....

....

Σαββόπουλος, αναμνήσεις / «Φορτηγό» και ο χαφιές που μας ακολουθεί



Ο Διονύσης Σαββόπουλος διηγείται σε μία συνέντευξη-ποταμό που δημοσιεύουμε σε συνέχειες, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 φτάνει στην Αθήνα.

«Κάποια στιγμή, με πήγε ο Νίκος Μαμαγκάκης στον Αλέκο Πατσιφά που είχε φτιάξει τότε μια καινούργια δισκογραφική εταιρεία, τη «Λύρα», και κάναμε ένα δίσκο με τέσσερα τραγούδια, εξτέντερ το λέγανε, δύο και δύο. Ήτανε το «Μια θάλασσα μικρή», το «Μην μιλάς άλλο γι’ αγάπη», τα «Πουλιά της δυστυχίας» και το «Ήλιε Αρχηγέ».

Ο δίσκος πήγε καλούτσικα. Δηλαδή, πριν κλείσει χρόνος βγάλαμε άλλον έναν, «Η Συννεφούλα», «Το Δέντρο», «Η Αμνησία», «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας», σε στίχους του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Και το Νοέμβρη του 1966 βγήκε το «Φορτηγό».

Με επιμονή του Πατσιφά τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν από μία φωνή και μία κιθάρα μόνο. Εγώ σκεπτόμουνα ότι θα έπρεπε να γίνει μία ορχηστρούλα, να βρούμε έναν τραγουδιστή. Ο Πατσιφάς είπε «όχι, όχι, θα τα πεις εσύ».

Εμένα αυτό με κολάκεψε ως ένα σημείο, αλλά και πάλι σκεπτόμουνα να πω δυο – τρία τραγούδια, τέλος πάντων, αλλά να βάλουμε κι έναν τραγουδιστή κανονικό, να βάλουμε και μία ορχήστρα κανονική. «Όχι, όχι, θα τα πεις εσύ».

Μάλιστα, επειδή είχα επιφυλάξεις, για να με πείσει, τηλεφώνησε στον Μάνο Χατζηδάκι και στον Βασίλη Τσιτσάνη, του οποίους ήξερε ότι εκτιμώ και τους ακούω πάρα πολύ, για να μου πουν να κάνω αυτό που λέει ο Πατσιφάς, διότι είναι σωστό και ωραίο να το κάνω. Είναι συγκινητικό από τη μια μεριά το πώς λειτουργούσε τότε ένας εκδότης.

Δηλαδή, συζητούσε πως θα γίνει, πως θα πεισθώ χωρίς να μου το επιβάλει κανείς. Ο Μάνος Χατζηδάκις μου είπε ότι το να τραγουδάει ο ίδιος που γράφει τα τραγούδια, είναι μία πολύ αρχαία τέχνη και ότι θα ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον να το κάνω. Του είπα, “α, ναι;”

Και πήγα και βρήκα και τον Βασίλη Τσιτσάνη που μου είπε περίπου τα ίδια, ότι “κι εγώ παιδί μου ήθελα να το κάνω, αλλά δεν τόλμησα να τα ηχογραφήσω, με τη φωνή του”. Μολονότι ο Τσιτσάνης έκανε πάντα σε όλους τους δίσκους του φωνητικά. Τα φωνητικά του Τσιτσάνη είναι εξαιρετικά. Τέλος πάντων, έβαλε τους δασκάλους να με «ψήσουν”.

Το 1966 ο Νίκος Μαστοράκης με τον Πανουσόπουλο, ποιος άλλος ήταν δεν θυμάμαι, μου κάνανε ένα, ας πούμε, βίντεο κλιπ «Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο – δύο». Αυτό ήταν, δεν ξανάπαιξα στην τηλεόραση, για πολλά χρόνια μετά, ως το «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι».

Το 1966 – 67 που παίζαμε στην «Παράγκα», πριν τη δικτατορία, έμπαινε μέσα η αστυνομία στη διάρκεια του προγράμματος, και γύρευε ταυτότητες από τους θαμώνες. Πάρα πολύ παγερό κλίμα. Και όσοι δεν είχαν ταυτότητες, τους παίρνανε μαζί στο Τμήμα όπου διανυκτερεύανε για εξακρίβωση.

Δηλαδή, για να πας να ακούσεις μερικά τραγούδια και να πιεις ένα ποτό, έπρεπε να επιδείξεις ηρωισμό. Το μαγαζί φαίνεται πιέστηκε πάρα πολύ από το Τμήμα της περιοχής ή δεν ξέρω από πού, και μου είπε “είμαστε σε δύσκολη θέση, πρέπει να βγάλεις αυτά και αυτά τα τραγούδια, ειδάλλως…”.

Λέω «δεν βγάζω τίποτα», δεν το συζητούσα καν. Σηκώθηκα κι έφυγα. Το ότι σταματώ διότι το μαγαζί υπέστη πιέσεις από την αστυνομία, το έστειλα στον Σταματίου που είχε τη στήλη «Ωτοβλεψίες» στα Νέα, και το δημοσιεύσανε.

Και αρκετούς μήνες μετά, όταν με είχαν συλλάβει, τον Αύγουστο του 1967, εκεί στην Μπουμπουλίνας, σε μία ανάκριση, προσπαθώντας να με τρομοκρατήσουν, μού επέδειξαν το φάκελό μου που ήταν ογκώδης, και τον αφήσανε επίτηδες ανοικτό για να ρίξω καμιά ματιά.

Δεν τα είδα όλα, διέκρινα όμως το απόκομμα αυτής της επιστολής μου στον Σταματίου. Το θεώρησαν πολύ εχθρική ενέργεια εναντίον της Αστυνομίας.

Ο στίχος μου «ο χαφιές που μας ακολουθεί» είναι από βιώματα δικά μου, γιατί είχανε μπει μέσα στο σπίτι μου. Εγώ έμενα στην Αλωπεκής, είχα ένα δωμάτιο δηλαδή, και αυτοί μπαίνανε όταν απουσίαζα, με τρόπο που να καταλάβω ότι είχαν μπει. Έβλεπες, ας πούμε, ένα πατημένο αποτσίγαρο σε κάτι φλοκάτες που είχαμε τότε ως παιδιά. Αναστατωμένα τα συρτάρια, τα ντουλάπια.

Τους ενοχλούσαν και πολλά τραγούδια μου. Θυμάμαι ότι τραγούδαγα κι ένα τραγούδι του Χατζηδάκι που έλεγε, «Ήταν που λέτε μια φορά όπου είχαμε έναν βασιλιά, καλό ανθρωπάκι». Αυτό τους ενοχλούσε πάρα πολύ. Ποια άλλα ήτανε, «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» που είναι τραγούδι εκείνης της εποχής αλλά δεν μπόρεσε να βγει, και βγήκε στη μεταπολίτευση, στο «Δέκα Χρόνια Κομμάτια».

«Η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ», είναι τραγούδι εκείνης της εποχής. «Η Παράγκα» είναι τραγούδι εκείνης της εποχής. «Η σωματική ανάγκη» το «Πολεμούσαμε …».

Υπάρχει κι ένα αστείο σχετικά μ’ αυτό. Όταν έγινε η δεύτερη πορεία ειρήνης, ο Σύλλογος «Μπέρτραντ Ράσελ» ζήτησε από τους νέους συνθέτες να γράψουν τραγούδια ώστε να τα λένε οι συμμετέχοντες στην πορεία. Στείλαμε όλοι κάποια τραγούδια.

Εγώ έστειλα το «Πολεμούσαμε από το βράδυ ως το πρωί» Γι’ αυτό λέει «εν-δυο, παμ-παμ-πάμ». Δεν τους άρεσε καθόλου στο Σύλλογο. Μου λένε, “τέτοια θα λένε τώρα οι συμμετέχοντες;” Προτίμησαν κάτι άλλα συμβατικά, τις παλικαροσύνες.

Το κόμμα ήταν επιφυλακτικό έως εχθρικό και απέναντι στο ροκ, όπως και παλιότερα απέναντι στο ρεμπέτικο, απέναντι στο λαϊκό τραγούδι. Το θεωρούσε λούμπεν, το θεωρούσε περιθώριο, είχε μία δυσκολία μ’ αυτό».


tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.