....

....

Ο ιταλοθρεμμένος ελληνόγλωσσος ποιητής (και μεταφραστής) Κάλβος (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

Ευριπίδης Γαραντούδης

  Το βιβλίο του Μιχαήλ Πασχάλη, Ο αινιγματικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος, έρχεται να λειτουργήσει ως συνέχιση, συμπλήρωση και ενίσχυση του συστηματικού ερευνητικού στόχου ο οποίος αναπτύχθηκε πριν από 13 χρόνια στο προηγούμενο αναφερόμενο στην ποίηση του Κάλβου βιβλίο του συγγραφέα, με τίτλο Ξαναδιαβάζοντας τον Κάλβο. Ο Ανδρέας Κάλβος, η Ιταλία και η αρχαιότητα (2013).[1] Καθώς είχα κρίνει δημόσια εκείνο το βιβλίο,[2] αποτελούμενο από ένδεκα μελέτες γραμμένες την περίοδο 2008-2013, θα επαναλάβω εδώ τις βασικές μου διαπιστώσεις αναφορικά με ό,τι έκρινα ως συστηματική προσπάθεια για μία πράγματι νέα ανάγνωση του ελληνόγλωσσου ποιητικού έργου του Κάλβου στο σύνολό του. Η επανάληψη των διαπιστώσεών μου έχει τη σημασία της, προκειμένου να σταθμιστεί καλύτερα η συνεισφορά του νέου βιβλίου ως συνέχισης, συμπλήρωσης και ενίσχυσης του ερευνητικού στόχου.

Η προσπάθεια του Πασχάλη, λοιπόν, αφορούσε δύο αλληλένδετους και σε μεγάλο βαθμό επικαλυπτόμενους ερευνητικούς άξονες. Όπως ο ίδιος προσδιόρισε αυτούς τους άξονες στην εισαγωγή του παλαιότερου βιβλίου του, ο πρώτος άξονας αφορά τη σχέση της ποίησης του Κάλβου με την ιταλική γλώσσα και την ιταλική ποίηση και ο δεύτερος τη σχέση της ποίησης του Ζακύνθιου ποιητή με την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα και ειδικότερα με την αρχαία γραμματεία. Ως προς τον πρώτο ερευνητικό άξονα, ο Πασχάλης έδειξε πειστικότατα, ξαναπιάνοντας το νήμα της σχέσης του Κάλβου με την ποίηση ιδίως του Foscolo, ότι ο δεσμός του Έλληνα ποιητή με την ιταλική γλώσσα και την ιταλική νεοκλασική ποίηση παρέμεινε στενός μέχρι και την εποχή της γραφής των ελληνόγλωσσων ποιημάτων του. Μάλιστα ο δεσμός αυτός δεν συνιστά μόνο μέρος της λογοτεχνικής παρακαταθήκης του Κάλβου, αλλά λειτουργικό όρο της αντίληψής του για τα ελληνικά ποιήματά του, καθώς αποτυπώνεται σε πολλά στοιχεία της γλωσσικής συγκρότησης, της τεχνοτροπικής σκευής και της εικονοποιΐας τους. Όσον αφορά τον δεύτερο ερευνητικό άξονα, το παλαιότερο βιβλίο του Πασχάλη κατέδειξε, εξίσου πειστικά, ότι ο Κάλβος δεν γνώριζε καλά, όπως πιστευόταν ή είχε υποστηριχτεί παλαιότερα, την αρχαία γραμματεία, ούτε διάβαζε τα ίδια τα κείμενα-πηγές της. Αντιθέτως, η όποια επαφή του, κυρίως γλωσσική, με τα αρχαία κείμενα αφενός βασίζεται σε λεξικά, αφετέρου διαμεσολαβείται από ιταλικά λογοτεχνικά κείμενα τα οποία είναι κρίκοι της μακράς αλυσίδας του διαλόγου με την αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή γραμματεία. Με άλλα λόγια, ο απευθείας διάλογος του Κάλβου με τα αρχαία κείμενα, διάλογος τον οποίο υποστήριξαν παλαιότεροι και ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές, κατά τον Πασχάλη δεν υπάρχει, ενώ η ιδέα περί του διαλόγου απορρέει από την ελληνοκεντρική κατεύθυνση των μελετητών του, με άλλα λόγια την επιθυμία τους ο Κάλβος να είναι «ελληνικός».

Έρχομαι στο βιβλίο Ο αινιγματικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος. Ο συγγραφέας του, αξιοποιώντας την έκδοση των Έργων του Κάλβου από το Μουσείο Μπενάκη (2016-2021) ως έργου υποδομής για τις σύγχρονες καλβικές σπουδές και βασισμένος στην μέσω αυτής της έκδοσης επανατοποθέτηση της νεοελληνικής φιλολογίας έναντι του συνόλου του συγγραφικού έργου του Κάλβου, τόσο του ιταλόγλωσσου όσο και του ελληνόγλωσσου, τόσο του πρωτότυπου (λογοτεχνικού και δοκιμιακού) όσο και του μεταφραστικού, καθώς και της αλληλογραφίας του, συνέχισε παραγωγικά την έρευνά του προς τέσσερις αλληλοσυμπληρούμενες κατευθύνσεις, όπως αυτές επιμερίζονται στα τέσσερα μέρη του βιβλίου. Τα περιγράφω επιγραμματικά. Ύστερα από τον Πρόλογο («Ο Ιταλός και ο ιταλίζων ποιητής Ανδρέας Κάλβος», σ. 15-19) και την Εισαγωγή («Ο αινιγματικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος», σ. 21-37), στις εννέα ενότητες του πρώτου μέρους, «Η αινιγματική γλώσσα των Ωδών» (σ. 39-162), που καλύπτουν το πρώτο μισό σχεδόν του βιβλίου, ο Πασχάλης, επικεντρώνοντας την προσοχή του σε αντιστοίχως εννέα σημεία του κειμένου των Ωδών, τα επανεξετάζει ως προς τη σημασία τους (συνεπώς και την ποιητική τους λειτουργία), ελέγχει και απορρίπτει παλαιότερες ή και πρόσφατες ερμηνείες της ελληνικής φιλολογικής κριτικής ως προς τη σημασία, διασταυρώνει και τεκμηριώνει τη δική του ερμηνεία με ιταλικά κατά κύριο λόγο πηγές και διακείμενα του Κάλβου και, εντέλει, δείχνει, κατά τη γνώμη μου πολύ πειστικά, ότι ο Κάλβος (για να το πω επιγραμματικά) όχι μόνο δεν γνώριζε την αρχαία ελληνική, αλλά δεν γνώριζε, τουλάχιστον καλά, και τη νέα ελληνική γλώσσα. Στις δύο ενότητες του δεύτερου μέρους, «Ο αινιγματικός Κάλβος ως μεταφραστής» (σ. 163-208), ο Πασχάλης επανεξετάζει δύο από τα μεταφραστικά έργα του Κάλβου, κατά σειρά τη μετάφρασή του των Ψαλμών του Δαβίδ και τη μετάφρασή του των στίχων 1-9 της ραψωδίας Γ της Ιλιάδας, ενσωματωμένη στην «Επισημείωσιν» της Λύρας, αφενός επανελέγχοντας παλαιότερες απόψεις της ελληνικής φιλολογικής κριτικής για τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους στόχους αυτών των μεταφράσεων, και αφετέρου θέτοντας και μέσω των μεταφραστικών επιδόσεων του Κάλβου το ερώτημα ποιες γλώσσες γνώριζε και πόσο τις γνώριζε. Η απάντηση είναι συγκλίνουσα με εκείνη του πρώτου μέρους: Ο Κάλβος (εξεταζόμενος και ως μεταφραστής) γνωρίζει καλύτερα από τα νέα ελληνικά τα ιταλικά και τα αγγλικά˙ με βάση αυτή τη γλωσσική υποδομή μεταφράζει, όπως μεταφράζει. Στο τρίτο μέρος, που έχει τίτλο «Ο αινιγματικός Κάλβος και η κριτική» (σ. 209-328), ο φακός της εξέτασης μετατίθεται από τα ελληνόγλωσσα κείμενα του Κάλβου (ποιήματα και μεταφράσεις) σε διάφορες επιλεγμένες ενδιαφέρουσες εστίες της κριτικής πρόσληψης των καλβικών ωδών και της πρόσληψης του Κάλβου ως ποιητικής μορφής σε ποιητικά κείμενα: από τις πρώτες γαλλόγλωσσες κριτικές των Ωδών, μέχρι τα δοκίμια του Σεφέρη και του Αποστολάκη και μέχρι τα αναφερόμενα στον Κάλβο ποιήματα του Καρυωτάκη («Εις Ανδρέαν Κάλβον», 1927), του Θεοτοκά («Ο γέρος αετός», 1934) και του Σικελιανού («Ανδρέας Κάλβος», 1942). Όλα αυτά τα κείμενα, κριτικά και ποιητικά, δεν μας είναι άγνωστα – εξάλλου είναι πολυσχολιασμένα, αλλά σημασία έχει η οπτική γωνία από την οποία ο Πασχάλης τα φωτίζει εκ νέου, δείχνοντας ότι εκείνες οι κριτικές εστίες της ερμηνείας του Κάλβου ως ενός ποιητή που δεν είναι κατ’ ανάγκην ελληνικός και εθνικός (αλλά είναι ιταλικός) σκιάστηκαν και υποβαθμίστηκαν, επειδή η ελληνοκεντρική θεώρηση του Κάλβου κυριάρχησε είτε για ιδεολογικούς λόγους είτε και εξαιτίας της παραγνώρισης ή και αγνόησης των όρων και προϋποθέσεων που συγκρότησαν το ελληνόγλωσσο έργο του ως ιταλογενές. Δεν θα σχολιάσω επιμέρους ερεθιστικές υποθέσεις εργασίας, όπως ότι το ποίημα του Σικελιανού για τον Κάλβο γράφτηκε ως λανθάνουσα απάντηση-αναίρεση του ποιήματος του Θεοτοκά. Συμπληρωματικά αναφέρω ότι στο τέλος του τρίτου μέρους ο Πασχάλης επανεξετάζει και απορρίπτει την άποψη του Γιάννη Δάλλα ο οποίος συσχέτισε την καλβική ωδή «Εις Νίκην» με το Μεσολόγγι, υπό την έννοια ότι το Μεσολόγγι και τα εκεί γεγονότα λανθάνουν στη συγκεκριμένη ωδή, και σχολιάζει διεξοδικά όλο το σύνθετο διακειμενικό πλαίσιο το οποίο διαρθρώνεται γύρω από την επιλογή του Κάλβου να επιλέξει ως προμετωπίδα της Λύρας (1824) στίχους από σύγχρονο ποίημα του Γάλλου ποιητή Casimir Delavigne. Τέλος, στο τέταρτο και συντομότερο μέρος, το «Αντί επιλόγου» (σ. 329-348), ο συγγραφέας, αναδεικνύοντας κυρίως τη σκευή του ως κλασικού φιλολόγου, ανατρέπει με στέρεα επιχειρήματα την πρόσφατη άποψη, διατυπωμένη το 2007, ότι μία συλλογή αποτελούμενη από έξι ανώνυμες λατινικές ωδές του έτους 1823, που φέρουν τον τίτλο Ολυμπιακές Ωδές για τους αγώνες και την ελευθερία των Ελλήνων, και κάποια συνοδευτικά κείμενά της, μπορεί να αποδοθούν στον Κάλβο.

Ύστερα από τη γενική περιγραφή του βιβλίου, δεν θα επικεντρωθώ σε λεπτομέρειές του, αλλά θα κάνω μία γενική θεώρησή του, όπως αυτή υπαγορεύεται από τις εξής, κατά τη γνώμη μου κρίσιμες, φράσεις του Πασχάλη, σε σημείο του βιβλίου του: «Η φιλολογία είναι πάνω από όλα ζήτημα μεθόδου: στην κατανόηση του προβλήματος, στη συλλογή των στοιχείων, στην τεκμηρίωση της ερμηνείας» (σ. 278). Εξηγώ γιατί αυτές οι φράσεις, εκ πρώτης όψεως εύστοχα κοινότοπες, για όσους είμαστε φιλόλογοι, δεν είναι κοινότοπες˙ επειδή αποτελούν τη βάση της μεθόδου ανάγνωσης και ερμηνείας του ελληνόγλωσσου ποιητή Κάλβου από τον Πασχάλη. Στο σύνολο των μελετών του για τον Κάλβο η ερμηνευτική μέθοδος του Πασχάλη δεν στηρίζεται γενικά σε θέματα ποιητικού ύφους και ποιητικής ρητορικής, αλλά στην προσεκτική συνανάγνωση τόσο του ιταλόγλωσσου με το ελληνόγλωσσο ποιητικό έργο του Κάλβου όσο και των ελληνόγλωσσων καλβικών ποιημάτων, ακόμα και μεμονωμένων λέξεών τους, με εκείνα τα ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά ή λατινικά κείμενα, τα οποία ο Πασχάλης αναγνωρίζει ασφαλώς ως πηγές ή διακείμενα. Στην περίπτωση του κλασικού φιλολόγου Πασχάλη η ερευνητική ματιά του στο έργο του Κάλβου, όπως και ευρύτερα σε αρκετά άλλα πρόσωπα και έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κερδίζει σε οξύτητα και βάθος χάρη και στην πολύ καλή γνώση την οποία διαθέτει της νεότερης δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης, και ιδίως της ιταλικής. Με άλλα λόγια, η βασική αρετή και των δύο αναφερόμενων στον Κάλβο βιβλίων του Πασχάλη έγκειται σε ό,τι ονομάζω φιλολογικό θετικισμό. Εννοώ ότι ο Πασχάλης, λαμβάνοντας υπόψη και διασταυρώνοντας τις απόψεις του με εκείνες της παλαιότερης καλβικής βιβλιογραφίας, όπως επίσης αναθεωρώντας και απορρίπτοντας παλαιότερες απόψεις, ερμηνεύει το ελληνόγλωσσο καλβικό έργο, όπως και τις μεταφράσεις του ποιητή, πατώντας σταθερά στο έδαφος των κειμενικά διαπιστωμένων και προσεκτικά ελεγμένων σχέσεων. Έτσι οι όποιες επιμέρους ερμηνείες του είτε τεκμηριώνονται ασφαλώς είτε πιθανολογούνται βάσιμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα κι όταν η ανάλυσή του υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες τις οποίες εξετάζει διεξοδικά, δεν γίνεται σχολαστική, γιατί αποβαίνει ενδεικτική (σε ορισμένα σημεία, θα την χαρακτήριζα και αφηγηματικά συναρπαστική, για έναν αναγνώστη φιλόλογο), λειτουργώντας εντέλει παραδειγματικά: φανερώνει τι και πώς γνώριζε ο Κάλβος, πώς σκεφτόταν και πώς εργαζόταν ως ελληνόγλωσσος ποιητής (και μεταφραστής). Κατά τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραμένει για εμάς, δύο αιώνες μετά, αινιγματικός.

Και τι είναι αυτό που κυρίως τον καθιστά αινιγματικό, ως ποιητή και μεταφραστή (για να ανακαλέσω τον χαρακτηρισμό στον τίτλο του βιβλίου); Παραθέτω τη διαπίστωση, εν είδει διλήμματος, με την οποία καταλήγει ο σχολιασμός της λέξης και έννοιας «αμαλθείον» της ωδής «Ο φιλόπατρις»: «Ο ερευνητής καλείται να αποφασίσει αν πρόκειται για “λυρική τόλμη” του Κάλβου, όπως θα έλεγε ο Ελύτης, ή για βαρβαρισμό» (σ. 133). Ο Πασχάλης, κατά τη γνώμη μου σωστά, δεν υπεισέρχεται, τουλάχιστον ευθέως, στο ζήτημα της ανίχνευσης της καλλιτεχνικής προθετικότητας του Κάλβου, του ελέγχου, με άλλα λόγια, του ποσού και του ποιού της αυτοσυνειδησίας των επιλογών του, όταν έγραφε τα ελληνόγλωσσα ποιήματά του. Η μέθοδος του Πασχάλη αποσκοπεί – και αυτό το επιτυγχάνει– να καταλάβουμε τι γνώριζε και πώς το γνώριζε ο Κάλβος προκειμένου να γράψει τα ποιήματά του, όπως τα έγραψε. Μπορούν τα γλωσσικά σφάλματα και τα συντακτικά λάθη να εξελίσσονται, μέσα από τον πολλαπλό και επιστρωματωμένο, συν τω χρόνω, αναγνωστικό φακό μεταγενέστερων αναγνωστών τους, ακόμα και σε ποιητικές αρετές; Γιατί όχι; Παραφράζοντας τον Σεφέρη, θα έλεγα ότι είναι παιδιά πολλών ανθρώπων και οι αναγνώσεις μας, όπως και οι αισθητικές μας προσλήψεις των παλαιότερων λογοτεχνικών έργων. Θα επαναλάβω ό,τι έγραψα και παλαιότερα. Η αισθητική γοητεία που εξακολουθεί να μας ασκεί ο Κάλβος δεν κινδυνεύει να μειωθεί ή να αλλοιωθεί από την καλύτερη γνώση μας όλων εκείνων των στοιχείων που τον καθιστούν τόσο ιδιότυπο, κατά τον Πασχάλη αινιγματικό, ποιητή. Αν, εντέλει, η συστηματική μελέτη –και σε αυτό συμβάλλουν καίρια και το παλαιότερο και το τωρινό βιβλίο του Πασχάλη– μας φανερώνει έναν ιταλοκεντρικό, αλλά πιο κοντά στον αληθινό, Κάλβο, κι έναν ποιητή που δεν ήξερε καλά ούτε τα αρχαία ούτε τα νέα ελληνικά, το κέρδος αυτής της φανέρωσης είναι η εις βάθος κατανόησή του.

Είχα επίσης γράψει, το 2012: «Έχω κατά βάθος την υποψία ότι η τεχνοτροπική αστάθεια των Ωδών του [Κάλβου] οφείλεται στην αίσθηση που εξακολουθούν να μου αφήνουν αυτά τα ποιήματα από τότε που τα πρωτοδιάβασα μέχρι σήμερα. Την αίσθηση ότι συνεχίζουμε να ψάχνουμε τα ίχνη της ζωής μέσα στο άδειο καυκί ενός τζίτζικα (η εικόνα είναι σεφερική). Αυτά τα απροσδιόριστα παλλόμενα ίχνη ζωής είναι το απαραχάρακτο μυστικό του Κάλβου, αυτό που συντηρεί το ενδιαφέρον των καλβιστών και των αναγνωστών για την περίεργη, μισοφωτισμένη και μισοσκότεινη ποίησή του».[3] Με την ανάγνωση του βιβλίου του Πασχάλη, αναλογίστηκα ξανά ότι, εκδίδοντας τις Ωδές πριν από 10 χρόνια, στην έκδοση των Έργων από το Μουσείο Μπενάκη,[4] είχα την αίσθηση ότι αναγνώριζα τον Κάλβο, διαβάζοντάς τον κατ’ ανάγκην λέξη προς λέξη, για πρώτη φορά, ενώ μέχρι τότε τον είχα διαβάσει και διδάξει πολλές φορές.

Θα κλείσω αυτή τη βιβλιοκρισία, παραθέτοντας το περιλαμβανόμενο στο βιβλίο μου Κομμάτια (2024), άτιτλο πεζό ποίημα που αναφέρεται στον Κάλβο. Το ποίημα αυτό έρχεται να προστεθεί στις φανταστικές ποιητικές προσωπογραφίες του ποιητή των Ωδών, εν προκειμένω καθώς αυτός ζει στη Γενεύη τις παραμονές της έκδοσης της Λύρας. Η επιλογή μου να παραθέσω το ποίημα εδώ συναρτάται με το ότι το ποίημα συμπλέει σαφώς με τη γενική άποψη του Μιχαήλ Πασχάλη για τον αινιγματικό ποιητή Κάλβο:

Τα πρωινά της άνοιξης ακόμη κάνει ψύχρα. Σχεδόν κάθε μέρα πηγαίνω στο τυπογραφείο του Jules-Guillaume Fick. (Ζιλ Γκίγιομ Φικ) Ένα μεση­μέρι συνάντησα και τον ίδιο τον κύριο Abraham Cherbuliez (Αμπραάμ Σερμπουλιέ). Τον χαιρέτησα και τον ευχαρίστησα θερμά. Ο στοιχειοθέτης δεν γνωρίζει τη γλώσσα μου, οπότε πρέπει να του εξηγώ διάφορα, όσο μπο­ρώ, στα γαλλικά – όταν τον βρίσκω εύκαιρο απ’ τα πολλά άλλα βι­βλία. Το κλωνάρι με τα φύλλα ελιάς στο οπισθόφυλλο μού θυ­μί­ζει τη χαμένη πατρίδα, σαν ήλιο πίσω απ’ τις πρωινές ομίχλες πάνω απ’ τους κατάφυτους λόφους. Τα απογεύματα, όποτε ξενοιάζω απ’ τα μαθήματα ή τις επισκέψεις μου στη Société de lecture, περπατώ δίπλα στη λίμνη μέχρι αργά τη νύ­χτα, έχοντας πάντα τα λεξικά υπό μάλης, είτε του Κωνστα­ντίνου είτε του Βεντότου και του Βλαντή, παρά το βάρος τους. ἐμβόλιον, κυκλοέλικτος, λαθαίνω· στιγμές αισθάνομαι πιασμένος σ’ ένα δίχτυ φτιαγμένο ολόκληρο από άγνωστές μου λέξεις. Εκείνη η μύγα απ’ τη σελίδα τίτλου βουίζει ακατάπαυστα στ’ αυτιά μου. Αλίμονό μου αν έλειπαν τα γαλλικά και τα ιταλικά. Αν διασταυρωθώ με κάποιον άλλο μοναχικό διαβάτη, ίσως μ’ ακούσει να μονολογώ σε μια άγνωστή του γλώσσα: «Βυθίζομαι στα λεξικά, μήπως μπορέσω ν’ ανασύρω τις λέξεις τους απ’ τον βυθό τους μ’ όλες τις πιθανές τους σημασίες». Το τελευταίο διάστημα βλέπω συχνά στον ύπνο μου έναν ήλιο κυκλοδίωκτο, σαν αράχνη, να με τυλίγει και με θάνατον και με φως πάνω από πυκνά μελανόπτερα νέφη. Παλαιότερα ονειρεύτηκα Εκείνη, του Θεού θα ήταν αεράκι, φύσημα, πνοή, φωνή.[5]

[1] Βλ. Μιχαήλ Πασχάλης, Ξαναδιαβάζοντας τον Κάλβο. Ο Ανδρέας Κάλβος, η Ιταλία και η αρχαιότητα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας) 2013, σσ. 306.

[2] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Μια καίρια συμβολή στην καλύτερη κατανόηση του Κάλβου», The Athens Review of Books-Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου, τχ. 50, Απρίλιος 2014, σ. 51-52.

[3] Ευριπίδης Γαραντούδης, «Ο Κάλβος, μεταξύ νεοκλασικισμού και ρομαντισμού», Τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Τιμητικός τόμος για την Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, Επιμέλεια Ζ.Ι. Σιαφλέκης – Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, Αθήνα, Gutenberg 2012, σ. 110-135: 134-135.

[4] Βλ. Ανδρέας Κάλβος, Έργα, Τόμος Α΄. Ποιητικά, Μέρος πρώτο. Δημοσιευμένα, Le Danaidi – Ελπίς πατρίδος – Η Λύρα. Ωδαί – Η Λύρα. Νέαι Ωδαί, Επιμέλεια – Σχόλια Luigi Trenti – Ευριπίδης Γαραντούδης, Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη 2016, σσ. 474 + LXXI.

[5] Ευριπίδης Γαραντούδης, Κομμάτια, Αθήνα, Πόλις 2024, σ. 53-54.

 

Μιχαήλ Πασχάλης, Ο αινιγματικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2026




oanagnostis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.