....

....

Όψεις του εμπορικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1980 (του Βαγγέλη Τζούκα)

 

του Βαγγέλη Τζούκα (*)

Η νέα μονογραφία της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη Ταχύτητα και αγάπη: Ο Νέος Εμπορικός Κινηματογράφος της δεκαετίας του 1980 αποτελεί μια ευσύνοπτη αλλά και αναλυτικά πλούσια μελέτη πάνω σε μια από τις πιο παραγνωρισμένες περιόδους της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής: εκείνη της ελληνικής εμπορικής κινηματογραφικής παραγωγής της δεκαετίας του 1980. Η συγγραφέας, γνωστή για τη μακρόχρονη ενασχόλησή της με το φαινόμενο της ελληνικής βιντεοταινίας, επιχειρεί σε αυτή την έκδοση να ανασυνθέσει το κοινωνικό και αισθητικό πεδίο μέσα στο οποίο αναδύθηκε ο επονομαζόμενος «Νέος Εμπορικός Κινηματογράφος».

Η εισαγωγή «Εντός, εκτός και επί τα αυτά» λειτουργεί ως ερευνητικό μανιφέστο και ιστορικό προοίμιο για τη μελέτη. Η Κασσαβέτη διατυπώνει το επιχείρημα ότι η δεκαετία του 1970 σηματοδοτεί την παρακμή του «παλαιού» εμπορικού σινεμά (ή αλλιώς ΠΕΚ) και η επόμενη παρουσιάζει μια μεταμόρφωση του λαϊκού κινηματογραφικού φαντασιακού, όπου νέες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες (ΠΑΣΟΚ, ένταξη στην ΕΟΚ, ιδιωτική κατανάλωση, τηλεόραση) επηρεάζουν ριζικά την παραγωγή και την πρόσληψη του κινηματογραφικού προϊόντος. Ο Νέος Εμπορικός Κινηματογράφος γεννιέται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη και σύνθετη ιστορική συγκυρία, με τρομακτικές πολώσεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, που καθρεπτίζουν έως ένα βαθμό την αντίθεση μεταξύ υψηλής και λαϊκής κουλτούρας και των θιασωτών της. Έτσι, η αναβίωση της εμπορικής παραγωγής δεν χαιρετίστηκε θετικά, ειδικά από την κινηματογραφική κριτική, η οποία συλλήβδην την απαξίωσε, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. Νέστορας Μάτσας). Αντίστοιχα, η σχέση του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο τέχνης υπήρξε το ίδιο τεταμένη, με φανερή την κριτική για τον κινηματογράφο τέχνης και τη συνεπακόλουθη διαιώνιση της διάκρισης «υψηλού – χαμηλού».

Όσον αφορά τη δομή της, η μονογραφία αποτελείται από τέσσερα εκτενή κεφάλαια. Στο πρώτο από αυτά, που τιτλοφορείται «Από το κωμικό στο μουσικοχορευτικό», η συγγραφέας εξετάζει τη συνεκτικότητα και τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της κωμωδίας του 1980. Η ανάλυση των «τύπων» («Κώτσος» [Κώστας Βουτσάς] , Χάρρυ Κλυνν, «καμάκια») δείχνει πώς η ελληνική κοινωνία της Μεταπολίτευσης αυτοσαρκάζεται μέσα από φιλμ λαϊκής σάτιρας που, εκτός από την πολιτική, σκοπό έχουν να αναδείξουν τη μικροϊστορία των ηρώων που αγωνιούν για την επίτευξη του success story τους, με ηθοποιούς όπως ο Στάθης Ψάλτης ή ο Σωτήρης Μουστάκας. Παράλληλα, σημαντική είναι και η ανάδειξη του πολιτικού στοιχείου μέσα από επιθεωρησιακής φύσης και δομής κωμωδίες, που σατιρίζουν την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ.

Στο δεύτερο κεφάλαιο «Το δράμα και οι διακλαδώσεις του» αναλύονται τα μελοδραματικά και κοινωνικά φιλμ που επιχειρούν να εκφράσουν υπαρξιακή αγωνία και οικογενειακή κρίση σε μια κοινωνία ρευστή και πολιτικά μεταβαλλόμενη. Επίσης, εξετάζονται είδη όπως το ιστορικό δράμα και το θρίλερ ή η περιπέτεια.

Το τρίτο κεφάλαιο «Οι κλειστές θεματικές και οι κινηματογραφικοί κύκλοι» είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο της μονογραφίας, καθώς η Κασσαβέτη επανεισάγει την έννοια των «κύκλων» (της αλητείας, των Ποντίων, των ιερέων, των μαθητών, των Ρομά και των επαρχιωτών, των ενστόλων και των ιδιωτικών ερευνητών) ως μικρο-οικοσυστήματα θεματικής παραγωγής και κατανάλωσης. Οι συγκεκριμένοι κύκλοι προσφέρουν μια μορφή λαϊκής «σειραϊκότητας» πριν από την τηλεοπτική εποχή και, ειδικά, εκείνη της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η ταξινόμηση των θεματικών πραγματοποιείται βάσει θεματικών και σεναριακών κριτηρίων και εικονολογικών προδιαγραφών, ενώ η εμφάνισή τους συνδέεται με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, όπως στην περίπτωση του «κύκλου της αλητείας», με πιο χαρακτηριστικό φιλμ Τα τσακάλια (1981) του Γιάννη Δαλιανίδη.

Στο τελευταίο κεφάλαιο «Τα πριν και τα μετά: από την παραγωγή στην πρόσληψη», η συγγραφέας συνθέτει μια κοινωνιολογία της κινηματογραφικής παραγωγής και θεαματικότητας, με αναφορές στη βιντεοπαραγωγή, στη ραγδαία μεταβολή των επαγγελματικών πρακτικών και στη σταδιακή μετάβαση του κοινού προς τα Νέα Μέσα. Ειδικός λόγος γίνεται για τη νοσταλγία που αναδύεται ως μια δυναμική μορφή θέασης που διαμορφώνει τη σχέση μας με τις εικόνες του 1980. Αντί να λειτουργεί ως απλή αναπόληση, αποκτά ρόλο ερμηνευτικό: ανασύρει μνήμες, αναπλάθει συγκινήσεις και φωτίζει το πώς ο λαϊκός κινηματογράφος συνεχίζει να δρα μέσα στο παρόν. Η Κασσαβέτη προσεγγίζει τη νοσταλγία σαν μια σύνθετη διαδικασία, που συνδυάζει τρυφερότητα, αναστοχασμό και κριτική εγρήγορση. Σε αυτό το πλαίσιο, η νοσταλγική ματιά μετατρέπεται σε τρόπο κατανόησης του εαυτού, μια ήρεμη και παρηγορητική συνομιλία με το παρελθόν, όπου οι ταινίες της δεκαετίας του 1980 λειτουργούν σαν μικρά καταφύγια μνήμης. Εκεί, μέσα στην απλότητα των εικόνων τους, γεννιέται μια αίσθηση οικειότητας: η βεβαιότητα πως όσα αγαπήθηκαν τότε εξακολουθούν να προσφέρουν συγκίνηση σήμερα και λειτουργούν ως ένας τρόπος να σταθεί κανείς με περισσότερη κατανόηση απέναντι στην ίδια του τη διαδρομή.

Η μονογραφία εδράζεται σε μια βαθιά κατανόηση της σχέσης κινηματογράφου και κοινωνικού φαντασιακού. Η Κασσαβέτη δείχνει ότι ο «Νέος Εμπορικός Κινηματογράφος» είναι μεν μια συνέχεια της λαϊκής κωμωδίας και του δράματος, λειτουργεί δε ως μια αισθητική απάντηση στην επιτάχυνση και τη συναισθηματική ένταση της δεκαετίας του 1980, εξ ου και ο τίτλος Ταχύτητα και αγάπη, που, βέβαια, παραπέμπει και στο ομώνυμο δράμα νεανικής παραβατικότητας του Τάκη Σιμονετάτου.

Η ερευνητική μεθοδολογία της Κασσαβέτη συνδυάζει ανάλυση περιεχομένου, εικονογραφική ανάγνωση και κοινωνιολογική ερμηνεία και επιτρέπει στη συγγραφέα να αναδείξει πώς ο Νέος Εμπορικός Κινηματογράφος συγκροτεί έναν καθρέφτη των μεταπολιτευτικών μεταμορφώσεων. Η συγγραφέας ανασυνθέτει επίσης με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια τη δικτύωση των παραγωγών, σκηνοθετών και ηθοποιών, αυτό το είδος επαγγελματικής οικολογίας όπου συναντώνται οι παλαίμαχοι του Παλαιού Εμπορικού Κινηματογράφου με τους νεότερους σταρ του θεάτρου και της τηλεόρασης. Η ανάλυσή της έχει σαφή κοινωνιολογική βάση, εναρμονισμένη με θεωρίες πολιτισμικής παραγωγής (Bourdieu, Becker), χωρίς ωστόσο να χάνει τη γοητεία της αφηγηματικής γραφής. Σε ό,τι αφορά την τελευταία, το ύφος της συνδυάζει φιλολογική ακρίβεια με κριτική ευαισθησία. Το πλήθος των υποσημειώσεων, οι διακειμενικές αναφορές και η συστηματική χρήση πρωτογενών πηγών (άρθρα του Τύπου, συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό) καθιστούν το βιβλίο εξαιρετικά τεκμηριωμένο. Παράλληλα, η αφήγηση διατηρεί ένα προσωπικό βλέμμα που καθιστά το έργο και λογοτεχνικά ευχάριστο.

Στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής κινηματογραφικής βιβλιογραφίας αλλά και της διασύνδεσης κινηματογράφου με την ιστορία και την κοινωνία και την ίδια την αναπαράσταση, η μονογραφία Ταχύτητα και αγάπη έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό. Συνδέει για πρώτη φορά με τόσο συστηματικό τρόπο τον εμπορικό κινηματογράφο των 1980s με τη βιντεοκουλτούρα και την κοινωνική φαντασία της Μεταπολίτευσης. Πέρα από την ιστορική αποτίμηση, η μελέτη προτείνει και μια αναστοχαστική αναθεώρηση: ότι οι λεγόμενες «χαμηλές» ή «ευτελείς» μορφές μαζικής κουλτούρας αποτελούν δυνητικά καθρέφτες υψηλής κοινωνικής σημασίας και σημαντικά εργαλεία κατανόησης μιας εποχής όπου η αισθητική της ταχύτητας και της υπερβολής συνυπάρχει με τη νοσταλγία και τη λαϊκή τρυφερότητα. Έτσι, το βιβλίο Ταχύτητα και αγάπη διαβάζεται ταυτόχρονα ως ιστορία, ως θεωρία και ως αφήγηση. Ανασυνθέτει τη δεκαετία του 1980 μέσα από τις «ταπεινές» κωμωδίες, τα δράματα και τις μικρές παραγωγές που στήριξαν την κινηματογραφική βιοτεχνία και διαμόρφωσαν τη συλλογική φαντασία μιας γενιάς. Με αυτό το έργο, η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη κατοχυρώνει τη θέση της ως μιας από τις σημαντικότερες μελετήτριες του ελληνικού λαϊκού κινηματογράφου, προσφέροντας ένα νέο θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ κουλτούρας, τεχνολογίας και κοινωνικής εμπειρίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

 

(*) Ο Βαγγέλης Τζούκας είναι δρ Κοινωνιολογίας, διδάσκων στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

 oanagnostis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.