Το κόστος της υπακοής (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)
Τον Ιανουάριο του 2020 και λίγες ώρες πριν τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας σε ομογενείς στην Φλόριντα είχε διατυπώσει μια φράση που θα έπρεπε να μας απασχολήσει πολύ περισσότερο από ό,τι μας είχε απασχολήσει εκείνη την περίοδο: «Σήμερα σε αυτή την περιοχή του κόσμου, η Ελλάδα είναι ο πιο αξιόπιστος και ο πιο προβλέψιμος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών εντός του ΝΑΤΟ». Η αντιπολίτευση αντέδρασε στα λεγόμενά του και επανήλθε αρκετές φορές στα λόγια του, με τον ίδιο αρκετά χρόνια αργότερα, το 2024, να επιμένει και να απαντά στο συνέδριο του Βήματος για τα 50 χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με ύφος που υπονοούσε ότι η κριτική άγγιζε τα όρια της αφέλειας πως «θα έλεγα ότι είναι σχεδόν ταυτολογία. Άμα είσαι σύμμαχος, πρέπει να είσαι αξιόπιστος».
Σήμερα, με τις αμερικανικές και τις ισραηλινές επιθέσεις εναντίον του καθεστώτος της Τεχεράνης να βρίσκονται σε εξέλιξη, με τη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο (σ.σ. δηλαδή βρετανικό έδαφος) να έχει δεχθεί επίθεση με drones, με δύο ελληνικές φρεγάτες και τέσσερα F-16 να σπεύδουν στην Κύπρο και με την αμερικανική βάση της Σούδας στην Κρήτη (σ.σ. επίσης αμερικανικό έδαφος) σε πλήρη συναγερμό — η «ταυτολογία» για την οποία μιλούσε το 2024 ο Μητσοτάκης, αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Γιατί;
Διότι η στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε συγκεκριμένη στόχευση και άλλαζε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο έως τότε η Ελλάδα, στεκόταν ως «παράγοντας», ως «παίκτης» στην ευρύτερη περιοχή. Διευκολύνοντας βεβαίως τις αμερικανικές – τελικά
και τις ισραηλινές επιδιώξεις. Από το 2019 κιόλας, ξεκίνησε η επέκταση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ (MDCA) και τον Οκτώβριο του 2021 ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας υπέγραψε στην Ουάσιγκτον το δεύτερο τροποποιητικό πρωτόκολλο της συμφωνίας, που πλέον θα είχε πενταετή διάρκεια — σπάζοντας την παγιωμένη παράδοση της ετήσιας ανανέωσής της, την οποία ορθώς οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις διατηρούσαν επί δεκαετίες ακριβώς για να κρατούν ανοιχτό ένα χαρτί ισχυρό διαπραγμάτευσης απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Η νέα συμφωνία λοιπόν, ενσωμάτωσε την αμερικανική παρουσία σε Αλεξανδρούπολη, Λάρισα, Στεφανοβίκειο και Σούδα, με πρόβλεψη… αυτόματης παράτασης. Ο κ. Δένδιας μάλιστα τότε, όταν έπεφταν οι τζίφρες του ντηλ, χαρακτήριζε την εξέλιξη ως μια «πολύ καλή μέρα για την πατρίδα». Μόνο που τεχνικά, στρατηγικά μιλώντας, δεν ήταν παρά η μέρα στην διάρκεια της οποίας η Ελλάδα παραχώρησε ίσως τον πιο αποφασιστικό της μοχλό πίεσης.
Άνω τελεία.
Στο βιβλίο του «Ιθάκη» (σελ. 699), ο Τσίπρας αφηγείται τη συνάντησή του με τον τότε αντιπρόεδρο Μπάιντεν στο Νταβός τον Ιανουάριο του 2016. Ο Μπάιντεν του πρότεινε πενταετή ανανέωση της συμφωνίας για τη Σούδα. Ο Τσίπρας αρνήθηκε – ρωτώντας τον μάλιστα, τι συγκεκριμένο όφελος θα είχε η Ελλάδα από κάτι τέτοιο. Η απάντηση του Μπάιντεν τότε ήταν, «περισσότερη Αμερική στην Ελλάδα». Με τον Τσίπρα να του ανταπαντά λέγοντάς του πως «εάν θέλετε, μπορείτε να μας αγαπάτε, επαναβεβαιώνοντας κάθε χρόνο την αγάπη σας». Πέντε χρόνια αργότερα, ο Μητσοτάκης, δεν έκανε ποτέ αυτήν την ερώτηση στην αμερικανική πλευρά.
Επιστροφή στο ζοφερό παρόν.
Αυτό που σε περιόδους «ήρεμων νερών» λοιπόν, φάνταζε – και «πωλούνταν» στον δημόσιο διάλογο – ως κίνηση «γεωστρατηγικής αναβάθμισης» της χώρας μας, σε περιόδους ανάφλεξης και συγκρούσεων αποκαλύπτεται πως δεν ήταν παρά ακόμη μια κίνηση που μελλοντικά θα εξέθετε την χώρα μας σε κινδύνους. Ποια είναι τα δεδομένα σήμερα; Η Σούδα δεν είναι απλώς «μια βάση», αλλά ένα από τα βαθύτερα και πιο εξελιγμένα επιχειρησιακά λιμάνια της Μεσογείου, εξοπλισμένο να φιλοξενεί αεροπλανοφόρα. Το USS Gerald Ford, πριν αναχωρήσει μάλιστα για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, είχε ελλιμενιστεί εκεί. Την ίδια ώρα, αξιωματούχοι των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν, έχουν διαμηνύσει ότι «κάθε αμερικανική βάση στην περιοχή αποτελεί νόμιμο στόχο». Ταυτόχρονα, το ΚΥΣΕΑ τις τελευταίες ώρες έθεσε σε ισχύ την εφαρμογή έκτακτων μέτρων ασφάλειας στη Σούδα, ενώ και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ερωτηθείς σχετικά με το εάν η βάση χρησιμοποιείται για επιχειρήσεις κατά του Ιράν, αρνήθηκε να απαντήσει ευθέως. Σε μια πολεμική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη ένα βήμα από την πόρτα μας κι απαιτεί ηγεμονική σαφήνεια εκ μέρους της κυβέρνησης, το Μαξίμου επέλεξε την… διπλωματική ασάφεια. Η βαθύτερη αντίφαση όμως εδώ δεν είναι μόνο επικοινωνιακή – αλλά κυρίως δομική. Ο
κλασικός διαχωρισμός στη θεωρία διεθνών σχέσεων ανάμεσα σε «αξιόπιστο» και «δεδομένο» σύμμαχο δεν είναι σημασιολογικός — είναι η ίδια η ουσία της διαπραγματευτικής ισχύος. Ο πρώτος κερδίζει ανταλλάγματα. Ο δεύτερος παράγει γεγονότα επί του πεδίου, δίχως βεβαίως να ρωτηθεί.
Και δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Τσίπρας, που ως αντιπολίτευση χαρακτήρισε εξαρχής το δόγμα αυτό «επικίνδυνη μονοδιάστατη επιλογή», είχε επιδιώξει ως πρωθυπουργός μια διαφορετική ισορροπία: η κυβέρνησή του, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά – ενός από τους πλέον οξυδερκείς αναλυτές των παγκόσμιων εξελίξεων που πέρασαν ποτέ από το συγκεκριμένο υπουργείο – επεδίωξε ρητά την «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική», διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς διαύλους με Μόσχα, Άγκυρα και αραβικές πρωτεύουσες, χωρίς ποτέ ταυτόχρονα να αμφισβητήσει τη βάση της συμμαχίας της Αθήνας με τη Δύση. Ο ίδιος ο Κοτζιάς μάλιστα χθες με δηλώσεις του μίλησε για «διπλή παρανομία» αναφερόμενος στις επιθέσεις εναντίον του Ιράν – τόσο ως παραβίαση του διεθνούς Δικαίου, όσο όμως και ως ηθική κατάρρευση της ιδέας ότι η βία μπορεί να αντικαταστήσει τη διπλωματία που έτσι κι αλλιώς βρισκόταν σε εξέλιξη για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Και η σύγκριση όμως αναφορικά με το τι κάνουμε εμείς σήμερα, σε σχέση με το τι κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπογραμμίζει επίσης τις διαφορές. Φωτεινό παράδειγμα η Ισπανία, μέλος του ΝΑΤΟ και αυτή, που διατηρεί στο έδαφός της αμερικανικές βάσεις – την Ρότα και το Μορόν στην Ανδαλουσία. Όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις κατά του Ιράν, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε άμεσα ότι «απορρίπτει τη μονομερή στρατιωτική δράση ΗΠΑ και Ισραήλ, η οποία συμβάλλει σε μια πιο αβέβαιη και εχθρική διεθνή τάξη», ενώ ταυτόχρονα ο υπουργός Εξωτερικών του, Αλμπαρές, διευκρίνισε κατηγορηματικά πως «οι ισπανικές βάσεις δεν χρησιμοποιούνται για αυτήν την επιχείρηση και δεν θα χρησιμοποιηθούν για ο,τιδήποτε δεν συμβαδίζει με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Τελικά δεκαπέντε αμερικανικά αεροσκάφη εγκατέλειψαν τις βάσεις καθώς από εκεί δεν μπορούσαν πια να επιχειρήσουν. Η Ισπανία δέχτηκε μεγάλες πιέσεις από την Ουάσιγκτον. Αλλά, τελικά; Η Μαδρίτη δεν βρίσκεται στο στόχαστρο κανενός ιρανικού
πυραύλου.
Η σύγκριση δεν χρειάζεται σχολιασμό.
Η Ελλάδα δεν υπήρξε πάντοτε χώρα μονοσήμαντης ευθυγράμμισης. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και αργότερα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, η ελληνική εξωτερική πολιτική φρόντισε να καλλιεργήσει ένα ιδιαίτερο προφίλ. Αυτό της χώρας του δυτικού κόσμου που διατηρεί ορθάνοιχτες τις γραμμές επικοινωνίας της με τον αραβικό κόσμο και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να λειτουργεί ως ήρεμη δύναμη μέσα σε ταραγμένα ύδατα. Ο «άλλος δρόμος» δεν ήταν ποτέ μια άνευρη ουδετερότητα, αλλά η
στρατηγική αυτονομία της χώρας μας, εντός του δυτικού μπλοκ.
Εδώ όμως, αξίζει να κάνουμε μια… στάση, αναφορικά με την αποστολή ελληνικών φρεγατών και μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο. Η Λευκωσία είχε μια ανάγκη και η Ελλάδα ανταποκρίθηκε. Αυτό που αξίζει την προσοχή μας όμως, είναι κάτι άλλο – κάτι που ο ίδιος ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης το ξεχώρισε. Η Κύπρος χρειαζόταν αντιαεροπορική προστασία επειδή βρέθηκε στο επίκεντρο μιας κρίσης που δεν είχε δημιουργήσει και την οποία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, αρνήθηκε δημόσια να νομιμοποιήσει. Αν η Αθήνα είχε παράλληλα πει με την ίδια σαφήνεια αυτό που είπε και η Λευκωσία, ότι δηλαδή τα ελληνικά εδάφη και οι ελληνικές εγκαταστάσεις δεν είναι ορμητήριο επιθέσεων, τότε και η αποστολή των ελληνικών φρεγατών θα ήταν μια απόφαση με «στρατηγική αυτονομία». Αντ’ αυτού, αυτό που γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή είναι η άρνηση της κυβέρνησης απαντήσει σχετικά με το εάν η Σούδα χρησιμοποιείται (ή θα χρησιμοποιηθεί) για τις επιθέσεις των ΗΠΑ στο Ιράν. Και η διαφορά εδώ δεν είναι μικρή: η μία χώρα (η Κύπρος) ήξερε τι θέλει να υπερασπίσει. Η άλλη χώρα, η Ελλάδα, αρνείται να τοποθετηθεί.
Το μείζον λοιπόν για τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, είναι ότι «δεν υπάρχει λόγος να δημιουργήσουμε αίσθηση κινδύνου στους πολίτες», ενδεχομένως και γιατί αυτή η περιβόητη «ταυτολογία» του Μητσοτάκη αποδείχθηκε απόλυτα ακριβής. Αλλά με έναν τρόπο που δεν είχε προβλέψει κανένας: ο σύμμαχος που δεν ρωτά, δεν απαντά ούτε στους πολίτες του. Το 2016 πάντως ο Τσίπρας ρώτησε τον Μπάιντεν «τι κερδίζει η Ελλάδα». Ο Μητσοτάκης δεν έκανε ποτέ αυτή την ερώτηση.
Σήμερα όμως έχουμε την απάντηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια