Αντρέ Μαλρό: Η ζωή και το έργο του γάλλου συγγραφέα
Ο Αντρέ Μαλρό (André Malraux) ήταν γάλλος διανοούμενος, συγγραφέας, λάτρης της περιπέτειας και πολιτικός, που κυριάρχησε για πάνω από σαράντα χρόνια (1930-1976) στην πνευματική και πολιτική ζωή της Γαλλίας. Οι νεανικές του περιπέτειες και εμπειρίες στην Ινδοκίνα τη δεκαετία του ‘20 επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την πνευματική του ανέλιξη.
Αγωνίστηκε κατά της αποικιοκρατίας, όπως πολλοί διανοούμενοι στις αρχές του 20ού αιώνα και στράφηκε αρχικά στο σοσιαλισμό. Έλαβε μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στο πλευρό των Δημοκρατικών και ήταν δραστήριο μέλος της γαλλικής αντίστασης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταπολεμικά η ιδεολογική του στροφή σηματοδοτήθηκε από την ενεργό υποστήριξή του στον στρατηγό Σαρλ ντε Γκολ. Όταν ο Ντε Γκολ εξελέγη Πρόεδρος της Γαλλίας, ο Μαλρό χρημάτισε για δέκα χρόνια υπουργός Πολιτισμού.
Τα πιο γνωστά έργα του είναι τα μυθιστορήματα «Η Ανθρώπινη Μοίρα» (1933) και «Η Ελπίδα» (1937), καθώς και τα ιδιόρρυθμα απομνημονεύματά του με τον τίτλο «Αντιαπομνημονεύματα» (1967).
Το ταξίδι στην Ινδοκίνα
Ο Αντρέ-Ζορζ Μαλρό γεννήθηκε στο Παρίσι στις 3 Νοεμβρίου 1901 και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας. Όταν οι γονείς του χώρισαν, πέρασε τα παιδικά του χρόνια με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο άρχισε να σπουδάζει γλώσσες της Ανατολής, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Μεγάλο μέρος της ευρυμάθειάς του το οφείλει στα προσωπικά του διαβάσματα, αλλά και στις καθημερινές του επισκέψεις σε βιβλιοθήκες και μουσεία.

Σε ηλικία 21 ετών, συνοδευόμενος από τη συγγραφέα Κλάρα Γκολντσμίτ (1897-1982), την πρώτη του σύζυγό, εγκατέλειψε τη Γαλλία και πήγε στην Ινδοκίνα για να μελετήσει τον ναό Μπαντέι Σρέι, για την ανακάλυψη του οποίου είχε διαβάσει σε κάποιο αρχαιολογικό περιοδικό. Διασχίζοντας το καμποτζιανό δάσος έφτασε στο ναό, αφαίρεσε απ’ αυτόν ορισμένα ανάγλυφα και τα πήρε μαζί του στην Πνομ-Πενχ, την πρωτεύουσα της Καμπότζης. Συνελήφθη όμως και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αλλά με τη μεσολάβηση της γαλλικής κυβέρνησης αφέθηκε ελεύθερος.
Μόλις ξέσπασε η επανάσταση στη Νοτιοανατολική Ασία και την Κίνα στα μέσα της δεκαετίας του ‘20 και η παλιά τάξη άρχισε να κλονίζεται, ο Μαλρό, αφού κατήγγειλε τη γαλλική αποικιοκρατία στην περιοχή, οργάνωσε την Ένωση Νέων του Ανάμ (τον πρόδρομο των Βιετμίνχ, ή την Ένωση για την Ανεξαρτησία του Βιετνάμ) και ίδρυσε την εφημερίδα «L’ Indochine Enchainee» («Η Αλυσοδεμένη Ινδοκίνα») στη Σαϊγκόν.
Διασχίζοντας την Κίνα, ο Μαλρό γνώρισε – ή τουλάχιστον άφησε να γίνει πιστευτό ότι γνώρισε – τον Μιχαήλ Μποροντίν, τον ρώσο κομμουνιστή σύμβουλο του Σουν Γιατ Σεν και του Τσανγκ Κάι Σεκ, ο οποίος προαισθάνθηκε το επαναστατικό μέλλον της Κίνας και προέβλεψε τη διαφορά μεταξύ της ένοπλης αγροτικής επανάστασης του Μάο Τσε Τουνγκ και της σοβιετικής ορθοδοξίας.
Ο Μαλρό έμελλε να επιστρέψει πολλές φορές στην Ασία. Το 1929 έκανε σημαντικές ανακαλύψεις ελληνο-βουδιστικής τέχνης στο Αφγανιστάν και το Ιράν. Το 1934 πέταξε πάνω από τη Ρουμπ αλ-Χάλι στην Αραβία και ανακάλυψε τον αρχαιολογικό χώρο που ίσως ήταν η θρυλική πόλη της βασίλισσας του Σαβά.
«Ο Πειρασμός της Δύσης» και βραβείο Γκονκούρ για το βιβλίο «Η Ανθρώπινη Μοίρα»
Μετά τη δεύτερη επιστροφή του από την Ινδοκίνα το 1926, δημοσίευσε το βιβλίο «Ο Πειρασμός της Δύσης» («La Tentation de l’ Occident»), στο οποίο προσπάθησε να προσδιορίσει στους δύο πολιτισμούς – Δυτικό και Ανατολικό – αυτό που έχει προσφέρει ο ένας στον άλλον. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματά του «Οι κατακτητές» («Les Conquerants», 1928) και «Η Βασιλική Οδός» («La Voie Royale», 1930) καθώς και «Η Ανθρώπινη Μοίρα» («La Condition humaine», 1933), που τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ και τον έκανε γνωστό κι εκτός των γαλλικών συνόρων.
Το μυθιστόρημα αυτό εκτυλίσσεται στη Σαγκάη κατά τη διάρκεια της συντριβής από τον Τσιάνγκ Κάι Σεκ και τους Εθνικιστές των πρώην κομμουνιστικών συμμάχων τους το 1927. Οι κύριοι χαρακτήρες του είναι κινέζοι κομμουνιστές συνωμότες και ευρωπαίοι τυχοδιώκτες που προδίδονται τόσο από τους Εθνικιστές, όσο και από τους απεσταλμένους της Σοβιετικής Ρωσίας. Κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα επηρεάζεται διαφορετικά από την τραγική μοίρα που τον περιμένει, αλλά η αλληλεγγύη που προκύπτει από την κοινή πολιτική τους δράση φαίνεται ότι είναι το μόνο αντίδοτο στην ανούσια μοναξιά που είναι το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης.
«Η Εποχή της Καταφρόνιας» και «Ψυχολογία της Τέχνης»
Όταν ο φασισμός, με τη μορφή του ναζισμού, εμφανίστηκε τη δεκαετία του ‘30 στην Ευρώπη, ο Μαλρό διείδε την απειλή του και προήδρευσε σε επιτροπές για την απελευθέρωση των κομμουνιστών ηγετών Ερνστ Τέλμαν και Γκιόργκι Ντιμιτρόφ από τις ναζιστικές φυλακές. Ήταν ενεργό μέλος του Εθνικού Συνδέσμου κατά του Αντισημιτισμού και το 1935 – προτού ο κόσμος πληροφορηθεί για την ύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης – δημοσίευσε το βιβλίο «Η Εποχή της Καταφρόνιας» («Le Temps du Mépris»), το οποίο οι κριτικοί χαρακτήρισαν άστοχα ως «εξωτικό». Συγχρόνως άρχισε να γράφει την «Ψυχολογία της Τέχνης» («Psychologie de l’ Art»), έργο συναφές με τα άλλα ενδιαφέροντά του, γιατί για τον Μαλρό οι αισθητικές ιδέες, όπως η φιλοσοφία της πράξης που εκφράζεται στα μυθιστορήματά του, είναι πάντοτε μέρος του αιώνιου ερωτήματος του ανθρώπου για τη μοίρα και της αντίστοιχης απάντησής του σ’ αυτή.

Μόλις ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος τον Ιούλιο του 1936, ο Μαλρό διέσχισε τα Πυρηναία και οργάνωσε σε μία μόνο εβδομάδα μία διεθνή μοίρα αεροπλάνων κι έγινε μοίραρχός της. Μετά από διάφορες αποστολές στο μέτωπο της Μαδρίτης, επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τους ηρωικά μαχόμενους Δημοκρατικούς. Το αριστούργημά του «Η Ελπίδα» («L' Espoir»), βασισμένο στις εμπειρίες του από την Ισπανία, δημοσιεύθηκε το 1937. Μία κινηματογραφική ταινία της οποίας ήταν παραγωγός και σκηνοθέτης στη Βαρκελώνη το 1938, βασισμένη στο βιβλίο του, δεν προβλήθηκε στη Γαλλία παρά μόνο μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης με τη Γερμανία (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ) γκρέμισε με μιας και για πάντα το παλιό όνειρο μιας Κομμουνιστικής Διεθνούς, μέσω της οποίας ο κόσμος στο σύνολό του θα γινόταν κομμουνιστικός, ο Μαλρό κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στα τεθωρακισμένα. Συνελήφθη, αλλά απέδρασε στην ελεύθερη ζώνη της Γαλλίας, όπου συνδέθηκε με την αντίσταση, παίρνοντας το όνομα «Μπερζέρ» – όνομα που έδωσε αργότερα στον ήρωα του ημιτελούς μυθιστορήματός του «Η Πάλη με τον Άγγελο» («La Lutte avec l’ Ange»).
Η συνάντηση με τον Ντε Γκολ στο Αλσατικό Μέτωπο
To 1944 συνελήφθη εκ νέου από τους Γερμανούς και υπέστη εικονική εκτέλεση. Μετά την απελευθέρωσή του από τις Γαλλικές Δυνάμεις του Εσωτερικού, σχημάτισε την ταξιαρχία Αλσατίας - Λορένης, την οποία διοίκησε κατά την εκστρατεία της 1ης Γαλλικής Στρατιάς κατά του Στρασβούργου στην Αλσατία. Κατά την περίοδο αυτή της δοκιμασίας, οι ιδέες του μεταβλήθηκαν και μπόρεσε να ανακαλύψει και πάλι κάποιο νόημα εθνικής ενότητας και μια νέα υπόσχεση που έδινε ο Δυτικός πολιτισμός.
Στο Αλσατικό Μέτωπο συνάντησε τον στρατηγό Ντε Γκολ, με τον οποίο στη συνέχεια έμελλε να συνδεθεί η μοίρα του. Ορίστηκε προσωρινά υπουργός Πληροφοριών (Νοέμβριος 1945 - Ιανουάριος 1946) στην πρώτη κυβέρνηση του Ντε Γκολ. Κατόπιν ακολούθησε τον στρατηγό, όταν αυτός αποχώρησε, και από τη θέση της αντιπολίτευσης εκφώνησε λαμπρούς λόγους ως βουλευτής του γκολικού κόμματος «Συναγερμός του Γαλλικού Λαού» (RPF).
Αποσύρθηκε στη βίλα του στην Μπουλόν στη βόρεια Γαλλία κι εκεί αφοσιώθηκε στη μνημειώδη συστηματική εμβάθυνσή του σε ζητήματα τέχνης. Σαν ένα είδος προοιμίου στον ιστορικό ρόλο που σύντομα θα έπαιζε το έργο του «Οι Φωνές της Σιωπής» («Les Voix du Silence»), δημοσιευμένο το 1951, αναδίδει τον ήχο τού πρώτου παγκόσμιου ουμανισμού, του ουμανισμού της αδελφότητας των έργων τέχνης, τα οποία κληροδοτούν στον άνθρωπο καθετί ευγενές στον κόσμο και τα οποία, περιφρονώντας τον θάνατο, προσφέρουν το θεμέλιο του αληθινού μεγαλείου του ανθρώπου.

Παρότι η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες και πλούσια σε εμπειρίες, ο Μαλρό δεν είχε αποκτήσει την εμπειρία της εξουσίας, όταν ο Ντε Γκολ του ανέθεσε το υπουργείο Πολιτισμού το 1958. Για μία δεκαετία διατήρησε το χαρτοφυλάκιό του και ήταν ένας από τους στενότερους φίλους και συνεργάτες του γάλλου προέδρου. Αλλά τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του περιορίζονταν από τα μέσα που είχε στη διάθεσή του και παρότι ξεκίνησε με λαμπρές προοπτικές, ήταν λιγότερο αποτελεσματικός απ’ όσο ίσως αναμενόταν.
Η θέση του απέναντι στον πόλεμο ανεξαρτησίας της Αλγερίας απογοήτευσε τους λογοτεχνικούς φίλους του. Ο Μαλρό ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορίες για βασανιστήρια από τον Γαλλικό Στρατό ήταν μέρος της προπάγάνδας του Κομμουνιστικού Κόμματος και δεν υπέγραψε το «Μανιφέστο των 121» διανοουμένων, συμπεριλαμβανομένων των Ζαν-Πολ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Μαργκερίτ Ντιράς, Αντρέ Μπρετόν, Αλέν Ρενέ και Αλέν Ρομπ-Γκριγι, για την υποστήριξη του αγώνα του «Μετώπου για την Απελευθέρωση της Αλγερίας» (FNL).
Απόπειρα δολοφονίας από την ακροδεξιά οργάνωση OAS
Στις 7 Φεβρουαρίου 1962, η ακροδεξιά οργάνωση OAS αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει με βόμβα που είχε τοποθετήσει στην πολυκατοικία όπου διέμενε. Από την έκρηξη τραυματίστηκε σοβαρά ένα τετράχρονο κοριτσάκι που τυφλώθηκε. Η ειρωνεία είναι ότι ο Μαλρό δεν ήταν από τους θερμούς υποστηρικτές της απόφασης του Ντε Γκολ να παραχωρήσει ανεξαρτησία στην Αλγερία, αλλά προφανώς ο OAS δεν το γνώριζε αυτό και είχε αποφασίσει να δολοφονήσει τον Μαλρό ως υψηλόβαθμο αξιωματούχο της κυβέρνησης.
Το 1967, έχοντας χωρίσει από τη δεύτερη σύζυγό του, την πιανίστρια Μαρί-Μαντελέν Λιού (1914-2014), δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Αντιαπομνημονεύματα» («Antimémoires»), που δεν είχαν κανένα ίχνος από τα στοιχεία που διαμορφώνουν παραδοσιακά την αυτοβιογραφία ή την εξομολόγηση. Δεν καταγράφει τίποτε από τα τραγικά γεγονότα της προσωπικής του ζωής. Δεν κάνει καμία αναφορά στο θάνατο της ερωμένης του Ζοζέτ Κλοτίς, μητέρας των δύο γιων του, ούτε για το θάνατό τους σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Η φυλάκιση του αδελφού του από τους Γερμανούς και ο θάνατός του αποσιωπούνται εξ ολοκλήρου. Είναι ένα κράμα πραγματικών και φανταστικών γεγονότων.
Μετά την αποχώρησή του από τον δημόσιο βίο και το θάνατο της συντρόφου του, της συγγραφέως Λουίζ Λεβέκ ντε Βιλμορέν, το 1969, έζησε κι έγραφε απομονωμένος στην πόλη Βεριέρ-λε-Μπισόν, έξω από το Παρίσι, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 23 Νοεμβρίου 1976. Είχε διαγνωστεί με καρκίνο των πνευμόνων και παρά τη σοβαρότητα της κατάστασής του, παρέμεινε μέχρι τέλους δεινός καπνιστής.
H ομιλία του Αντρέ Μαλρό στην Πνύκα
Στις 28 Μαΐου 1959, ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας και διανοούμενος παγκόσμιας φήμης, Αντρέ Μαλρό, προσκεκλημένος της ελληνικής κυβέρνησης, εκφώνησε την παρακάτω ομιλία στην Πνύκα, με αφορμή τη φωταγώγηση για πρώτη φορά της Ακρόπολης και στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Ήχος και Φως». Τον Αντρέ Μαλρό προσφώνησε ο φιλόσοφος, υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης (Καραμανλή) τότε και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος.
Δεν υπάρχουν σχόλια