Νταβατζήδες ψάχνουμε; (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Έχει – πάντα είχε – πολλές αναγνώσεις το θρυλικό, πρωτο-καραμανλικό «εξω πάμε καλά», που παραδοσιακά βέβαια εργαλειοποιεί η Δεξιά και η Νέα Δημοκρατία, όταν η κουβέντα πάει στην εξωτερική πολιτική. Μόνο που στην μητσοτακική του εκδοχή, το πράγμα σηκώνει συζήτηση. Κι αυτό συμβαίνει, ενώ συγχρόνως το «μέσα δεν πάμε καλά», έχει μόνο μία ανάγνωση. Αυτή της συλλογικά βιωμένης πια, μετα-πραγματικότητας.
Τώρα λοιπόν που πέρασε το πανηγυρικό (λόγω της επίσκεψης Μακρόν) σαββατοκύριακο κι αφού σερβιρίστηκαν με το επικοινωνιακό κιλό κι όλα αυτά τα καθιερωμένα «Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία», αξίζει να σκεφτεί κανείς «τι είδους εξωτερική πολιτική ασκεί η παρούσα κυβέρνηση;». Όπως όμως και το, «τί ρόλο θέλουμε να διαδραματίζει η χώρα μας, μέσα στο συμμαχικό της περιβάλλον;».
Την Παρασκευή, ο Γάλλος πρόεδρος έσπευδε να μας διαβεβαιώσει πως, «αν η κυριαρχία σας απειλείται, κάντε ό,τι χρειάζεται. Θα είμαστε εδώ για εσάς», στέλνοντας έτσι μήνυμα στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ελλάδα, στο «ο μη γένοιτο». Χτύπα ξύλο λοιπόν, αχρείαστοι να ‘ναι οι άνθρωποι, μόνο που όταν στην χώρα ανοίγει κουβέντα περί απειλών της εθνικής μας κυριαρχίας, το μυαλό όλων πάει αυτόματα στην αναθεωρητική γείτονάς μας, Τουρκία. Και η Τουρκία – όπως κι εμείς, όπως και η Γαλλία – είναι μέλος του ΝΑΤΟ.
Πως θα μπορούσε λοιπόν να εφαρμοστεί αυτό το «θα είμαστε εδώ για εσάς», μεταξύ (κι εναντίον) εταίρων;
Λίγα 24ωρα νωρίτερα, είχε προηγηθεί μια άλλη δήλωση. «Η Ελλάδα έχει υπάρξει πολύ υποστηρικτική. Είναι φανταστική χώρα και (σ.σ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης) είναι φανταστικός τύπος. Μας έχει βοηθήσει σε πολλά, καταλαβαίνει πόσο σημαντική είναι η κατάσταση», τόνιζε πριν λίγες μέρες ο Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας παράλληλα την Ελλάδα σπουδαία σύμμαχο και τον Έλληνα πρωθυπουργό, του οποίου το όνομα πιθανότατα δεν θυμόταν, ως «terrific guy».
«Τερίφικ» ο ένας, «τεγιφίκ» (γαλλιστί) ο άλλος και κάπως έτσι, αρχίσανε οι πανηγυρισμοί! Λες και… ξανάβαλε γκολ ο Χαριστέας!
Λες κι επιτεύχθηκε κάποια τεράστια εθνική επιτυχία που δεν έχει προηγούμενο. Σαν να επιβεβαιώθηκε ότι πλέον, «ανήκουμε στους ισχυρούς». Σαν να μην υπάρχει καμία ανάγκη πια για να αναρωτηθούμε, αν ακριβώς αυτά τα χειροκροτήματα, αυτοί οι… «τεριφικισμοί», τι ακριβώς επιβραβεύουν.
Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Διότι όχι μόνο οι δηλώσεις αυτές καθαυτές, ούτε καν ο τρόπος που εισπράχθηκαν για να καταναλωθούν από την κοινή γνώμη (ενόψει εκλογών), αλλά κυρίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται με φόντο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και τον πόλεμο που συνεχίζει να μαίνεται στην Ουκρανία, δεν έχουν σε τίποτε να κάνουν με αυτό που περιγράφεται ως «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική». Ούτε με «ισότιμες σχέσεις μεταξύ εταίρων-συμμάχων».
Αντίθετα, πρόκειται για την πιο εξόφθαλμη αλλά κι απόλυτη επιβεβαίωση της σχέσης απόλυτης εξάρτησης που έχει διαμορφώσει μια χώρα-παρίας με τους ισχυρούς της προστάτες. Κι εύλογα αναρωτιέται κάποιος: Τελικά τι ψάχνουμε; Συμμάχους ή… νταβατζήδες που (μια κουβέντα είναι αυτό) θα μας καλύψουν στρατιωτικά «αν χρειαστεί»;
Σχεδόν επτά χρόνια πια στο τιμόνι της χώρας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι σαφές πως έχει επιλέξει η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας να επενδύσει μονόπλευρα, όλο της το «χαρτί», όλο της το διπλωματικό και γεωστρατρηγικό κεφάλαιο στη Δύση – και πιο συγκεκριμένα στην τραμπική της εκδοχή σε ό,τι αφορά στις ΗΠΑ – και σε συγκεκριμένους νεοφιλελεύθερους, ευρωπαϊκούς πόλους ισχύος. Μάλιστα, η εμβάθυνση της στρατιωτικής μας συνεργασίας, οι διαρκείς επεκτάσεις «διευκολύνσεων» προς τους συγκεκριμένους συμμάχους, οι ακριβοπληρωμένοι αμυντικοί εξοπλισμοί και οι συχνές δημόσιες δηλώσεις «προβλεψιμότητας», έχουν δομήσει ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας της χώρας στο κομμάτι αυτό. Το οποίο βεβαίως παρουσιάζεται ως «μονόδρομος».
Μόνο ο συγκεκριμένος μονόδρομος, οδηγεί σε… αδιέξοδο.
Γιατί την ώρα που η Αθήνα του «τερίφικ γκάι» επενδύει στρατηγικά στη σχέση της με την τραμπική Ουάσιγκτον, οι ΗΠΑ προχωρούν για παράδειγμα κανονικά στην αναβάθμιση και πώληση F-16 στην Τουρκία. Κι αυτό συμβαίνει ενώ παράλληλα ο Αμερικανός πρέσβης στην γείτονα, Τομ Μπάρακ, τις προάλλες άφησε ορθάνοιχτο και το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, παρά την αγορά των ρωσικών S-400. Προτείνοντας μάλιστα όπως τόνισε, «στοχευμένη διπλωματία» για την επίλυση του ζητήματος. Κυρίως όμως επιβεβαιώνοντας ότι τα δικά τους, τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέρονταμ δεν ταυτίζονται -κι ούτε πρόκειται να ταυτιστούν– με τα ελληνικά.
Καλά τα σημαιάκια λοιπόν, καλές και οι γιορτές στον Λευκό Οίκο, καλές οι ομιλίες στα Κογκρέσα και ο… Αργυρός, καλές και οι επισκέψεις Μακρόν στην χώρα. Αλλά η εξωτερική πολιτική, ειδικά αυτή την εποχή, απαιτεί διαφορετική προσέγγιση.
Την περίοδο 2015-19 και εν μέσω της προσπάθειας που γινόταν από τη μία να βγει η χώρα από τα μνημόνια και από το τούνελ της χρεοκοπίας στο οποίο την έβαλαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, η εξωτερική πολιτική παρέμεινε ένα καθαρό πεδίο διεκδικήσεων και για αυτό επιχειρήθηκε μια πιο ουσιαστική και πολυδιάστατη προσέγγιση. Το άνοιγμα της Ελλάδας σε πολλά και διαφορετικά κέντρα ισχύος, η διατήρηση των σχέσεών μας και με άλλους περιφερειακούς «παίκτες», όπως και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την επίλυση ζητημάτων δεκαετιών τα οποία όχι απλώς δεν άγγιζε και δεν επέλυε κανείς, αλλά ταυτόχρονα εργαλειοποιούσε, πρωτοβουλίες που οδήγησαν σε συμφωνίες ειρηνικής συνύπαρξης, όπως ήταν η Συμφωνία των Πρεσπών, τελικά αναβάθμισαν τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας.
Κι αν στην περίοδο εκείνη υπήρξαν και αντιδράσεις για λόγους εσωτερικούς-μικροπολιτικούς, ήταν και παραμένει σαφές το γεγονός πως ουδείς διανοήθηκε να αντιμετωπίσει την Ελλάδα, ούτε ως δεδομένο σύμμαχο, ούτε ως πρόθυμο.
Κι εδώ είναι η διαφορά.
Σήμερα, κάθε δήλωση ξένου ηγέτη που μας «χαϊδεύει τα αυτιά» μετατρέπεται σε τίτλο επιτυχίας, ενώ κάθε υπαινιγμός υποστήριξης της χώρας παρουσιάζεται επικοινωνιακά ως εγγύηση ασφάλειας. Όμως η Ιστορία της Ελλάδας και της εξωτερικής της πολιτικής διδάσκει πως όποτε η χώρα επέλεξε να οικοδομήσει τις διεθνείς της σχέσεις επάνω στα σαθρά θεμέλια των φιλοφρονήσεων, στο τέλος έπεσε θύμα των ξένων επιδιώξεων και συμφερόντων – και το πλήρωσε πανάκριβα.
Γι’ αυτό και το ερώτημα παραμένει. Τελικά σήμερα τι ψάχνουμε; Συμμάχους ή προστάτες-νταβατζήδες; Ισότιμες σχέσεις ή επιβεβαιώσεις υποτέλειας;
Δεν υπάρχουν σχόλια