Τυχερός είσαι! (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
«Τυχερός είσαι!». Τον ρωτάω «γιατί;», ενώ ετοιμαζόμουν να πληρώσω στο ταμείο. «Κοίταξε τον πίνακα;», μου απάντησε ο εργαζόμενος στο πρατήριο καυσίμων. Κοίταξα. «1,857 το λίτρο η αμόλυβδη. Μέχρι να έρθεις μέσα (σ.σ. να πληρώσεις), τσίμπηκε περίπου άλλα 4 λεπτά» Οι τιμές είχαν μεταβληθεί εν ριπή οφθαλμού κατόπιν του σχετικού σήματος που ήρθε από τα «κεντρικά», από την εταιρία. Ελάχιστα λεπτά νωρίτερα, κι αμέσως μετά την εκπομπή μου στον Αθήνα 9.84, είχα σταματήσει για να βάλω βενζίνη σε βενζινάδικο της Πειραιώς. Η τιμή στα 1,818 ευρώ το λίτρο η αμόλυβδη. Όντως, «τυχερός» ήμουν.
«Αν συνεχίσει έτσι δεν αποκλείω να δούμε και στα 2,10 την αμόλυβδη», μου έλεγε επίσης ο εργαζόμενος στο πρατήριο, εκτιμώντας πως «κάπου εκεί θα πάει και το πετρέλαιο».
«Τζάμπα πράμα», του αποκρίθηκα σκωπτικά, γέλασε πικρά κι αυτός γέλασα κι εγώ, αλλά αποφάσισα να μην του πω απολύτως τίποτε για τον Κυρανάκη, που δεν ξέρω πως τον θυμήθηκα πρωί-πρωί, ο οποίος έλεγε (έγραφε για την ακρίβεια στο πάλαι ποτέ τουίτερ, νυν Χ): «Πληρώνετε 80 ευρώ και βάζετε βενζίνη αξίας 26 ευρώ. Τα υπόλοιπα 54 ευρώ πάνε στους μετακλητούς του Τσίπρα, στα μίλια του Κουίκ, στην υγεία του Πολάκη και στις τσάντες της Παπακώστα». Αυτά τα έγραφε το 2019 οπότε παρεμπιπτόντως, την ημέρα που τα έγραφε αυτά ο Κυρανάκης, η τιμή της βενζίνης κυμαινόταν στα 1,458 ανά λίτρο. Το γράφει και η απόδειξη που μόστραρε στα σόσιαλ.
Επτά χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα της «Αναπτύξεως», των Επενδύσεων κι εν μέσω του πολέμου που μαίνεται στο Ιράν η οποία έρχεται να αθροιστεί ως «ακόμη μια κρίση» δίπλα και στις υπόλοιπες που έγιναν η αφορμή για την καταλήστευση του λαϊκού εισοδήματος, ελάχιστα γίνονται. Χθες, σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στο Μαξίμου ώστε να συζητηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου στην ελληνική οικονομία, δεν ελήφθησαν αποφάσεις και ο Μητσοτάκης απλώς έλαβε τις εισηγήσεις των συναρμόδιων υπουργών Ανάπτυξης και Ενέργειας. Αποφασίστηκε όμως – όπως ελέχθη – η κυβέρνηση εντός της εβδομάδας να οριστικοποιήσει τις παρεμβάσεις της για την αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας, ενώ ήδη Κροατία και Ουγγαρία, επέβαλλαν άμεσα πλαφόν στις τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης.
Επτά χρόνια εδώ, τι έκαναν;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στους λογαριασμούς των νοικοκυριών αλλά και στους ισολογισμούς των μεγάλων εταιρειών. Τα τελευταία χρόνια, μέσα στην περίοδο της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού, οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα έφτασαν σε ιστορικά επίπεδα κερδοφορίας, ενώ την ίδια στιγμή, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνωνόταν από τον πληθωρισμό και από τις αυξήσεις-φωτιά σε καύσιμα, τρόφιμα και ενέργεια, που διαδέχονται η μία την άλλη. Και η αντίφαση βέβαια είναι εμφανής: ενώ η ακρίβεια παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα «εξωγενών παραγόντων», τα περιθώρια κέρδους σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά σε πολλές περιπτώσεις διευρύνθηκαν. Για λίγους. Εκλεκτούς.
Η αγορά καυσίμων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα διαχρονικά
συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις υψηλότερες τιμές λιανικής στη βενζίνη, ακόμη και όταν η φορολογία ή η διεθνής τιμή του πετρελαίου δεν δικαιολογούν ανάλογη απόκλιση από άλλες που πωλούν φθηνότερα τα καύσιμα. Εντούτοις, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπου στην εξουσία δεν βρίσκονται… κομμουνιστές και μαδούροι, οι κυβερνήσεις τους επέλεξαν να παρέμβουν άμεσα στις τιμές είτε επιβάλλοντας πλαφόν, είτε αποφασίζοντας την προσωρινή μείωση των φόρων στα καύσιμα. Στην Ελλάδα; Η βασική επιλογή πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν επιδοτήσεις προς τους καταναλωτές (με εισοδηματικούς «κόφτες»), οι οποίες μπορεί σε κάποιο μικρό βαθμό να λειτούργησαν ως μηχανισμός απορρόφησης ελάχιστων εκ των κραδασμών που προκάλεσαν οι αυξήσεις. Επιδοτήσεις που σε καμία περίπτωση όμως δεν επηρέασαν την τελική τιμή στην πώληση του προϊόντος όπως αυτή διαμορφώνεται από τις εταιρίες. Στα διυλιστήρια δηλαδή.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας κατέγραψαν αδιανόητα, σκανδαλώδη υπερκέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Με την κυβέρνηση Μητσοτάκη πάντως να διατηρεί την ψυχραιμία της βλέποντας πως παρά τις έντονες αντιδράσεις, η ασθενική πολιτική δυναμική της αριστερής και προοδευτικής αντιπολίτευσης δεν φαινόταν ικανή να του δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα. Οπότε κι εκεί επικυριάρχησε η λογική των επιδοτήσεων. Δηλαδή όπως και στην περίπτωση των καυσίμων, χρήματα των φορολογουμένων επιδοτούσαν τις αυξήσεις που βάραιναν τους φορολογούμενους πολίτες, ενώ την ίδια ώρα οι εταιρίες ενέργειας θησαύριζαν. Και συνεχίζουν να το κάνουν.
Όλα αυτά βέβαια μετακυλίονται και στα προϊόντα διατροφής, στα ράφια των σούπερ μάρκετ που θυμίζουν πλέον πανάκριβες μπουτίκ κι όχι καταστήματα πώλησης τροφίμων.
Η ακρίβεια είναι μόνιμη λοιπόν, οι κρίσεις «έκτακτες» και οι παράγοντες που επηρεάζουν (αρνητικά) την τσέπη του καταναλωτή, «εξωγενείς». Μόνιμη δικαιολογία. Σταθερό επιχείρημα. Επωδός. Γι’ αυτό και το ερώτημα «τι έκαναν επτά χρόνια;» δεν είναι πια ρητορικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό. Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν η τιμή της βενζίνης ανεβαίνει πια μέσα σε λίγα λεπτά καθώς αρκεί ένα σήμα που έρχεται από τα «κεντρικά», το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διεθνής τιμή του πετρελαίου ή η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Μέση Ανατολή ελέω του πολέμου. Το πρόβλημα παραμένει αναφορικά και με το ποιος είναι αυτός που αποφασίζει να μην αγγίξει καν το σύστημα που διαμορφώνει τις τιμές στην αγορά. Και αυτό δεν είναι πια ζήτημα της αγοράς. Είναι θέμα πολιτικής επιλογής.
Δεν υπάρχουν σχόλια