....

....

Δημοσκοπήσεις Vs Δημοκρατία

Η ευθύνη για τη... βιομηχανία των γκάλοπ δεν ανήκει στις δημοσκοπικές εταιρείες που εισπράττουν και καλώς κάνουν ενδεχομένως. Ούτε στους μιντιάρχες που παίζουν τα παιχνίδια τους τοποθετώντας τα πιόνια στη σκακιέρα. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στα κόμματα που συνειδητά αντικαθιστούν τη δημοκρατία με τακτικισμούς και νομιμοποιούν τη χειραγώγηση όταν τα βολεύει

21/06/2026, 17:00

Κώστας Βαξεβάνης

Κώστας Βαξεβάνης

Αν χρησιμοποιήσουμε το κλισέ των δημοσκόπων ότι «η δημοσκόπηση είναι η φωτογραφία της στιγμής», τότε χαριτολογώντας πρέπει να πούμε ότι είναι τυχεροί γιατί έχουμε περάσει στην ψηφιακή εποχή. ∆ιαφορετικά θα είχαν φαλιρίσει με τόσες εμφανίσεις φιλμ και εκτυπώσεις

Εδώ και καιρό, αν και δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, γίνονται από τρεις έως τέσσερις δημοσκοπήσεις την εβδομάδα. Αυτές τις πραγματοποιούν δέκα από τις περίπου 70 δημοσκοπικές εταιρείες που έχουν δηλωθεί στα μητρώα του ΕΣΡ.

Από επιχειρηματικής-οικονομικής πλευράς, τηλεοπτικοί σταθμοί, εφημερίδες και σάιτ πληρώνουν αυτές τις εταιρείες για να παράγουν με βιομηχανικό ρυθμό πολιτικές σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης. Απ’ όσο μπορώ να ξέρω (και να καταλάβει και ο μη εξειδικευμένος γνώστης) η αθρόα διενέργεια δημοσκοπήσεων δεν προσφέρει σε τηλεθέαση, αναγνωσιμότητα και έσοδα. Αλλωστε μετά τη δημοσίευση κάποιας δημοσκόπησης, αυτή αναπαράγεται σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, οπότε δεν υπάρχει η πιθανή «αποκλειστικότητα» που θα οδηγούσε (με ενδιαφέρον ή έσοδα) στο συγκεκριμένο Μέσο που είναι ο εντολέας.

Από την εποχή του Τζορτζ Γκάλοπ και την πρώτη δημοσκόπηση (έγινε το 1932 και καθιερώθηκε ο όρος γκάλοπ προτού ονομαστεί δημοσκόπηση) υπάρχουν δύο θέματα που συνοδεύουν την πρόβλεψη. Το ένα είναι αν οι δημοσκοπήσεις είναι έγκυρες και ακριβείς. Οι διαμένοντες σε αυτήν τη χώρα γνωρίζουν καλά ότι οι προβλέψεις είναι επισφαλείς, ακόμη κι αν πιστέψουμε πως τηρούνται όλοι οι επιστημονικοί και δεοντολογικοί κανόνες. Το δεύτερο θέμα, το οποίο εκ των πραγμάτων σχετίζεται με το πρώτο, είναι το ερώτημα της κότας. Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Στην περίπτωση της ελληνικής πραγματικότητας το ερώτημα είναι αν οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν την κοινή γνώμη ή τη διαμορφώνουν μέσα από το φερόμενο ως αποτέλεσμα.

Το 1938 ο Ορσον Γουέλς έκανε την περίφημη ραδιοφωνική φάρσα του με τους εξωγήινους. ∆ιαβάζοντας σε ραδιοφωνική διασκευή το μυθιστόρημα «The war of the world» έδωσε την εντύπωση του έκτακτου δελτίου ειδήσεων. Χιλιάδες κάτοικοι του Νιου Τζέρσι ξεχύθηκαν στους δρόμους θεωρώντας ότι εξελίσσεται απόβαση εξωγήινων. ∆εν είναι το μοναδικό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι το φημολογούμενο μπορεί να δημιουργήσει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση των δημοσκοπήσεων η εμφάνιση ενός ψευδούς αποτελέσματος προτίμησης μπορεί να αποδειχθεί αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία. Το γεγονός ότι οι δημοσκοπικές δεν υπόκεινται σε ουσιαστικό έλεγχο αξιοπιστίας από κάποιον φορέα δίνει δικαίωμα στην αυθαιρεσία. Κι όταν μιλάμε για έλεγχο, εννοούμε πρωτίστως να ελέγχονται τα δεδομένα και το δείγμα τους και όχι η φερόμενη ως επιστημονική μέθοδος που χρησιμοποιούν.

Ας επανέλθουμε όμως στο ερώτημα γιατί το τελευταίο διάστημα γίνονται τόσο πολλές δημοσκοπήσεις ενώ δεν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Γιατί ένα μέσο ενημέρωσης να πληρώνει κατά συρροή μια δημοσκοπική, σε κενό εκλογικό χρόνο, χωρίς να κερδίζει από αυτό;

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων έχουν μια ορατή αντίδραση από τα πολιτικά κόμματα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα για να επιβεβαιώσει την αμφισβητούμενη πολιτική κυριαρχία του και να επικοινωνήσει το επιχείρημα «δεν υπάρχει εναλλακτική». Αρα δημιουργεί ένα κλίμα επικράτησης και νίκης για να το εισπράξει από κομμάτι των αναποφάσιστων που συνηθίζουν να πηγαίνουν με τον νικητή.

Επιπλέον, το πρώτο κόμμα ευνοείται από την πρωτοφανή για τα επιστημονικά δεδομένα ερώτηση που θέτουν οι ελληνικές δημοσκοπικές «περί παράστασης νίκης». Ποιος δηλαδή θα είναι κατά την κοινή γνώμη ο νικητής σε πιθανές εκλογές.

Αυτή η ερώτηση δεν έχει καμιά σημασία πέρα από την προσπάθεια να δημιουργηθεί κλίμα υπέρ του πρώτου κόμματος και να εδραιωθεί επικοινωνιακά μια εικόνα. Με τον ίδιο τρόπο χειραγωγική είναι η ερώτηση για την καταλληλότητα για τη θέση του πρωθυπουργού. Η όποια καταλληλότητα εκφράζεται διά της επιλογής μέσω ψήφου. Αρα τι επιπλέον δίνει στατιστικά και επιστημονικά η πιθανολόγηση; Το συγκεκριμένο ερώτημα καθιερώθηκε δημοσκοπικά την εποχή του Σημίτη, όταν κάποιοι ανακάλυψαν τη χρησιμότητα του «καταλληλότερου Σημίτη» ώστε να επιλεγεί τελικώς ως πιο κατάλληλος.

Ο Αλέξης Τσίπρας στην πρόσφατη ομιλία του στη Νίκαια αναγόρευσε τον εαυτό του σε αξιωματική αντιπολίτευση επειδή οι δημοσκοπήσεις τον εμφάνιζαν ως δεύτερο κόμμα. Τραγική ειρωνεία πράγματι ο πολιτικός, που πριν από μερικά χρόνια είχε αρχίσει πόλεμο με τις δημοσκοπικές και επέμενε ότι η κάλπη είναι αυτή που εκφράζει τη λαϊκή βούληση, όχι απλώς να αλλάζει θεώρηση, αλλά να προσδίδει στις δημοσκοπικές ρόλο θεσμικού πιστοποιητή. Ισως σε λίγο να πρέπει να συμφωνήσουμε ότι είναι περιττές οι εκλογές αφού υπάρχουν οι… δημοσκοπικές.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης από την πλευρά του θεωρεί πως η εμφάνισή του στην τρίτη και την τέταρτη θέση στις δημοσκοπήσεις είναι μέρος ενός σχεδίου (εναντίον του). Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι εκπρόσωπος δημοσκοπικής τον προειδοποίησε δημόσια ότι αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει με τέτοια επιθετικότητα τις σφυγμομετρήσεις, θα πάει και χειρότερα. ∆ικαιολογημένα το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε αυτήν τη δήλωση ως απόδειξη μαγειρέματος και εκβιασμού.

Στα λοιπά κόμματα τα ποσοστά ανεβοκατεβαίνουν από δύο έως δέκα μονάδες μέσα σε διάστημα εβδομάδων. Μπορεί ενδεχομένως αυτό να θεωρηθεί απόδειξη της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού, αλλά με το ίδιο δικαίωμα στην υπόθεση μπορεί κάποιος πολίτης να πει πως πρόκειται για ένα παιχνίδι μηνυμάτων και πολιτικών εκβιασμών. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει έλεγχος στο εσωτερικό και στη λειτουργία των δημοσκοπικών εταιρειών, η ταχύτητα ανεβοκατεβάσματος των κομμάτων ενεργοποιεί τις πιο πονηρές θεωρίες.

Ας πάμε όμως στην πιο ύποπτη δημοσκοπική εφεύρεση. Η παρουσία νέων κομμάτων (Αλέξη Τσίπρα, Μαρίας Καρυστιανού και του αναμενόμενου από τον Αντώνη Σαμαρά) δικαιολόγησε επικοινωνιακά αλλά όχι και επιστημονικά το ερώτημα της «δυνητικής ψήφου». Ποιοι δηλαδή εν δυνάμει θα μπορούσαν να ψηφίσουν το νέο κόμμα. Σε αυτό το ερώτημα αθροίζονται όσοι με βεβαιότητα θα ψηφίσουν το κόμμα με αυτούς που θεωρούν πολύ και ενδεχόμενα πιθανό να το ψηφίσουν. Το αυθαίρετο άθροισμα οδηγεί σε μια χειραγωγική εικόνα. Οπως σωστά είπε ο επικεφαλής της Public Issue στην εκπομπή «Momentum» της Μάγκυς ∆ούση, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα απαντιέται με βάση το αν κάποιος υπήρξε ψηφοφόρος του συγκεκριμένου κόμματος και όχι με την αυστηρή τοποθέτηση για το αν μπορεί να ξαναγίνει. Οι αντιεπιστημονικές εφευρέσεις της ελληνικής δημοσκοπικής τακτικής δεν είναι τυπικές αυθαιρεσίες αλλά απόδειξη προσπάθειας χειραγώγησης της κοινής γνώμης.

Η κατάχρηση των δημοσκοπήσεων προφανώς σχετίζεται με τη δημιουργία νέων κομμάτων, αλλά δεν έχει στοιχεία κάλυψης της περιέργειας του πολίτη. Οι πολίτες ενδιαφέρονται για την ακρίβεια και τη διαφθορά, όχι για τον τζόγο των πιθανών ποσοστών. Οπότε η υπερχρήση του εργαλείου σφυγμομέτρησης δεν καταγράφει το πολιτικό σκηνικό αλλά το διαμορφώνει κατά βούληση. Οι δημοσκοπικές απονέμουν ιδιότητες που είναι ενεργές μέσα στη δημοκρατία, προκύπτουν από εκλογές και δεν πιστοποιούνται σε γραφεία.

Η ευθύνη δεν ανήκει στις δημοσκοπικές που εισπράττουν και καλώς κάνουν ενδεχομένως. Ούτε στους μιντιάρχες που παίζουν τα παιχνίδια τους τοποθετώντας τα πιόνια στη σκακιέρα. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στα κόμματα που συνειδητά αντικαθιστούν τη δημοκρατία με τακτικισμούς και νομιμοποιούν τη χειραγώγηση όταν τους βολεύει. Αλλάζουν τακτική φυσικά όταν αλλάζουν και οι συσχετισμοί. Όχι στην κοινωνία, αλλά στη σχέση τους με τις δημοσκοπικές.

koutipandoras.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.