Η κρίση στα Ίμια με τα μάτια των Τούρκων
Γράφει ο Λάζαρος Καμπουρίδης*
Το περιστατικό στα Ίμια αποτελεί ίσως το σημαντικότερο γεγονός της άμεσης και έμπρακτης αμφισβήτησης της εθνικής μας κυριαρχίας από πλευράς Τουρκίας στο Αιγαίο, καθώς ύστερα από αυτό πλέον μιλάμε για «γκρίζες ζώνες», δηλαδή θαλάσσιες περιοχές που η Άγκυρα αξιώνει ότι δεν ανήκουν στην Ελλάδα ή δεν είναι ελληνικής αρμοδιότητας. Μετά την κρίση στα Ίμια, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, σε συνεργασία με το Γενικό Επιτελείο, συνέταξε και δημοσιοποίησε την κατάσταση των 152 νησιών, μικρονήσων και βραχονησίδων, τα οποία δεν αναφέρονται ρητά στις συμφωνίες μεταβίβασης της κυριότητας αυτών στην Ελλάδα (EGAYDAAK), αμφισβητώντας ανοιχτά πια την ελληνική κυριότητα επ’ αυτών και προβάλλοντας πλέον επίσημα τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε μία περίπτωση προσάραξης ενός τουρκικού φορτηγού πλοίου σε ελληνικά χωρικά ύδατα στα Ίμια και μέχρι την αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας και της Τουρκίας από την περιοχή με παρέμβαση των ΗΠΑ αποτέλεσε ένα πολύ καλό δείγμα δοκιμασίας των εθνικών μας αντανακλαστικών σε πολιτικό αλλά και σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Στην Τουρκία υπήρχε μια εύθραυστη κυβέρνηση συνασπισμού του κόμματος DYP της Τ. Τσιλέρ και του κόμματος CHP του Ν. Μπαϊκάλ, η οποία ύστερα από δύο μήνες διαλύθηκε και η Τουρκία οδηγήθηκε και πάλι σε εκλογές. Για την πρωθυπουργό της Τουρκίας Τ. Τσιλέρ το επεισόδιο αυτό αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για να αυξήσει τα ποσοστά της. Οι εικόνες με την αντικατάσταση της τουρκικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής σε μία βραχονησίδα που η Τουρκία αμφισβητούσε την ελληνική κυριαρχία αλλά και η επικοινωνιακή διάσταση που έλαβε το θέμα στις δύο χώρες έδωσαν στη φιλόδοξη Τουρκάλα πρωθυπουργό τη λαβή που ήθελε για να ενισχύσει τη δεξαμενή των ψηφοφόρων της.
Η αίσθηση που υπάρχει στην Ελλάδα ότι η Άγκυρα είχε προσχεδιάσει το συμβάν στα Ίμια δεν ισχύει, καθώς οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) φάνηκαν απροετοίμαστες και η κινητοποίησή τους έγινε πολύ καθυστερημένα. Η τουρκική πλευρά πανηγύρισε τη νίκη επειδή αντέδρασε γρήγορα και αποφασιστικά και σε πλήρη συνέργεια των πολιτικών, διπλωματικών και στρατιωτικών παραγόντων σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά, οι ενέργειες της οποίας χαρακτηρίστηκαν από έλλειψη βούλησης και αποφασιστικότητας και με παντελή έλλειψη συνεργασίας.
Επιπρόσθετα, από την ανάθεση αποστολής και την κινητοποίηση της τουρκικής ομάδας SAT (Υποβρύχιες Δυνάμεις Επίθεσης), η οποία αποβιβάστηκε με δύο σκάφη στη δυτική Ίμια, γίνεται φανερό ότι η τουρκική πλευρά όχι μόνο δεν σχεδίασε το συμβάν αλλά και ξαφνιάστηκε από την εξέλιξη της κατάστασης.
Εάν η τουρκική αντίδραση ήταν προσχεδιασμένη, θα περίμενε κανείς η ομάδα των SAT, η οποία πραγματοποίησε την αποβίβαση και την ανάρτηση της τουρκικής σημαίας στη δυτική Ίμια, να είχε προωθηθεί τις προηγούμενες ημέρες στην περιοχή της Αλικαρνασσού (Bodrum) έναντι των Ιμίων και όχι να βρίσκεται στην έδρα τους, στην Κων/πολη, με αποτέλεσμα να φτάσει εσπευσμένα και απροετοίμαστη στην περιοχή με έκτακτη πτήση την τελευταία στιγμή.
Οι αποφάσεις για τον τρόπο δράσης των ΤΕΔ τη νύχτα της τουρκικής ενέργειας ελήφθησαν κατά τη συνεδρίαση του Πολεμικού Συμβουλίου τη νύχτα της 29ης Ιανουαρίου, στο οποίο συμμετείχαν, υπό την προεδρία της πρωθυπουργού Τσιλέρ, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Ν. Μπαϊκάλ, ο υφυπουργός Εξωτερικών, πρέσβης Ο. Οϊμέν, ο βοηθός του πρέσβη Ι. Μπατού, ο διοικητής των ναυτικών δυνάμεων, ναύαρχος Γ. Ερκαγιά και οι διοικητές χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων. Ερώτημα παραμένει το γεγονός ότι στη συνεδρίαση δεν συμμετείχε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Ι. Χ. Καράνταγι. Ανεπιβεβαίωτες φήμες ανέφεραν ότι ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου είχε διαφωνήσει με τις ενέργειες της πρωθυπουργού Τ. Τσιλέρ.
Ο τρόπος ενέργειας για αποβίβαση Τούρκων στρατιωτών στη δυτική Ίμια ως μια πράξη αμοιβαιότητας χωρίς χρήση πυρών έναντι της ελληνικής ενέργειας αποβίβασης Ελλήνων στρατιωτών στην ανατολική Ίμια ήταν πρόταση του βοηθού του υφυπουργού Εξωτερικών, πρέσβη Ι. Μπατού.
Ο διοικητής των ναυτικών Δυνάμεων, ναύαρχος Γ. Ερκαγιά διαφώνησε με την εντολή της πρωθυπουργού Τσιλέρ για άμεση ενέργεια και αποστολή ομάδων SAT στη δυτική Ίμια, καθώς αυτός θεώρησε ότι η ενέργεια αυτή απαιτούσε απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης, μια και υπήρχε υψηλή πιθανότητα η Τουρκία να οδηγηθεί σε πόλεμο με την Ελλάδα. Η Τσιλέρ, από την πλευρά της, απάντησε ότι δεν ήταν απαραίτητη απόφαση της εθνοσυνέλευσης, καθώς η αποστολή αφορούσε αποβίβαση Τούρκων στρατιωτών σε βραχονησίδα η οποία ήταν τουρκική.
Η κινητοποίηση των σχηματισμών της 1ης τουρκικής στρατιάς με περιοχή ευθύνης την ανατολική Θράκη, καθώς και οι σχηματισμοί εφεδρείες της στρατιάς του Αιγαίου εξήλθαν από τα στρατόπεδα την προηγουμένη της τουρκικής ενέργειας στα Ίμια και όχι νωρίτερα, όπως θα ήταν αναμενόμενο, με βάση τα τουρκικά σχέδια κινητοποίησης, σε περίπτωση που η Άγκυρα είχε σχεδιάσει τη στρατιωτική της ενέργεια. Επιπρόσθετα, η κινητικότητα των σχηματισμών της 1ης τουρκικής στρατιάς, στην προσπάθειά τους να λάβουν σχηματισμούς μάχης στην ανατολική Θράκη, είχε μηδενιστεί λόγω του βαλτώδους εδάφους από τις πυκνές βροχοπτώσεις και θα είχαν σοβαρό πρόβλημα εκτέλεσης της επιχειρησιακής τους αποστολής.
Για τον τουρκικό στόλο, η κρίση αυτή αποτέλεσε ένα καλό μάθημα, αφού αποκαλύφθηκαν οι αδυναμίες έγκαιρης κινητοποίησής του και αποκλεισμού του στα στενά των Δαρδανελίων από τον Ελληνικό Στόλο, μια και αποκάλυπτε το τρωτό του σημείο, αφού η έδρα του ήταν στον κόλπο της Νικομήδειας, στο Γκιολτσούκ, πολύ μακριά από το Αιγαίο.
Πάντως, η διαδικασία λήψης απόφασης και χειρισμού της κατάστασης από τουρκικής πλευράς στο Πολεμικό Συμβούλιο στο οποίο προήδρευσε η ίδια η πρωθυπουργός με τη συμμετοχή της διπλωματικής και στρατιωτικής ηγεσίας αποτελεί ένα σαφές σημείο υπεροχής έναντι της απαράδεκτης εικόνας που παρουσίασε η ελληνική πλευρά, η οποία σε κυβερνητικό επίπεδο όχι μόνο έδειξε απροετοίμαστη αλλά ακόμη χειρότερα παρουσιάστηκε άβουλη και ανύπαρκτη να σταθεί στο ύψος της κρίσιμης περίστασης της υπεράσπισης εθνικού εδάφους, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα έλλειψη εμπιστοσύνης στις ένοπλες δυνάμεις και στις υπηρεσίες πληροφοριών, αναμένοντας τη λύση μόνο από τον ξένο παράγοντα. Επίσης, και σε επιχειρησιακό επίπεδο η ελληνική πλευρά έδειξε ότι δεν είχε επιλύσει βασικά θέματα συνεργασίας, διαλειτουργικότητας και καθορισμού των ρόλων των κλάδων και άλλων υφισταμένων διοικήσεων.
Δύο χρόνια πριν το συμβάν οι ΤΕΔ είχαν αρχίσει ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού στη βάση μιας νέας στρατιωτικής στρατηγικής, καθώς το πέρας του Ψυχρού Πολέμου άλλαζε τα δεδομένα σε επίπεδο δόγματος.
Μετά την κρίση αυτή οι ΤΕΔ ανέπτυξαν πιο επιθετικό επιχειρησιακό δόγμα, επιτάχυναν το εξοπλιστικό τους πρόγραμμα καθώς και το σχέδιο ίδρυσης μιας νέας βάσης του στόλου στο Ακσάζ έναντι της Ρόδου, επιλύοντας το πρόβλημα των χρόνων κινητοποίησης και εξαλείφοντας το στοιχείο της ελληνικής δυνατότητας αποκλεισμού του τουρκικού στόλου εντός των στενών.
Επιπρόσθετα, με αφορμή την κρίση, στην Τουρκία δημιουργήθηκε και συνεχίζει να υφίσταται η ισχυρή πεποίθηση ότι οι ΤΕΔ διατηρούν το στοιχείο της υπεροχής έναντι των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, όχι μόνο σε περίπτωση ενός γενικού πολέμου με την Ελλάδα αλλά και σε περίπτωση ενός συμβάντος τύπου Ίμια.
*Αντιστράτηγος ε.α.
Δεν υπάρχουν σχόλια