ένα επαναστάτης της εποχής του, με ακλόνητη πίστη στο σταλινικό σοβιετικό σύστημα και στον ίδιο τον Ιωσήφ Στάλιν, τον οποίο και λάτρευε ως πατέρα.
Αυτά και μόνο τα χαρακτηριστικά είναι αρκετά για να προκαλούν φθόνο και μίσος σε όσους αρνούνται να μελετήσουν, να προσλάβουν και να αντιληφθούν τις «πονηρίες της ιστορίας» (Έγελος), οι οποίες είναι απαραίτητο να αποκωδικοποιηθούν και να γίνουν κτήμα των μαζών που παράγουν ιστορία, με περισσότερο ή λιγότερο συνειδητό κάθε φορά τρόπο.
Η συλλογική ικανότητα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας μας να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους είναι μια ανοιχτή διαδικασία, μια διαρκής πρόκληση: Εγώ ως ιστορικός οφείλω να υπενθυμίσω, όσον αφορά την ιστορία, τα όσα εξέθεσε ο μεγάλος ιστορικός E.H. Carr :
«Ο σύγχρονος άνθρωπος κοιτάζει με ανυπομονησία πίσω, προς το λυκόφως από το οποίο έχει προέλθει, με την ελπίδα ότι οι αμυδροί του απόηχοι θα διαφωτίσουν την αχλύ μέσα στην οποία πορεύεται· και, αντιστρόφως, οι προσδοκίες και οι αγωνίες του έναντι της οδού η οποία εκτείνεται ενώπιόν του οξύνουν την διόρασή του ως προς εκείνα που προηγήθησαν. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συναρθρώνονται εις την αέναη αλυσίδα της Ιστορίας».
*O Νίκος Παπαδάτος είναι διδάκτωρ ιστορίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Η συνέντευξη έγινε με γραπτές ερωτήσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια