Αργά, σταθερά και διαβρωτικά μια καινούργια έννοια απείκασε την πολιτική σκέψη των ανθρώπων, ως απότοκο του ΤΙΝΑ, του «δεν υπάρχει εναλλακτική».

Η έννοια της «κυβερνησιμότητας», το νέο ιερό δισκοπότηρο που προβαλλόμενο ως απόλυτο διακύβευμα σταματά στ’ αλήθεια κάθε συζήτηση για το περιεχόμενο της.

Η χώρα σου θέλεις να κυβερνηθεί με κάθε κόστος όπως θα ήθελες η κόρη σου να παντρευτεί κάποτε με κάθε κόστος, ανεξάρτητα το ποιόν του «προξενεμένου», αρκεί να φύγει από πάνω σου η ευθύνη.

Η αντίληψη αυτή ακυρώνει ακόμη βαθύτερα την έννοια του και της πολίτη, που θα ενδιαφερόταν ενεργά για το κοινό  – και μέσα σε αυτό – το ατομικό του μέλλον.

Η ίδια η ζωή απεχθάνεται το απόλυτο που την συντρίβει και θα έπρεπε να αποζητά συμβιβασμούς.

Αλλά συμβιβασμός που δεν παίρνει υπόψη την πραγματικότητα, δεν αναλύει, δεν αποζητά να αντιπαραθέσει, να αντιπροτείνει, ως πόλο κάτι ουσιαστικά διαφορετικό είναι μια λέξη κίβδηλη που απλώς ενισχύει τον ήδη προεπιλεγμένο πόλο.

Έτσι κι αλλιώς η πολιτική θεωρία έχει εδώ και δεκαετίες αναδείξει πως ο διάλογος που κατεβαίνει στο κοινωνικό σώμα (στο ποιο;) είναι μεταξύ των κυρίαρχων αφηγημάτων που προβάλλονται από πανίσχυρους μιντιακούς οργανισμούς και κοινωνικοπολιοτικά τραστ αυθαίρετα ως τα μόνα λογικά και αφηγημάτων που αφορούν μια στιγματισμένη αλλογλωσία, μια άποψη που έχει εσωτερικευθεί ως γραφική, ανεδαφικη, επικίνδυνη.

Είναι ενδιαφέρον πως τα κοινωνικά υποκείμενα του σύντομου 18ου αιώνα, του πιο πυκνού όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα – κι αυτό περιλαμβάνει και το 1821 – αιώνα που πλευρές του, προσαρμοσμένες στα νέα διακυβεύματα επανέρχονται, δεν είχαν την ίδια στάση παρά τον γενικευμένο ζόφο.

Το κοινωνικό φαντασιακό μπορούσε να είναι ακόμη ζωντανό, και οι προσδοκίες που πάντα καθορίζουν – ατομικές και συλλογικές – αυτοεικόνες και πραγματώσεις όσων ‘υπόσχονται’ δεν θρηνούσαν μα πρότειναν.

Κάτι που κάτω από τα υπερτεχνολικά φώτα και τον μικρότερο εν συγκρίσει ζόφο, δεν συμβαίνει σήμερα, χτίζοντας ένα άρρητο σκοτάδι.

Να συνδέεται με το φαινόμενο Φλυνν? Την μείωση του iq που παρατηρείται παγκόσμια αφού πια σκέφτονται, διαβάζουν, ‘προτείνουν’ κι ονειρεύονται άλλοι (μέσω μηχανημάτων) για μας;

Για τη ώρα είναι λογικό άλμα αφού είναι πολυπαραγοντικό το φαινόμενο. Να συνδέεται με την βαθιά χειριστική μηχανική του καπιταλισμού που σε βάζει ως μικροϊδιοκτήτη, μικροκερδοφόρο στο υπνωτικό κάδρο ώστε να έχεις κάτι να χάσεις ενώ η μικρή ιδιοκτήσια, εξίσου αργά και σταθερά, αποσύρεται;

Όπως και να έχει όλες οι προβεβλημένες εκφορές του πολιτικού συστήματος (κι ενώ οι μη προβεβλημένες αποτελούμενες από κατά βάσην κουρασμένους, μπερδεμένους και συχνά φίλαυτους ανθρώπους αδυνατούν να συγκροτηθούν, αποκλεισμένες από ένα κοινωνικό σώμα που αρνείται να βοηθήσει το ίδιο το μέλλον του), κι ανάμεσα τους η συστημική αριστερά που έχει εδώ και χρόνια κατακτήσει ‘το προσδοκώμενο’ ακυρώνοντάς το διπλά, ακολουθούν και κουνούν εκφοβιστικά προς το απομονωμένο κατά βάσην κοινωνικό υποκείμενο την γυμνή από κάθε συγκριτική, αποκαλυπτική συζήτηση για το περιεχόμενό της κυβερνησιμότητα.

Θα ήθελα εδώ να αντιπαραβάλω γειώνοντάς την προσέγγιση ένα παράδειγμα που αδυνατούν να ακολουθήσουν – περίκλειστοι στους μηχανισμούς που ανακυκλώνουν το ίδιο και τους ίδιους – μικροί και μεγάλοι ‘οργανισμοί’ εξ αριστερών (οι ίδιοι που προβάλλουν το κάντο όπως ο Μαμντάνι), αφού μοιάζει να μην το αποζητά και μια ‘κουρασμένη’ και από όλα αυτά κοινωνία

Εκπροσωπώντας μια αριστερά που άνθιζε από τα κάτω σε χέρσα μάλιστα γη, μια αριστερά τόσο αντίθετη με σημερινές προσωποπαγείς – μεγάλες και μικρές – εκφορές της, η ΔΝΛ, συνεχίζοντας πλευρές της ΕΠΟΝ, όργωσε αστικές γειτονιές και μακρινές επαρχίες.


Οι φοιτητ(ρι)ές και οι εργαζόμενοι/ες, τα κινήματα του 1-1-4 και του «15% για την παιδεία», η Κίνηση Νέων Bertrand Russell για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό, συστεγαζόμενα ή συνεργαζόμενα με τη ΔΝΛ, απευθύνθηκαν σε όλες τις κοινωνικές συσσωματώσεις που υπέφεραν από τον αποκλεισμό, την βία, την μετανάστευση.

Το κίνημα εκείνης της εποχής, παρά την αυταρχική αστυνόμευση και μια τρομοκρατία την οποία δεν μπορούμε εύκολα να φανταστουμε σήμερα, πραγματοποιούσε δράσεις αλληλεγγύης συνδέοντας τα δικαιώματα με τις κοινωνικοπολιτικές υποχρεώσεις, στηρίζοντας πχ (και) εργαζόμενες στην δημιουργία των συνδικάτων τους: «Εμείς δεν κομματικοποιούσαμε τους ανθρώπους…»

Είχαμε μια κοινωνική δραστηριότητα και υποστηρίζαμε τον κόσμο όπου υπήρχε πρόβλημα και, από την άλλη, είχαμε τη λέσχη και τα γραφεία μας» θυμάται ο Γιάννης Χρυσάφης.

Αλλά πραγματοποιούσε και μεγάλες πολιτιστικές εξορμήσεις, όπως το Φεστιβάλ της Ελληνικής Νεολαίας, τη δημιουργία καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, χορωδιών, «μπαλέτα λαϊκών χορών» όπως τα αποκαλούσαν και συγκρότηση θιάσων, με ‘άμιλλα’ για την καλύτερη παράσταση, αθλοπαιδιές ώστε να στηριχθεί ο λαϊκός αθλητισμός.

Ανάμεσα τους, κι αφού διοργανώνονταν παράλληλα συσκέψεις γυναικών ή για τις γυναίκες σε κεντρικά θέατρα της Αθήνας, γίνονται τα πρώτα φεστιβάλ επικεντρωμένα στις γυναίκες, που σε μια εποχή ζόφου αποκαλούνται ως αντίδραση ελπίδας “Φεστιβάλ Χαράς και Δημιουργίας”.

Ενώ την ίδια ώρα έχτιζαν δρόμους, (δεν κάνω πλάκα) ή οχυρώσεις για πλημμύρες σε απομονωμένα χωριά, με συλλογική δουλειά καλώντας σε συμμετοχή τους κατοίκους. Τώρα γλύψιμο και απαίτηση να μην καθαρίζεις ούτε τα ξερά χόρτα στην αυλή σου, πρόσληψη των δικαιωμάτων ως καταναλωτικών προϊόντων κι όχι ως μέρος των πολιτειακών και προσωπικών μας υποχρεώσεων.

Παρά κάποιες ειρωνείες, όσον αφορά τις γυναίκες, αλλά με την στήριξη της οργάνωσης, όχι μόνο πραγματοποιήθηκαν ολιγοήμερα φεστιβάλ αλλά και τα λεγόμενα «20ήμερα της Λσμπράκισσας»(!) με πρόταση της Καίτης Τσαρουχά.

Η ίδια η οργανωτική λογική τα διαχωρίζει αρκετά από τα μετέπειτα φεστιβάλ, αφού ζητούμενο ήταν η συνδιαμόρφωση και η τελική δημιουργία τους από τις αποκλεισμένες και τους αποκλεισμένους κατοίκους των μακρινών επαρχιών ή των κρυμμένων αστικών περιοχών.

«Με την βοήθεια της Γεωργίας Σαρηγιαννίδου και της Γεωργίας Σαντινίδου, οργώσαμε για 2 χρόνια (2 φεστιβάλ πρόλαβαν να γίνουν πριν την Δικτατορία) χωριό χωριό την Μακεδονία, με αγροτικά με γαϊδουράκια ερωτηματολόγια για καταγραφή των απόψεων των γυναικών, μελέτες για την προίκα κλπ, εντελώς πρωτοποριακά πράγματα για την εποχή τους», θυμάται.

Τώρα πατερναλισμός (και ενίοτε ως αναπαραγωγή ματερναλισμός) του κερατά, ξερολισμός, ιδεοληψίες έλλειψη κριτικής στάσης κι ας την ευαγγελίζεσαι ως πρόταγμα δημιουργίας του αιώνια προσδοκώμενου ‘άλλου’ και της ‘άλλης’ ανθρώπου, και δομική αναπαραγωγή όσων καταγγέλλεις.

Σε αντίθεση η ΔΝΛ αναδείχθηκε ένα τεράστιο νεολαιίστικο κίνημα που συνδέθηκε με αυτό που ονομάστηκε ως «τελευταία άνοιξη», αφού πρόταξε πως πολιτική δίχως κοινωνική συμμετοχή και πολιτιστική αναγέννηση δεν μπορεί να υπάρξει.

Άνοιξε, έτσι, πρόσκαιρα, εύθραυστά λόγω ετεροκαθορισμών ναι, μα πολύτιμα την ΄θδα ώρα, έναν δρόμο, με αποκεντρωμένη και αντι-ιεραρχική δομή, αφού ‘απαιτούσε’ την συμμετοχή όλων των επαρχιών, κι ανθρώπων, απαιτούσε ένα ‘άλλο ήθος’ (που έχει γενικότερα υποχωρήσει και μέσα στην αριστερά) που αναζητούσε τον και την πολίτη κι όχι τον Σωτήρα.

Αυτό δεν είναι για να τα κάνει όλα ίσωμα στην απόλυτη λογική ‘τι πλαστήρας τι Παπάγος, τι Μητσοτάκης τι Τσίπρας’.

Σε δύσκολες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε υπερ των πολλών κάποια πράγματα, μακροκοινωνιολογικά όμως επέδρασε αρνητικότερα από ο,τιδήποτε άλλο.

Γι’ αυτό άλλωστε, επειδή συνεισέφερε μέγιστα στην συντηρητική παλινόρθωση, κι επειδή δεν πρότεινε μια συλλογική προσπάθεια αλλά έσπασε τις οργανώσεις βάσης κι άρα κατέστρεψε το πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό αντιπαράδειγμα, επειδή αντιμετώπισε τα Μνημόνια ως αφορμή να πάρουμε την αρχή υποσχόμενοι σε κοινωνικές μερίδες την επανάκτηση προνομίων κι όχι ως εφαλτήριο δημιουργίας μιας άλλης, συλλογικότερης αντίληψης, έχει στις μεταξύ Τσίπρα και Μητσοτάκη αναμετρήσεις ένα εμβληματικό 3-0.

Αρέσει δεν αρέσει να το διαβάζουν κάποιοι και κάποιες, εάν το ματς ήταν ποδοσφαιρικό δεν θα προσλάμβαναν εύκολα τον ίδιον προπονητή.

Κοινώς -και παρόλο που κατανοώ εν μέρει την απελπισία που συνέβαλλε στην επιλογή αλλά δεν σέβομαι τα κριτήρια της- για να παραφράσουμε ελαφρά τον γνωστό στίχο του Μεσημέρη ‘ΕΛΑΣ ΕΛΑΣ τι θα γίνει φίλε μου με σας;’

Όταν δεν σκέφτεσαι διαφορετικά, όταν διαφορετικά δεν πράττεις, όταν έχεις παραδοθεί στο πρώτα βρίσκεται η λύση και μετά δημιουργείται το πρόβλημα, όταν αποδέχεσαι άκριτα και πολύ βολικά για τις δομές και τους εκπροσώπους τους μα (και) για σένα στο σωτηριολογικό φαινόμενο, άξιος/α μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας, τότε There is no Alternative indeed!


tvxs.gr