Φταίει πάλι ο Χατζηπετρής (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Κανένας δεν πρέπει να εντυπωσιάζεται από το γεγονός πως ο μιντιακός-επικοινωνιακός μηχανισμός της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρεί ξανά για τα μάτια του συστήματος Μητσοτάκη να κάνει το «άσπρο-μαύρο» – κι από το να δίνει εξηγήσεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να ζητάει από πάνω και τα ρέστα. Άλλωστε η άλωση του Κράτους και των οικονομικών του, πάντα πήγαινε χέρι-χέρι και με την άλωση της Πραγματικότητας, συστηματικά κι οργανωμένα από το 2019.
Τι μάθαμε λοιπόν αυτές τις μέρες;
Μάθαμε πως τα ρουσφέτια, δεν ήταν ρουσφέτια αλλά «εξυπηρετήσεις». Κι όχι απλώς «εξυπηρετήσεις» κάποιων βουλευτών προς τους ψηφοφόρους αλλά και χρέος προς την ίδια την δημοκρατία! Γιατί τέτοια λένε και σε λίγο θα πρέπει να αρχίσουμε να πιστεύουμε πως οι «κακοί» στην ιστορία αυτή δεν είναι οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο βουλευτές, αλλά οι βουλευτές που δεν κάνουν τέτοια πράγματα. Που δεν εξυπηρετούν τον κόσμο δηλαδή.
Επίσης μάθαμε πως η Λάουρα Κοβέσι, η Ευρωπαία εισαγγελέας μπορεί να είναι τελικά… βαλτή των Μαδούρων ή μπορεί να ‘ναι… κομμουνίστρια. Μάλλον όχι. Κομμουνίστρια, σίγουρα δεν είναι. Γιατί αλλιώς η Λιάνα Κανέλλη δεν θα στηλίτευε τις ενέργειές της λέγοντας πως, «δεν ήρθε με αγνές προθέσεις και το καθαρτήριο πυρ που λέγεται Κοβέσι». Μπορεί να ‘ναι όμως βαλτή των συμφερόντων και της ολιγαρχίας που βάλθηκαν να πλήξουν την «σταθερότητα». Αυτό το τελευταίο, το διάβαζα το πρωί και στο «Μανιφέστο». Και για μια στιγμή, πίστεψα πως το 2019 ο Μητσοτάκης εξελέγη πρωθυπουργός ως «γνήσιο παιδί του λαού».
Στην χώρα του Χατζηπετρή, μάθαμε ακόμη, για την ακρίβεια ακούσαμε για άλλη μία φορά, πως όλα αυτά δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν, καθώς οι ευθύνες είναι διαχρονικές, πως πάντα γίνονταν τέτοια και ως εκ τούτου πως «δεν έγινε βρε παιδί μου και κάτι τόσο σοβαρό» και για αυτό «μην κάνετε έτσι».
Η ουσία όμως είναι πως ακόμη κι αυτές οι δικαιολογίες, πολιτικά προφανώς αλληλοαναιρούνται. Λειτουργώντας κι ως δείκτης πολιτικής απόγνωσης για την συντηρητική παράταξη – οριζοντίως. Καθώς είναι ο… κρύος ιδρώτας που λούζει το μητσοτακικό κομμάτι της Δεξιάς, είναι όμως ταυτόχρονα και η αγωνία που διακατέχει για «το μέλλον της παράταξης» και τους λοιπούς βαρόνους και τα τζάκια. Κι αυτά συμβαίνουν ενώ συγχρόνως δοκιμάζεται ξανά και η ίδια η λογική, εκτός από τα νεύρα της κοινής γνώμης που τα βλέπει όλα αυτά και τρελαίνεται ενώ ταυτόχρονα με το θηρίο της ακρίβειας.
Γιατί δεν μπορεί για παράδειγμα να λες για «διαχρονικές ευθύνες» όταν μιλάς για «εξυπηρετήσεις». Γιατί δεν μπορεί αυτές οι «εξυπηρετήσεις» να ‘ναι κακό πράγμα, αφού ουσιαστικά κόσμο βοηθάς, ποτίζεις δηλαδή με δροσερό νεράκι το ευαίσθητο φυτό της δημοκρατίας. Γιατί δεν μπορείς να παριστάνεις τον θεσμικό, τον «μενουμευρωπαίο» και την ίδια στιγμή να θεωρείς την Κοβέσι «εντεταλμένη συμφερόντων».
Διαλέγεις και παίρνεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, της τριλογίας των γαλάζιων σκανδάλων, από το έγκλημα των Τεμπών μέχρι τις υποκλοπές κι από τις υποκλοπές μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η αφετηρία είναι η ίδια: η αλαζονεία της εξουσίας.
Μέχρι που μπορεί να φτάσει αυτό; Ενδεχομένως μέχρι το φθινόπωρο, «έως λίγο μετά την ΔΕΘ», υποστηρίζουν αρκετοί πια – με την προϋπόθεση πως δεν θα επισυμβεί νωρίτερα κάποιο… ατύχημα, όπως για παράδειγμα αν δεν συμβεί κάτι επιπλέον στο άλλο μέγα σκάνδαλο, σε εκείνο των υποκλοπών. Διάστημα μέσα στο οποίο όμως θα έχει – ή τουλάχιστον θα πρέπει να έχει – διαμορφωθεί κι ο πολιτικός χάρτης, αποτυπώνοντας επισήμως πια και τους νέους του παίκτες. Έναν στα δεξιά του Μητσοτάκη, την Μαρία Καρυστιανού κι έναν στα αριστερά του, τον Αλέξη Τσίπρα.
Πρέπει να τρέξουν πιο γρήγορα τα δικά τους;
Για την Καρυστιανού τα πράγματα δείχνουν απλούστερα, καθώς στην περίπτωσή της η διάθεση φαίνεται να αρκεί – ενώ είναι εμφανής η έλλειψη πολιτικής ατζέντας την οποία έχει αφήσει να πλανάται κάπου ανάμεσα σε ακροδεξιές απόψεις και στο «να είμαστε όλοι καλά». Πλαίσιο που φαίνεται αρκετό για μια μερίδα των ψηφοφόρων που προκαταβολικά δηλώνουν θετικά διακείμενοι απέναντι στο εγχείρημά της. Για τον Τσίπρα, η κατάσταση μοιάζει να είναι πιο σύνθετη καθώς αν και σε κάθε εμφάνισή του πια γίνεται ολοένα και πιο σαφής ως προς την πολιτική ταυτότητα του φορέα που θέλει να ιδρύσει, την ίδια ώρα καλείται να συνομιλήσει έστω κι έμμεσα με ανθρώπους από τον ευρύτερο αριστερό και προοδευτικό χώρο οι οποίοι όμως μεταξύ τους σχεδόν δεν μιλιούνται. Το τελευταίο πάντως, στη φάση αυτή αποτελεί περισσότερο πρόβλημα δικό τους, παρά του Τσίπρα.
Ο Τσίπρας καλείται να σταθμίσει τον χρόνο. Γιατί στην πολιτική, το «πότε» είναι συχνά πιο καθοριστικό από το «πώς». Άλλωστε το είπε και ο ίδιος. «Το ραντεβού σου με την Ιστορία πρέπει να γίνει στην ώρα του. Ούτε να πας και να σε στήσει, ούτε πολύ πιο πριν. Νομίζω θα γίνει στην ώρα του».
Δεν υπάρχουν σχόλια