....

....

Προτελευταίοι, πρώτοι (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 25/02/2026

«Κάθε (πριν από επτά χρόνια) και καλύτερα» λοιπόν, γιατί το «κάθε πέρυσι» μας τέλειωσε – μαζί τα χρήματα που από τότε, χρόνο με τον χρόνο, χάνουν την αγοραστική τους δύναμη και δεν φτάνουν για να βγει ο ρημάδης ο μήνας. Και το λένε, το παραδέχονται οι περισσότεροι πια και στις δημοσκοπήσεις. Πως, «το 2019 ήταν καλύτερα τα πράγματα». Για την τσέπη.

Ναι, σε αυτές τις μετρήσεις που βγάζουν την ΝΔ πρώτη και με διαφορά από τον δεύτερο, έστω και με πετσοκομμένα τα ποσοστά της. Ναι, ακριβώς σε αυτές που δείχνουν «δεύτερο το ΠΑΣΟΚ» του Νίκου του Ανδρουλάκη ο οποίος ακόμη όμως πιστεύει πως «θα το γυρίσει». Με buzzer beater; Με γκολ στο 90φεύγα; Δεν ξέρω πώς – μάλλον ούτε αυτός ξέρει – αλλά «θα το γυρίσει». Πίστευε και μη, ερεύνα.

Είναι οι ίδιες δημοσκοπήσεις που συγχρόνως, αποτυπώνουν τα αριστερά κόμματα (κι ένα κομμουνιστικό) στα δημοσκοπικά τάρταρα, όπως και την κατάσταση που επικρατεί και στην ακροδεξιά – πολυδιασπασμένη κι αυτή, αλλά παρούσα. Και κυρίως, επικίνδυνη.

«Τα φτωχαδάκια της Ευρώπης», γράφει σήμερα στο πρωτοσέλιδό της η Εφημερίδα των Συντακτών, υπογραμμίζοντας πως «η Ελλάδα είναι
προτελευταία στην ΕΕ στον μέσο μισθό». «Νικάμε» βέβαια την Βουλγαρία που είναι τελευταία, αλλά κι εδώ αυτό το… «νικάμε» μια κουβέντα είναι, καθώς «το πιο άδειο» πορτοφόλι των βόρειων γειτόνων μας, διατηρεί ακόμη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από το δικό μας.

Κι αυτά είναι στοιχεία της Eurostat και δεν τα βγάζουν από το κεφάλι τους ούτε κομμουνιστές, ούτε ανθέλληνες, ούτε «ρυπαρά δίκτυα», ούτε ο «για όλα φταίει» ο Τσίπρας.

Στην Ελλάδα που ο Μητσοτάκης μετά την εκλογική του νίκη υποσχόταν πως «την επόμενη μέρα ο ουρανός θα είναι πιο γαλανός και ο ήλιος πιο φωτεινός»… μετεωρολογικά μιλούσε. Γιατί εάν μιλούσε πολιτικά-οικονομικά απευθυνόμενος «στους πολλούς», τότε θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί η χώρα βρίσκεται σήμερα προτελευταία στην κατάταξη των μέσων ετήσιων μισθών πλήρους απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με μέσο μισθό μόλις 18.000 ευρώ για το 2024. Μία θέση δηλαδή πάνω από τη Βουλγαρία (15.400 ευρώ) και μια θέση κάτω από την Ουγγαρία (18.500 ευρώ). Λες και περάσαμε στην σχετική λίστα της Ουέφτα, την Μπότεφ και κυνηγάμε πια την Φερεντσβάρος.

Συμπαθέστατα τα δυο σωματεία, αλλά εδώ επειδή μιλάμε για τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης στην οικονομία, να θυμόμαστε πως ενώ ο μέσος όρος στον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ αγγίζει τα 39.800 ευρώ, σημειώνοντας μάλιστα και αύξηση 5,2% από το 2023, εδώ στα μέρη μας, μας έλεγαν πως για την ακρίβεια δεν φταίει καμία κερδοσκοπία των καιροσκόπων της καρτελοποιημένης αγοράς. Αλλά μας έλεγαν πως φταίνε κάποιοι «εξωγενείς παράγοντες». Κάποιος άλλος δηλαδή, όχι αυτοί. Κλάσικ.

Για να μην αναφερθούμε καν στην «αγοραστική δύναμη», στα λεγόμενα και Purchasing Power Standards (PPS), όπου η Ελλάδα καταγράφει την χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ, με 21.644 PPS, σε σύγκριση με τα 55.051 PPS του Λουξεμβούργου. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως πέρα από τους χαμηλούς ονομαστικούς μισθούς, το υψηλό κόστος ζωής – ενισχυμένο από τον πληθωρισμό και την ακρίβεια σε ενέργεια, τρόφιμα και στέγαση – εξανεμίζει την πραγματική εισοδηματική ισχύ. Και οι συνέπειες βεβαίως είναι οι γνωστές: Περίπου το 26% των Ελλήνων διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με το ποσοστό (εδώ… νικάμε!) να είναι υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21%), ενώ τα «αφηγήματα» περί ονομαστικών αυξήσεων στον κατώτατο μισθό προκαλούν πλέον, οριακά συναισθήματα.

Κι όμως. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κυβέρνηση παραμένει πρώτη. Όχι γιατί οι πολίτες δεν το βιώνουν. Αλλά γιατί δημοσκοπικά τουλάχιστον, δηλώνουν πως δεν βλέπουν και εναλλακτική που να τους πείθει πως «θα το αλλάξει». Και η συστηματική φτωχοποίηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική ανατροπή. Μεταφράζεται πρώτα απ’ όλα σε ανασφάλεια. Κι η ανασφάλεια, ιστορικά, όπως στον Έρωτα έτσι και στην Πολιτικη, σπάνια γεννά ρίσκο. Γεννά θυγατέρα και την φωνάζει «Συντήρηση».

Όταν ο άλλος λοιπόν μετράει κέρματα στο σούπερ μάρκετ, ψάχνει παβλοφικά την «βεβαιότητα». Κι αν δεν του την προσφέρει κάποιος πειστικά πασπαλισμένη με τις απαραίτητες δόσεις «ασφάλειας», κρατάει αυτό που ήδη ξέρει. Ακόμη κι αν τον απογοητεύει. Ακόμη κι αν τον τσακίζει, φτωχοποιώντας τον, σε όλα τα επίπεδα.

Κι εδώ ακριβώς, επάνω σε αυτό το σχεδόν αόρατο νήμα, ακροβατεί ίσως η βαθύτερη πολιτική αντίφαση της σύγχρονης Ιστορίας: μιας κοινωνίας που δηλώνει πιεσμένη, αλλά συγχρόνως δεν μετακινείται. Όχι επειδή – στην συντριπτική της πλειοψηφία της – δεν ευημερεί. Αλλά επειδή φοβάται, τρέμει σε πολλές περιπτώσεις, «μήπως τα πράγματα γίνουν χειρότερα». Και η τρεκλίζουσα και τσιρίζουσα φωνασκώντας πολιτική ηγεμονία, το γνωρίζει καλά. Και θα το εκμεταλλευτεί περαιτέρω. Επιχειρώντας να ωθήσει τον πολιτικό διάλογο στο πεδίο του ακονίσματος των άκρων, επενδύοντας συγχρόνως στην οικονομία του φόβου.

Ποια είναι η απάντηση απέναντι σε όλα αυτά; Η πολιτική – αλλά και η μνήμη.
Όχι η κοντή.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.