....

....

Οι ψεύτικες μνήμες (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 29/05/2026

  • «Το παρελθόν είναι ό,τι θυμόμαστε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε, ό,τι έχουμε πειστεί πως θυμόμαστε ή που προσποιούμαστε ότι θυμόμαστε», είχε πει ο σπουδαίος Βρετανός θεατρικός συγγραφέας, Χάρολντ Πίντερ. Και ακριβώς επάνω σε αυτή τη βάση κινούνται τα πράγματα τα τελευταία 24ωρα – ειδικά μετά την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στα πράγματα, που προκάλεσε μεγάλη αναταραχή (υπέροχη κατάσταση!).

Επανέφερε στην επιφάνεια μίση αλλά και πάθη. Στους εχθρούς τους πολιτικούς, αλλά και στους άσπονδους – κι ασπόνδυλους – πολιτικούς «φίλους». Που ομαδόν, στη βάση ενός ανεξήγητου, πηχτού θυμού, χολερισμού κι εκδικητικότητας, στα οποία μοιάζουν σχεδόν να βρήκαν οι απανταχού αλάνθαστοι πολιτικά, το νόημα της ζωής. Κι «επιχειρηματολογούν» για όσα έκανε και για όσα δεν έκανε. Για όσα είπε και για όσα δεν είπε. Μετρώντας τα πάντα στα μέτρα της πιο άθλιας μητσοτακικής προπαγάνδας, με μια εσάνς «ηθικής» που κάνει ακόμη του με ακρίβεια χιλιοστού, με το παχύμετρο της δικής τους.

Καμιά κουβέντα πολιτικής ουσίας. Καμία συζήτηση για τα κρίσιμα, στην προγραμματική στη βάση του για παράδειγμα, «τι λέει ο κύριος Τσίπρας για την ακριβεία; Εμείς προτείνουμε αυτό». Αοριστολογίες και μπαρουφολογίες – να φάει κι ο κόσμος, που τρέφεται με pass. «Να βάλει νέα πρόσωπα», «ποιοι είναι αυτοί που διάλεξε;», «κατηγορούσε τους παλιούς του συνεργάτες», «μαζεύει ξανά τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ», «μας έφερε τα μνημόνια», «μας έφερε το τρίτο μνημόνιο», «έκανε το ‘όχι’, ‘ναι’», «τολμάει να μιλάει αυτός;».

Η εμφάνιση της κυρίας Μαρίας Λεπενιώτη χθες στον Άρειο Πάγο στο πλευρό του Τσίπρα δεν ήταν «εικόνα» για τηλεοπτική κατανάλωση. Ήταν, αποτελεί, ξεκάθαρη επιλογή, ενώ στέλνει και σαφές σαφέστατο μήνυμα στους ξεδιάντροπους για τις προτεραιότητες – τις πολιτικές προτεραιότητες. Άλλωστε, όταν μιλάμε για την Λεπενιώτη, μιλάμε για την νομικό το όνομα της οποίας έχει συνδεθεί με την καταδίκη της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή».

Ο Τσίπρας δεν μιλά όμως με τις επιλογές του για πρώτη φορά για το πόσο σημαντική είναι η λειτουργία, η ύπαρξη του κράτους Δικαίου. Το έκανε ήδη πολύ πριν από το 2015, μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της πολιτικής, οικονομικής αλλά και ηθικής χρεοκοπίας της χώρας. Το έκανε και μετά την εκλογική ήττα του 2019, όταν κατά την πρώτη θητεία της μητσοτακικής λαίλαπας «έσκασε» το σκάνδαλο των υποκλοπών. Το έκανε και το 2023 και στη σκιά και του εγκλήματος των Τεμπών, όταν εκείνη την εποχή ο βαριά πληγωμένος (αλλά και δολοφονημένος) πολιτικά ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, παρά τα λάθη του στο πεδίο της άσκησης αντιπολίτευσης, επέμενε – όπως και ο τότε πρόεδρός του – να μιλά για τα ζητήματα αυτά. Της Δικαιοσύνης. Της ορθής λειτουργίας των θεσμών. Τελικά, της Δημοκρατίας. Και το έκανε παρά τις… συμβουλές ορισμένων φωστήρων πως «ο κόσμος δεν ασχολείται με αυτά. Ο κόσμος κοιτάει την τσέπη του». Θα ήταν αδύνατο λοιπόν, θα ήταν περίεργο ο Τσίπρας, να μην το κάνει και τώρα.

Όμως, οι «αλάνθαστοι» προτιμούν να μην μιλούν γι’ αυτά, αλλά – πιντερικά μιλώντας – προτιμούν να συνεισφέρουν το… τουβλάκι τους στο lego του οικοδομήματος της συλλογικής αμνησίας. Θέατρο κανονικό. Θίασος ολόκληρος.

Άλλοι θυμούνται την «καταστροφική διακυβέρνηση», επιστρατεύοντας το φάντασμα των capital controls, των κλειστών τραπεζών και τρέφονται από τον μύθο των (οι αριθμοί ποικίλουν, όπως και τα γούστα) «86», «96», «106», «156» δισεκατομμυρίων της διαπραγμάτευσης. Ξεχνούν όμως σκόπιμα, ότι οι τράπεζες είχαν ήδη χρεοκοπήσει και είχαν ήδη ανακεφαλαιοποιηθεί δύο φορές από τις δικές τους κυβερνήσεις «σωτηρίας», φορτώνοντας βεβαίως τα βάρη στις πλάτες του ελληνικού λαού. Ξεχνούν ότι η δημοσιονομική ασφυξία και το κλείσιμο των τραπεζών το 2015 δεν ήταν επιλογή της Αθήνας, αλλά ένας ωμός, εκδικητικός εκβιασμός της ΕΚΤ για να καμφθεί το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού.

Άλλοι προσποιούνται ότι θυμούνται το 3ο Μνημόνιο ως «το χειρότερο όλων». Και κάπου εκεί η επιστήμη της πολιτικής εξαπάτησης παγώνει και σηκώνει τα χέρια ψηλά. Κρύβουν κάτω από το παχύ χαλί της προπαγάνδας ότι το τρίτο μνημόνιο, μέσα σε όλα τα δεινά που προκάλεσαν οι προηγούμενοι, ήταν το μοναδικό με χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα (0,5% το 2016, 1,75% το 2017, 3,5% το 2018), σε σχέση με τα εξοντωτικά που είχαν υπογράψει με χαρά οι Σαμαράς και Βενιζέλος (που προέβλεπαν έως 4,5% του ΑΕΠ σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα μέσα στην καρδιά της κρίσης).

Κυρίως, όμως, παριστάνουν πως ξεχνούν, δηλώνοντας συγχρόνως «προδομένοι» και «προδομένες» μιλώντας από τον… «ούλτραπαραπολυεπαναστατικό» τους βατήρα «κωλοτούμπες». Ξεχνούν τάχα ότι από όλα τα εφιαλτικά μνημόνια μέσα από την τρίτη συμφωνία, τελικά οδηγηθήκαμε στην καθαρή έξοδο από την επιτροπεία τον Αύγουστο του 2018. Ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν παρέδωσε στην επόμενη κυβέρνηση άδεια ταμεία σαν αυτά που παρέλαβε, αλλά ένα χρέος ρυθμισμένο και το περίφημο «μαξιλάρι» των 37 δισεκ. ευρώ. Το τι είδους κυβέρνηση ήταν η επόμενη έχει ήδη απαντηθεί. Το τι έπρεπε ή θα μπορούσε να συμβεί με αυτό το ποσό, γράφει σχετικά ο Τσίπρας στην «Ιθάκη» κάνοντας και την πολυπόθητη από τους «αμόλυντους» και σε αντίθεση με αυτούς, αυτοκριτική του.

Υπάρχουν κι εκείνοι που θυμούνται την «καταστροφή της μεσαίας τάξης», οι ίδιοι άνθρωποι που την περίοδο 2010-2014 της εξαΰλωσαν το 25% του εισοδήματός της. Κατηγορούν για «ανικανότητα» την κυβέρνηση του Τσίπρα που, μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς οικονομικού πολέμου, κατάφερε να μειώσει την ανεργία κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, να δώσει πρόσβαση στην υγεία σε 2.500.000 ανασφάλιστους και να ρυθμίσει το δημόσιο χρέος.

Όλος αυτός ο θόρυβος όμως, προφανώς δεν γίνεται για το παρελθόν. Γίνεται γιατί γνωρίζουν τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.

Όταν η Δεξιά των απλήρωτων χρεών των 500.000.000 ευρώ στις τράπεζες, συμμαχεί έστω κι άτυπα, με τους εγχώριους πολιτικούς «μαγαζάτορες» και τις 40 αποχρώσεις της ανδρουλακικής και μη Κεντροαριστεράς, αγκαζέ με τις λοιπές δήθεν αντισυστημικές δυνάμεις για να πετάξουν λάσπη, δεν το κάνουν επειδή ο Τσίπρας «απέτυχε». Το κάνουν γιατί γνωρίζουν καλά, φαίνεται από τις αντιδράσεις τους, πως η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ έρχεται να καλύψει ένα κενό (σε τί βαθμό μένει να φανεί), ένα κενό που τα τελευταία χρόνια οι ίδιοι πάντως δεν μπόρεσαν να καλύψουν. Το χειρότερο – για αυτούς; Διαλύει τις βολικές (αν)ισορροπίες και συγχρόνως χαλάει τη σούπα της αοριστολογίας.

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη και η κατάσταση έφτασε στο μη παρέκει. Ήρθε λοιπόν η στιγμή που – κόμματα, αλλά και οι πολίτες – θα πρέπει να μιλήσουμε για την πολιτική. Με όρους πολιτικούς. Κι όχι με όρους σόου, εμπάθειας κι επιλεκτικής μνήμης.

Τα υπόλοιπα θα κριθούν στις κάλπες.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.