Παύλος Νεράντζης / Η ανατομία των αντιδράσεων στην «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Η θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής κριτικής σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του βιβλίου του.
Ούτε αποτελεί ένα ακόμη (ετεροχρονισμένο) επεισόδιο στην πολιτική αντιπαράθεση για ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τα όποια θετικά και αρνητικά της.
Η θύελλα αντιδράσεων, όπως αποτυπώνεται αυτές τις μέρες στα παραδοσιακά ΜΜΕ και κυρίως στα social media, αποκαλύπτει, σχεδόν χειρουργικά, τις βαθιές νευρώσεις του δημόσιου λόγου στη χώρα μας.
Αποτυπώνει τις φοβίες της Δεξιάς, τις παθογένειες της Αριστεράς και την εθνική μας εμμονή να εστιάζουμε σε ό,τι μας διχάζει και όχι σε ό,τι μας ενώνει.
Ενδεχομένως γιατί όλη η περίοδος των μνημονίων εξακολουθεί να αποτελεί ένα ανοιχτό τραύμα στη συλλογική συνείδηση, μια πληγή που δεν έχει ακόμη επουλωθεί, την οποία, όμως, δεν προκάλεσε τόσο η κυβέρνηση Τσίπρα, όσο και κυρίως οι προηγούμενες κυβερνήσεις και οι εμμονές των αδιάλλακτων της τρόικας. Γεγονός, που ηθελημένα ή όχι, λησμονούμε.
Όπως και να ΄χει, είτε συμφωνεί κανείς, είτε διαφωνεί και θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνο για ό,τι συνέβη τότε τον Αλέξη Τσίπρα, το βιβλίο του, από την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας, έγινε πεδίο μάχης πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο το περιεχόμενό του.
Αν πράγματι η «Ιθάκη» ήταν ένα πόνημα τόσο «ρηχό» και «ασήμαντο», ή «ένα τίποτα με μπόλικο μάρκετινγκ», όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι επικριτές του, τότε πώς εξηγείται η εκρηκτική υποδοχή του στα βιβλιοπωλεία;
Διαβάστε επίσης: Η άποψή μας / Γιατί ο Τσίπρας κερδίζει πολιτικά από τον θόρυβο του βιβλίου του
Πώς εξηγείται ότι έγινε αμέσως best seller;
Η Ελλάδα δεν είναι χώρα όπου τα πολιτικά βιβλία εκτινάσσονται στο κοινό. Κι όμως, η «Ιθάκη» το έκανε όχι γιατί «έγινε καλό μάρκετινγκ», ή γιατί «προβλήθηκε από τα main stream Μέσα».
Αν ήταν έτσι, δεκάδες πολιτικοί θα είχαν ήδη εκδοτικές επιτυχίες.
Οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας, γιατί ο Τσίπρας, ακόμη και για όσους δηλώνουν ότι «δεν θέλουν να τον δουν ούτε ζωγραφιστό», παραμένει ένας σημαντικός παίκτης του πολιτικού συστήματος, ένα σημείο αναφοράς του δημόσιου διαλόγου.
Για αυτό και η Δεξιά αντέδρασε με τρόπο που προδίδει φόβο, όχι ιδεολογική αντιπαράθεση. Φόβο για το ενδεχόμενο ενός come back ενός πολιτικού που μπορεί ενδεχομένως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στον χώρο της Κεντροαριστεράς/Αριστεράς να εκφράσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να αντιπαρατεθεί στον Κυριάκο Μητοτάκη.
Το αφήγημα περί «ρηχού βιβλίου» και «ξεπερασμένου πολιτικού» διακινείται με ένταση δυσανάλογη προς τον υποτιθέμενο κίνδυνο. Διότι, αν όντως ο Τσίπρας είχε τελειώσει πολιτικά, δεν θα χρειαζόταν τόσο συντονισμένη προσπάθεια αποδόμησης.
Κοντολογίς, η Δεξιά γνωρίζει ότι η κοινωνική απήχηση του πρώην πρωθυπουργού δεν έχει εξαφανιστεί, και το βιβλίο του λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της ενόχλησης.
Η πολεμική της δεν έχει τον χαρακτήρα κριτικής περιεχομένου, αλλά τη βιασύνη κάποιου που θέλει «να σβήσει τη φωτιά» πριν εξαπλωθεί.
Ένα τμήμα της Αριστεράς, από την άλλη, αντέδρασε ως συνήθως με τρόπο σχεδόν αυτοκαταστροφικό.
Κόμματα και οργανώσεις, απόρροια της διάσπασης του άλλοτε κραταιού ΣΥΡΙΖΑ, πρώην υπουργοί και στελέχη, με άλλα λόγια οι «ενσυνείδητες φωνές» του χώρου, αυτές που ισχυρίζονται ότι κατέχουν τη μια και μοναδική αλήθεια, βρήκαν στο βιβλίο την τέλεια ευκαιρία να επαναλάβουν την αγαπημένη τους τελετουργία.
Να αποδείξουν με μπόλικο ύφος ναρκισσισμού ότι μόνο οι ίδιες εκπροσωπούν τη «γνήσια» εκδοχή της αριστερής παράδοσης και ότι ο Τσίπρας, με βάση τον μετρητή αντισυστημικής διάθεσης, είναι «δεξιός», «πολύ κεντρώος», «ήπιος», «πουλημένος», «ανεπαρκής», «χωρίς κανένα πολιτικό υπόβαθρο», «αφελής», «προδότης».
Αντί να δουν στη δημόσια παρέμβασή του ένα εργαλείο συζήτησης για το πού βρίσκεται και πού πάει ο προοδευτικός χώρος, αντί η ανάγνωση του βιβλίου να αποτελέσει μια ευκαιρία για αναστοχασμό και απολογισμό, για τα σωστά και τα λάθη που έγιναν, για το «τι κάνουμε από δω και πέρα», προτίμησαν για άλλη μια φορά να ακολουθήσουν τη λογική του αποδιοπομπαίου τράγου, αναπαράγοντας το μόνιμο σύνδρομο της αριστερής πολυδιάσπασης.
Κάθε κριτική μετατράπηκε σε ευκαιρία για να αποδειχθεί ποιος είναι ο «πιο σωστός» και ποιος ο «πιο λάθος».
Το ίδιο συνέβη και με μια μερίδα αναγνωστών, που απέκτησε το βιβλίο αποκλειστικά και μόνο για να το απορρίψει. Θα αναφερθώ σε αυτούς και όχι σε εκείνους που δεν είναι λίγοι και σχολίασαν θετικά το βιβλίο, διότι δίνει πολλές πληροφορίες για όσα συνέβησαν πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά και τη δυνατότητα να κατανοήσει κανείς τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.
Στην Ελλάδα της πόλωσης, στη δημόσια σφαίρα, το να αγοράσεις κάτι για να το κατακεραυνώσεις αποτελεί παράδοξη, αλλά υπαρκτή πρακτική. Είναι μια επιβεβαίωση ότι, συχνά, ο αρνητισμός λειτουργεί ως πολιτική ταυτότητα.
Η πράξη της ανάγνωσης μετατρέπεται σε πράξη καταγγελίας. Ή, αν θέλετε, η κατανάλωση ενός προϊόντος γίνεται εργαλείο για να αποδομηθεί ο δημιουργός του.
Το τελικό συμπέρασμα, με όρους αγοράς είναι ίσως πιο απλό απ’ όσο δείχνει ο δημόσιος θόρυβος: η «Ιθάκη» «πουλάει» γιατί, είτε το θέλουμε είτε όχι, «πουλάει» ακόμη και ο Τσίπρας.
Με όρους πολιτικής ανάλυσης η ένταση των αντιδράσεων, δεξιά και αριστερά, είναι απόδειξη όχι της αδυναμίας του συγγραφέα, αλλά της επιρροής του.
Για τη Δεξιά, αποτελεί υπενθύμιση ενός αντιπάλου που δεν θέλει να ξαναδεί. Για την Αριστερά, το βιβλίο είναι ο καθρέφτης των εσωτερικών της εμμονών, αδυναμιών, των λαθών που έγιναν, αλλά και όσων κατόρθωσε να πετύχει σ΄ ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον.
Και για την ελληνική κοινωνία συνολικά είναι άλλο ένα επεισόδιο, ένα πεδίο σύγκρουσης, όπου ο δημόσιος διάλογος δεν αφορά το περιεχόμενο, αλλά τον διαχωρισμό: ποιος είναι με ποιον, ποιος μισεί ποιον, ποιος έχει την «απόλυτη αλήθεια».
Η «Ιθάκη» είναι, τελικά, όχι απλώς ένα βιβλίο, αλλά ένα τεστ για το πόσο ακόμη θα αφήνουμε τις διαφορές μας να υποκαθιστούν την κρίση μας επί της ουσίας.
Ίσως τελικά αυτός να είναι και ο λόγος της επιτυχίας του βιβλίου και του συγγραφέα: δεν μιλά μόνο για μια πολιτική διαδρομή, δεν είναι απλώς μια απόπειρα αναστοχασμού, αλλά αναγκάζει, άθελά του, την ελληνική κοινωνία να μιλήσει για τον ίδιο της τον εαυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια