Ρεσώ και βεντάλιες (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Θυμάστε τι έλεγε τον Σεπτέμβριο του 2021 ο τότε υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας; Που δήλωνε πως η πραγματική επιβάρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος για τα νοικοκυριά με κατανάλωση έως 300 kWh δεν θα ξεπερνούσε το 1 με 2 ευρώ τον μήνα; Και πως αυτό θα επιτευχθεί, χάρη στις επιδοτήσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη και ότι παρά τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μας έλεγαν να μην ανησυχούμε και άλλα τέτοια πολύ επικοινωνιακά και χαριτωμένα;
Ε, τελικά οι λογαριασμοί ενέργειας αυξήθηκαν. Κι όχι «1 με 2 ευρώ», αλλά δραματικά. Και μαζί με τις αυξήσεις αυτές ήρθε – ως αναμενόταν – και το πρώτο μεγάλο κύμα ακρίβειας στα προϊόντα, που δεν ήταν όμως και το μοναδικό καθώς ακολούθησαν κι από ό,τι φαίνεται ακολουθούν, κι άλλα.
Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα; Εάν διατηρηθούν οι τρέχουσες τιμές στην ενέργεια, τα ελληνικά νοικοκυριά θα χάσουν κάπου 400 ευρώ το 2026 απ’ όλες τις αυξήσεις τιμών έναντι 375 ευρώ, που θα χάσει το μέσο νοικοκυριό της ΕΕ. Αν όμως επικρατήσει το «σοβαρό» σενάριο, όπου η ευρωπαϊκή οικονομία θα πλησιάσει σε ύφεση, τότε το κόστος για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες θα ανέλθει στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των περίπου…. 2000 ευρώ! Το οποίο βέβαια είναι και πάλι υψηλότερο από τα 1750 ευρώ του μέσου ευρωπαϊκού νοικοκυριού, όπως μεταδίδει από τις Βρυξέλλες η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Τα Νέα», Μαρία Βασιλείου.
Με ρεσώ το χειμώνα λοιπόν και βεντάλιες το καλοκαίρι. Μήπως αυτό να εννοούσε τελικά ο Σκρέκας με το «1 με 2 ευρώ τον μήνα»;
Οι αριθμοί αυτοί δεν προκύπτουν ούτε από το κεφάλι της συναδέλφου, ούτε από τις εκτιμήσεις κάποιου οικονομικού αναλυτής αριστερόστροφου μέσου, αλλά από τα στοιχεία της έκθεσης που συνέταξε για το θέμα το ΔΝΤ και παρουσίασε χθες η Όια Σέλασον, αναπληρώτρια διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Ταμείου, στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης.
«Ναι, αλλά υπάρχουν εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν δραματικά και την αγορά ενέργειας», λένε από την κυβέρνηση – και το παπαγαλίζουν και οι μιντιακοί της υποστηρικτές. Ενώ, προεκτείνοντας την συζήτηση σχεδόν πάντα πηγαίνουν την κουβέντα και στην «σημερινή εικόνα κερδοφορίας της ΔΕΗ» που «χρεοκόπησε επί ΣΥΡΙΖΑ», γιατί το 2015 φοριέται πάντα πολύ – και τελευταία επανήλθε για καλά στην πολιτική… μόδα.
Μόνο που τα πράγματα είναι – κι εδώ – διαφορετικά. Επισήμαινε χθες το Ινστιτούτο του Αλέξη Τσίπρα: «Το καθαρό χρέος της ΔΕΗ το 2014 ήταν 4,9 δισεκ. ευρώ και το 2019 μειώθηκε στα 3,6 δισεκ. ευρώ. Αυτή η μείωση επιτεύχθηκε ενώ παράλληλα στηρίχθηκαν αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από πρόσθετη ενεργειακή επιβάρυνση, διατηρώντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε βιώσιμα για τους καταναλωτές επίπεδα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά και τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Σήμερα η ΔΕΗ με την επενδυτική της στρατηγική καταγράφει σχεδόν διπλάσιο καθαρό χρέος (6,5 δισεκ. ευρώ) σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2019».
Επειδή είναι ηλίου φαεινότερο πια το τί συνέβαινε τότε (σ.σ. την περίοδο 2015-19 κι εν μέσω μνημονίων) και το τί συμβαίνει τώρα, κι ενώ οι συγκρίσεις μπορούν να γίνουν εύκολα μιλώντας κανείς αποκλειστικά και μόνο την γλώσσα των αριθμών, το ερώτημα είναι ένα – και μοναδικό: Θα μπορούσε σήμερα μία κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το τσουνάμι της ακρίβειας;
Να το εξαλείψει πλήρως, δύσκολα. Θα μπορούσε όμως να κάνει ουσιαστικές κινήσεις που και εντός του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου κινούνται και που έχει αποδειχθεί πως άμεσα μπορούν να ανακουφίσουν τους οικονομικά πιο ευάλωτους. Δηλαδή τα λαϊκά νοικοκυριά που ήδη έχουν γονατίσει.
Μέχρι και το ΔΝΤ χθες, δια στόματος Σέλασον προειδοποιούσε τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρώπης πως οι κυβερνήσεις θα πρέπει να υιοθετήσουν στοχευμένα και προσωρινά μέτρα για την αντιμετώπιση των αυξημένων ενεργειακών τιμών, λόγω της κρίσης που μαίνεται στη Μέση Ανατολή. Ανάμεσα σε 125 μέτρα στήριξης που εξέτασαν όπως είπε, το 70% των χωρών υιοθέτησε τουλάχιστον μία μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης ενώ πολλές περιόρισαν την μετακύλιση των τιμών, επιδοτώντας εταιρίες, μειώνοντας τους συντελεστές ΦΠΑ ή εισάγοντας άλλα μη στοχευμένα μέτρα.
Τρόποι υπάρχουν λοιπόν. Πάντα υπήρχαν. Μόνο που η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβέρνήσεις, και στο πεδίο αυτό είναι σαφές πως έχει κάνει ήδη τις επιλογές της. Κι αυτές ταξικά, είναι βαθύτατα μεροληπτικές – υπέρ των οικονομικά πιο ισχυρών. Και το έδειξαν οι άνθρωποι, από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Αντιμετωπίζοντας και την ΔΕΗ με όρους κερδοφορίας (και μερισμάτων για τους επενδυτές) κι όχι κοινωνικής αποστολής. Αντιμετωπίζοντας τελικά και την ενέργεια ως χρηματιστηριακό προϊόν κι όχι ως ένα πολύ προσιτό κοινωνικό αγαθό, στο οποίο όλοι να έχουν δικαίωμα πρόσβασης.
Δεν υπάρχουν σχόλια