....

....

Γιατί δεν μάθαμε ποτέ τι ήταν η οσμή της 19ης Μαΐου;

Όταν χιλιάδες άνθρωποι αναπνέουν κάτι πιθανά επικίνδυνο, το πρώτο που πρέπει να μάθει ένα κράτος που ενδιαφέρεται να τους προστατεύσει είναι τι ακριβώς μπαίνει στα πνευμόνια τους. Γιατί όμως το ελληνικό κράτος σηκώνει τα χέρια ψηλά και πώς μπορεί την επόμενη φορά να κερδίσει αυτή τη μάχη;

Τρι. 07 Ιουλίου 2026 

Στο πρώτο μέρος της έρευνάς μας Τι συνέβη την ημέρα που η Πολιτική Προστασία δεν πήρε μυρωδιά για τη μυρωδιά της 19ης Μαΐου γράψαμε τι δεν έγινε εκείνη τη μέρα: Δεν πραγματοποιήθηκαν στοχευμένες δειγματοληψίες αέρα την κρίσιμη στιγμή, δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ η ουσία που προκάλεσε την οσμή και τελικά, περισσότερο από έναν μήνα μετά, κανείς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με βεβαιότητα τι ακριβώς ανέπνευσαν εκατομμύρια κάτοικοι της Αττικής.

Παρουσιάσαμε επίσης, αποκλειστικά, ένα από τα πλέον τεκμηριωμένα επιστημονικά σενάρια που εκπόνησε η ερευνητική ομάδα του AtmoHub. Όπως όμως υπογράμμισαν τόσο οι ερευνητές του AtmoHub όσο και οι επιστήμονες άλλων ερευνητικών κέντρων με τους οποίους μίλησε το inside story, από τη στιγμή που δεν πραγματοποιήθηκαν δειγματοληψίες όσο η οσμή ήταν ακόμη παρούσα στην ατμόσφαιρα, καμία εξήγηση δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική. Όσο τεκμηριωμένο κι αν είναι ένα σενάριο, παραμένει σενάριο όταν λείπει το κρίσιμο δείγμα.

Παρ' όλα αυτά, την επομένη της δημοσίευσής μας, αρκετά μέσα ενημέρωσης αναπαρήγαγαν το σενάριο αυτό ως οριστική «λύση του μυστηρίου». Ήταν μια διατύπωση που έφερε σε δύσκολη θέση ακόμη και τους ίδιους τους ερευνητές του AtmoHub, οι οποίοι είχαν ξεκαθαρίσει εξαρχής ότι η απουσία δειγματοληψίας καθιστά αδύνατη την οριστική επιβεβαίωση οποιασδήποτε υπόθεσης.

Η συνέχεια της έρευνάς μας δεν επιχειρεί λοιπόν να απαντήσει ξανά στο ερώτημα τι μύριζε εκείνο το βράδυ. Επιχειρεί να απαντήσει σε ένα διαφορετικό, ίσως σημαντικότερο ερώτημα:

Γιατί δεν μάθαμε ποτέ;

Οι απαντήσεις που έδωσαν στο inside story το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και άλλοι αρμόδιοι φορείς δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι δομικό. Η έρευνα αποκαλύπτει δύο κρίσιμα κενά: 

  • αφενός ότι δεν υπάρχει σαφής διαδικασία για τη διαχείριση ενός άγνωστου ατμοσφαιρικού περιστατικού

  • αφετέρου πως ο κρατικός μηχανισμός δεν έχει ενσωματωμένη την επιστημονική εξειδίκευση που απαιτείται ώστε, τις πρώτες κρίσιμες ώρες, να αναγνωριστεί το πιθανό χημικό προφίλ μιας άγνωστης ουσίας και να υποδειχθεί άμεσα τι πρέπει να μετρηθεί.

Στο δεύτερο μέρος της έρευνας ενώνουμε τα κομμάτια του παζλ και εξετάζουμε όχι μόνο τι (δεν) συνέβη στις 19η Μαΐου, αλλά κυρίως τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε, αν ένα αντίστοιχο περιστατικό επαναληφθεί, η Πολιτεία να μπορεί να απαντήσει εγκαίρως στο πιο βασικό ερώτημα: τι αναπνέουν οι πολίτες.

«Πρέπει να ξέρουμε τι αντιμετωπίζουμε»

«Από την πρώτη στιγμή που καταγράφηκαν αναφορές πολιτών για οσμή αγνώστου προέλευσης σε περιοχές της Αττικής, το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ) κινητοποιήθηκε άμεσα και προχώρησε στον επιχειρησιακό συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών για τη διερεύνηση του περιστατικού», απαντά το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Η απάντηση του υπουργείου στο inside story σε σχετικές μας ερωτήσεις.

Όπως αναφέρει το υπουργείο, «για συγκεκριμένες κατηγορίες περιστατικών όπως πυρκαγιές, εκρήξεις, διαρροές επικίνδυνων υλικών ή άλλα συμβάντα που ενδέχεται να δημιουργήσουν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα επιχειρησιακά πρωτόκολλα και διαδικασίες απόκρισης». Στην προκειμένη περίπτωση της 19ης Μαΐου όμως, «οι αναφορές πολιτών για οσμή αγνώστου προέλευσης κινητοποίησαν άμεσα το Πυροσβεστικό Σώμα και τους συναρμόδιους φορείς προς διερεύνηση», χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί «κάποιο συγκεκριμένο συμβάν ή δράση που να δικαιολογούσε ανάληψη επιχειρησιακής ενέργειας» και «χωρίς να προκύψουν ενδείξεις που να δικαιολογούν την ενεργοποίηση των ειδικών πρωτοκόλλων αντιμετώπισης περιστατικών διαρροής, πυρκαγιάς, έκρηξης ή επικίνδυνων υλικών».

Το υπουργείο σημειώνει επίσης ότι «δεν προέκυψε ένδειξη που να καταδεικνύει διαρροή από εγκαταστάσεις ή δίκτυα φυσικού αερίου, ούτε καταγράφηκαν υπερβάσεις των προβλεπόμενων ορίων ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τα διαθέσιμα συστήματα παρακολούθησης». Αντίστοιχα, «από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από το Λιμενικό Σώμα σε παραπλέοντα πλοία μεταφοράς αερίου δεν αναφέρθηκε κάποιο σχετικό περιστατικό».

Σε επικοινωνία με το inside story, η εκπρόσωπος Τύπου της Πολιτικής Προστασίας Γεωργία Κουτσούκου μας περιγράφει αναλυτικότερα τη λογική λειτουργίας του μηχανισμού, διευκρινίζοντας ότι τα επιχειρησιακά πρωτόκολλα αφορούν αποκλειστικά και μόνο στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων, αναγνωρισμένων συμβάντων. «Υπάρχουν επιχειρησιακά πρωτόκολλα για όλα τα αναγνωρίσιμα συμβάντα», λέει, εξηγώντας ότι αναφέρεται σε πυρκαγιά, διαρροή, έκρηξη ή κάτι άλλο συγκεκριμένο. Όταν όμως δεν έχει ταυτοποιηθεί τι ακριβώς συμβαίνει, όπως στην περίπτωση της 19ης Μαΐου, δεν υπάρχει επιχειρησιακή διαδικασία.

«Τα πρωτόκολλά μας αφορούν στην καταστολή, είναι επεμβατικά. Πρέπει να ξέρουμε τι αντιμετωπίζουμε. Η οσμή από μόνη της δεν αποτελεί συμβάν με την έννοια των πρωτοκόλλων» επισημαίνει η Κουτσούκου.

Με άλλα λόγια, όταν το μόνο δεδομένο είναι ότι «κάτι μυρίζει σαν γκάζι» και δεν υπάρχει ταυτοποιημένη πηγή εκπομπής ή δηλωμένη βλάβη ή διαρροή, δεν προβλέπεται ποιος θα αναλάβει την άμεση διερεύνηση και τη δειγματοληψία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ταυτοποίηση του φαινομένου.

Με την ίδια λογική εξηγείται και γιατί δεν χτύπησε το 112. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου του υπουργείου, για να εκδοθεί προειδοποίηση προς τον πληθυσμό, θα πρέπει προηγουμένως να υπάρχει τεκμηριωμένη εκτίμηση ότι πρόκειται για συγκεκριμένη επικίνδυνη ουσία που αποτελεί άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. «Θα εκκενώσεις πληθυσμό 6 εκατομμυρίων χωρίς να σου πει κάποιος περί τίνος πρόκειται;», λέει.

Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός είναι σχεδιασμένος να διαχειρίζεται ένα περιστατικό μόνον αφότου αυτό αποκτήσει όνομα. Όχι όμως για να εξακριβώσει ποιο είναι το άγνωστο φαινόμενο που βρίσκεται σε εξέλιξη.

«Η μεγάλη πρόκληση στα σύγχρονα συστήματα Πολιτικής Προστασίας δεν είναι μόνο να αντιμετωπίζουν σωστά τα γνωστά σενάρια – φωτιά, πλημμύρα, σεισμό, χημικό ατύχημα. Είναι να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά και όταν το συμβάν δεν έχει ακόμη όνομα. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει να περιμένουμε πρώτα την πλήρη ταυτοποίηση της ουσίας για να κινητοποιηθούμε. Το πρωτόκολλο πρέπει να ξεκινά από την παρατήρηση: υπάρχει οσμή, υπάρχει ενόχληση πολιτών, υπάρχουν συμπτώματα, υπάρχει χωρική εξάπλωση, υπάρχει μετεωρολογικό ίχνος; Άρα το συμβάν αντιμετωπίζεται αρχικά ως “άγνωστη πιθανή επικίνδυνη έκθεση” μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο» επισημαίνει στο inside story o ακαδημαϊκός με εμπειρία στην διαχείριση κρίσεων, Κώστας Συνολάκης, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, καθηγητής Πολιτικής, Περιβαλλοντικής και Αεροδιαστημικής Μηχανικής στο Viterbi School of Engineering του University of Southern California (U.S.C.) και πρόεδρος της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής στην Ελλάδα.

  Ο Κώστας Συνολάκης.
Ο Κώστας Συνολάκης.

«Το κρίσιμο είναι να ενεργοποιούνται αμέσως τρεις παράλληλες διαδικασίες: πρώτον, προστασία του πληθυσμού με προληπτικές οδηγίες· δεύτερον, ταχεία επιτόπια μέτρηση με φορητά όργανα· και τρίτον, σωστή δειγματοληψία αέρα, νερού ή ιζήματος ώστε να υπάρξει εργαστηριακή επιβεβαίωση», λέει, επισημαίνοντας ότι «οι πρώτες ώρες είναι καθοριστικές, γιατί πολλές πτητικές ουσίες διασπώνται, αραιώνονται ή μεταφέρονται με τον άνεμο. Αν χαθεί αυτό το παράθυρο, μπορεί να χαθεί και η δυνατότητα ασφαλούς ταυτοποίησης, όπως συνέβη σε αυτήν την περίπτωση, όπου δεν θα μάθουμε ποτέ τι ακριβώς έγινε».

Γιατί δεν έγινε δειγματοληψία;

Σύμφωνα με την απάντηση του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας, αυτό δεν αποτελεί δική του αρμοδιότητα. «Σε ό,τι αφορά ζητήματα δειγματοληψιών, εξειδικευμένων επιστημονικών αξιολογήσεων και περιβαλλοντικής παρακολούθησης, αρμόδιοι είναι οι κατά περίπτωση επιστημονικοί και περιβαλλοντικοί φορείς της Πολιτείας», αναφέρει.

Παρότι το inside story έχει επανειλημμένα αποστείλει σχετικά ερωτήματα στο υπουργείο Περιβάλλοντος (ΥΠΕΝ) για το ατμοσφαιρικό επεισόδιο, δεν έχει λάβει καμία επίσημη απάντηση. Το υπουργείο δεν έχει ανταποκριθεί ούτε σε αντίστοιχες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί από εκπροσώπους των κομμάτων Οι ερωτήσεις για την οσμή που κατατέθηκαν στη Βουλή | Βουλή των Ελλήνων.

Πάντως, όπως είχαμε αναδείξει και στο προηγούμενο ρεπορτάζ, το Τμήμα Παρακολούθησης Ατμόσφαιρας του ΥΠΕΝ μας είχε διευκρινίσει τηλεφωνικώς ότι ασχολείται αποκλειστικά με το μόνιμο δίκτυο των σταθμών μέτρησης και όχι με την επιχειρησιακή διερεύνηση έκτακτων, άγνωστης προέλευσης ατμοσφαιρικών περιστατικών. Οι ερωτήσεις μας σχετικά με τη δράση του –ακραία υποστελεχωμένου– Τμήματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος παραμένουν αναπάντητες.

Ωστόσο, ούτε οι επιστημονικοί φορείς που διαθέτουν εξοπλισμό κινητών μονάδων και θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλουν σε δειγματοληψία επί τόπου, ήταν σε θέση να ανταποκριθούν επιχειρησιακά την κρίσιμη στιγμή.

Όπως ανέφεραν στο πρώτο μέρος της έρευνας εκπρόσωποι του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και του AtmoHub, τα ερευνητικά κέντρα διαθέτουν επιστημονική τεχνογνωσία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κινητές μονάδες δειγματοληψίας. Ωστόσο, δεν αποτελούν επιχειρησιακούς μηχανισμούς άμεσης επέμβασης, ούτε υπάρχει σήμερα μόνιμη σύμβαση ή θεσμοθετημένο πρωτόκολλο που να επιτρέπει την άμεση επιχειρησιακή ενεργοποίηση ερευνητικών ομάδων σε τέτοιου είδους περιστατικά.

Γι' αυτό και στις 19 Μαΐου, όταν η Πολιτική Προστασία ζήτησε από τον Δημόκριτο να προχωρήσει σε επιτόπια δειγματοληψία, αυτό δεν κατέστη δυνατό.

Μια έτσι κι αλλιώς δύσκολη διαδικασία

Η δειγματοληψία, όπως εξηγεί ο Δρ. Θωμάς Μάγγος, Διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και επικεφαλής του Εργαστηρίου Ατμοσφαιρικής Χημείας και Καινοτόμων Τεχνολογιών (AirTechLab), δεν είναι μια απλή τεχνική διαδικασία και πρέπει να ξέρεις ήδη τι θα ψάξεις. «Αν ξέρουμε τον ρύπο είναι πολύ πιο εύκολο. Αν δεν ξέρουμε όμως, κοιτάμε κατηγορίες ενώσεων, με βάση τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται, δηλαδή αν είναι οσμηρό και τι είδους οσμή, και με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά κατευθυνόμαστε περίπου σε ποια κατηγορία μπορεί να ανήκει, ώστε να επιλέξουμε τον αντίστοιχο εξοπλισμό», σημειώνει.

Η διαδικασία αυτή διαφέρει ριζικά από άλλες περιβαλλοντικές μετρήσεις. «Δεν είναι όπως το νερό, που παίρνω ένα δείγμα και το αναλύω. Κάθε κατηγορία ρύπου έχει διαφορετικό τρόπο δειγματοληψίας και διαφορετικό τρόπο “παγίδευσης” του αέρα στα κατάλληλα μέσα για τη χημική ανάλυση που θα ακολουθήσει στο εργαστήριο». Η κοινή εντύπωση ότι «παίρνεις ένα δείγμα αέρα, το βάζεις σε ένα μηχάνημα και σου λέει τι περιέχει» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. «Κάθε κατηγορία ένωσης έχει τελείως διαφορετικό τρόπο δειγματοληψίας».

Τα ερευνητικά κέντρα δεν είναι επιχειρησιακοί φορείς

Η λειτουργία των ερευνητικών κέντρων δεν είναι σχεδιασμένη για άμεση επέμβαση σε πραγματικό χρόνο, εξηγεί ο Μάγγος. «Εμείς κάνουμε δειγματοληψίες στο πλαίσιο ερευνητικών έργων. Άμα σου πει ο άλλος “έλα τώρα εκεί” υπάρχουν κάποιες δυσκολίες, σχετικά με το πώς θα μεταφερθεί ο εξοπλισμός, αν θα είναι έτοιμος και διαθέσιμος. Μπορεί να έχει χαλάσει, μπορεί να μην είναι εδώ ο χειριστής του οργάνου. Δεν δουλεύουμε 24 ώρες το 24ωρο με βάρδιες. Είναι συγκεκριμένο το ωράριο εργασίας. Όλα αυτά καθιστούν έναν φορέα επιχειρησιακό. Εμάς δεν είναι αυτός ο ρόλος μας», σημειώνει.

Αντίθετα, η συνεργασία με το κράτος γίνεται κυρίως σε πιο οργανωμένες και προγραμματισμένες βάσεις. «Υπάρχουν μνημόνια συνεργασίας και προγραμματικές συμβάσεις. Για παράδειγμα, μετά από μια πυρκαγιά γίνεται αποτύπωση της ποιότητας της ατμόσφαιρας και παραδίδεται κάποιο report. Αλλά αυτό είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο που σου αφήνει τα κατάλληλα χρονικά περιθώρια προετοιμασίας», σημειώνει.

Όπως επισημαίνει, «ένα ερευνητικό κέντρο προφανώς παρέχει υπηρεσίες προς την κοινωνία λόγω της εξειδίκευσης, αλλά δεν είναι ούτε Αστυνομία, ούτε Πυροσβεστική, ούτε άλλος επιχειρησιακός φορέας». Το αν αυτό το μοντέλο πρέπει να αλλάξει ή να διευρυνθεί, μας λέει, δεν είναι τεχνικό αλλά πολιτικό ζήτημα.

Αυτό ακριβώς είναι, σύμφωνα με τον Κώστα Συνολάκη, το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύει η υπόθεση της 19ης Μαΐου. «Αν ισχύουν όσα περιγράφετε, τότε το ζήτημα είναι περισσότερο θεσμικό παρά επιστημονικό», λέει στο inside story. Όπως εξηγεί, «τα ερευνητικά ιδρύματα έχουν ως κύρια αποστολή την έρευνα. Με εξαίρεση ορισμένα κέντρα του Εθνικού Αστεροσκοπείου, τα ιδρύματα δεν είναι οργανωμένα ούτε χρηματοδοτημένα για να βρίσκονται σε 24ωρη επιχειρησιακή ετοιμότητα, όπως είναι η Πυροσβεστική, το ΕΚΑΒ ή η Πολιτική Προστασία».

Κατά την άποψή του, το ζητούμενο δεν είναι να μετατραπούν τα ερευνητικά κέντρα σε επιχειρησιακές υπηρεσίες, αλλά να δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός συνεργασίας. «Η λύση είναι σχετικά απλή και εφαρμόζεται ήδη σε πολλές χώρες. Η Πολιτική Προστασία θα πρέπει να διαθέτει ένα σταθερό δίκτυο συνεργαζόμενων επιστημονικών φορέων ή ιδιωτικών εταιρειών, με σαφείς συμβάσεις, προκαθορισμένους ρόλους και διαδικασίες ενεργοποίησης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιος διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό. Πρέπει να είναι εκ των προτέρων συμφωνημένο ποιος ειδοποιείται, ποιος αναχωρεί, ποιος έχει την ευθύνη της δειγματοληψίας και ποιο εργαστήριο αναλαμβάνει τις αναλύσεις».

Όπως επισημαίνει, «το δίκτυο αυτό θα πρέπει να λειτουργεί με κοινά πρωτόκολλα, περιοδικές ασκήσεις και προκαθορισμένες διαδικασίες ενεργοποίησης, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Σε ένα άγνωστο ατμοσφαιρικό ή χημικό επεισόδιο, οι πρώτες ώρες είναι ανεκτίμητες. Η επιτυχία μιας διερεύνησης συχνά δεν εξαρτάται από το πόσο εξελιγμένο είναι το εργαστήριο, αλλά από το αν συλλέχθηκε το σωστό δείγμα, στο σωστό σημείο και τη σωστή στιγμή».

Ένα κενό που το ίδιο το κράτος έχει αναγνωρίσει

Η ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής υποστήριξης του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας δεν προκύπτει μόνο από το συγκεκριμένο περιστατικό. Στο National Risk Assessment της χώρας SFC2021 Programme supported from the ERDF (Investment for jobs and growth goal), ESF+, the Cohesion Fund, the JTF and the EMFAF - Article 21(3) | Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, το επίσημο πλαίσιο με το οποίο η χώρα αξιολογεί τους κινδύνους από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές –σεισμούς, πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές και τεχνολογικά ατυχήματα– το ίδιο το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ήδη από το 2021, αναγνωρίζει ως διαχρονική αδυναμία την έλλειψη οργανωμένης συνεργασίας με την επιστημονική και ερευνητική κοινότητα, καθώς και το γεγονός ότι ο σχεδιασμός επικεντρώνεται κυρίως στη φάση της αντιμετώπισης και όχι στην έγκαιρη αναγνώριση και ανάλυση των κινδύνων. 


Το περιστατικό της 19ης Μαΐου φαίνεται να ανέδειξε στην πράξη ακριβώς αυτό το θεσμικό κενό.

Ο Συνολάκης θα πρότεινε επίσης «να δημιουργηθούν μικρές, μόνιμες ομάδες ταχείας επιστημονικής απόκρισης, αποτελούμενες από ειδικούς διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, οι οποίες θα μπορούν να υποστηρίζουν επιχειρησιακά την Πολιτική Προστασία όταν προκύπτουν γεγονότα που δεν εντάσσονται στα συνήθη σενάρια». Όπως επισημαίνει, «η εμπειρία από διεθνείς κρίσεις δείχνει ότι οι μεγαλύτερες δυσκολίες δεν προκύπτουν από την έλλειψη επιστημόνων ή εξοπλισμού. Προκύπτουν επειδή οι συνεργασίες οργανώνονται αφού συμβεί το περιστατικό. Στην Πολιτική Προστασία, όμως, οι συνεργασίες πρέπει να έχουν σχεδιαστεί, ασκηθεί και συμφωνηθεί πολύ πριν υπάρξει η ανάγκη να ενεργοποιηθούν».

«Με άλλα λόγια, η επιχειρησιακή ετοιμότητα», λέει, «δεν είναι μόνο θέμα ανθρώπων και οργάνων. Είναι θέμα θεσμών, διαδικασιών και προετοιμασίας. Και αυτή η προετοιμασία πρέπει να γίνεται σε περιόδους ηρεμίας, όχι την ώρα της κρίσης».

Χωρίς ατμοσφαιρικό επιστήμονα

Αν η ανάγκη για δειγματοληψία πρέπει να αναγνωριστεί μέσα στις πρώτες ώρες και αν ο σχεδιασμός της απαιτεί εξειδικευμένη επιστημονική κρίση, τότε προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Διαθέτει σήμερα ο κρατικός μηχανισμός την επιστημονική εξειδίκευση που χρειάζεται, για να μπορεί να αναγνωρίσει ότι ένα άγνωστο ατμοσφαιρικό περιστατικό απαιτεί άμεση δειγματοληψία, και αντίστοιχα να εισηγηθεί εγκαίρως ότι πρέπει να κινητοποιηθούν οι κατάλληλες ομάδες;

Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο inside story η εκπρόσωπος Τύπου της Πολιτικής Προστασίας, η «Επιτροπή Εκτίμησης Κινδύνου από την εκδήλωση καιρικών φαινομένων και πάσης φύσεως κινδύνων πολιτικής προστασίας Σχέδιο νόμου του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας «Αναδιάρθρωση Πολιτικής Προστασίας - Εθνικός Μηχανισμός Εναέριας Διάσωσης και Αεροδιακομιδών»» που υποστηρίζει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του υπουργείου, αποτελείται από αναγνωρισμένους επιστήμονες με εξειδίκευση κυρίως στις φυσικές καταστροφές όπως μετεωρολόγους, υδρολόγο και γεωλόγο. Αποστολή της είναι η αξιολόγηση κινδύνων όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι σεισμοί και οι καύσωνες. Στην Επιτροπή αυτή, όπως διευκρίνισε, δεν συμμετέχει χημικός μηχανικός ή επιστήμονας με εξειδίκευση στην ατμοσφαιρική χημεία και την παρακολούθηση σύνθετων ρύπων.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη δημόσια δραστηριότητα και τα δελτία τύπου της Επιτροπής Συνεδρίαση Επιτροπής Εκτίμησης Κινδύνου | Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, όπου η θεματική της επικεντρώνεται συστηματικά σε μετεωρολογικά και φυσικά φαινόμενα. Γι’ αυτό και την ημέρα του περιστατικού η Επιτροπή δεν συνεδρίασε. «Τι θα σου πει ο μετεωρολόγος ή ο γεωλόγος σε ένα τέτοιο περιστατικό;» σχολιάζουν άνθρωποι της επιστημονικής κοινότητας με τους οποίους συνομίλησε το inside story, περιγράφοντας ακριβώς αυτό το κενό εξειδίκευσης.

Προκύπτει συνεπώς ότι, σε ένα περιστατικό όπου το πρώτο ζητούμενο είναι να αναγνωριστεί η πιθανή χημική ταυτότητα μιας άγνωστης ουσίας, δεν υπάρχει στον μηχανισμό ο επιστήμονας που μπορεί να υποδείξει τι πρέπει να αναζητηθεί, με ποια μεθοδολογία και πόσο γρήγορα και επιτακτικά πρέπει να ληφθούν δείγματα.

«Κατά τη γνώμη μου, το ζητούμενο δεν είναι αν μια συγκεκριμένη επιτροπή διαθέτει ή δεν διαθέτει όλες τις απαραίτητες ειδικότητες. Καμία επιτροπή δεν μπορεί να καλύπτει εκ των προτέρων κάθε πιθανό σενάριο», λέει ο Κώστας Συνολάκης, διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος δεν έχει πλήρη εικόνα της σημερινής σύνθεσης της συγκεκριμένης επιτροπής. Όπως επισημαίνει όμως, «ένα σύγχρονο σύστημα πολιτικής προστασίας πρέπει να έχει την ευελιξία να ενσωματώνει εξειδικευμένη γνώση μέσα σε λίγες ώρες, ώστε οι επιχειρησιακές αποφάσεις να στηρίζονται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα».

Όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός, «οι αρχικές αποφάσεις δεν αφορούν μόνο την προστασία του πληθυσμού, αλλά και τον σχεδιασμό της επιστημονικής διερεύνησης. Πρέπει να αποφασιστεί πολύ γρήγορα πού θα γίνουν μετρήσεις, ποια όργανα θα χρησιμοποιηθούν, ποια δείγματα πρέπει να συλλεχθούν, σε ποια χρονική στιγμή και με ποια μεθοδολογία. Αν αυτές οι αποφάσεις καθυστερήσουν ή δεν βασιστούν στη σωστή επιστημονική γνώση, μπορεί να χαθεί η δυνατότητα ταυτοποίησης της ουσίας ή ακόμη και της πηγής της».

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό επειδή πολλές πτητικές χημικές ενώσεις παραμένουν στην ατμόσφαιρα μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα το επιστημονικό τους αποτύπωμα να μπορεί να εξαφανιστεί μέσα σε λίγες ώρες. «Για τον λόγο αυτό, η επιχείρηση δειγματοληψίας πρέπει να σχεδιάζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την επιχειρησιακή απόκριση και όχι εκ των υστέρων», τονίζει.

Όπως αναφέρει εξάλλου και ο Μάγγος, απαντώντας στην ερώτηση γιατί δεν προχώρησαν σε δειγματοληψίες έστω τις επόμενες μέρες, «από τη στιγμή που έπαψε να εκτυλίσσεται το φαινόμενο, και να παίρναμε δείγμα, δεν θα βρίσκαμε τίποτα. Τις επόμενες ώρες, δεν υφίσταται πλέον το πρόβλημα», καθώς η ατμόσφαιρα είναι ένα εξαιρετικά δυναμικό σύστημα. Οι ρύποι μετακινούνται και διασπείρονται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, μεταβάλλοντας συνεχώς τη συγκέντρωσή τους. «Ακόμα και τώρα, αν εγώ μετρήσω έξω κάποιους συμβατικούς ρύπους, μετά από μια ώρα η τιμή τους μπορεί να είναι τελείως διαφορετική. Γιατί είναι ένα δυναμικό σύστημα. Δεν είναι μια στατική εκπομπή για να τη μετράς σταθερά. Αν για παράδειγμα, εκείνη την μέρα είχαμε ισχυρούς βόρειους ανέμους, ούτε που θα καταλαβαίναμε τίποτα», λέει.

«Η επιστήμη δεν αντικαθιστά την επιχειρησιακή διοίκηση», σχολιάζει ο Συνολάκης. «Της δίνει όμως τα εργαλεία για να παίρνει καλύτερες αποφάσεις, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει ένα φαινόμενο που δεν έχει ακόμη πλήρως ταυτοποιηθεί».

Την επόμενη φορά

Όταν λοιπόν ο κίνδυνος είναι άγνωστος, η πρώτη μάχη δεν είναι η αντιμετώπισή του, αλλά η αναγνώρισή του. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έλειψε εκείνη τη μέρα, αλλά τι θα πρέπει να υπάρχει την επόμενη φορά.

«Αν αύριο εκδηλωνόταν ένα αντίστοιχο άγνωστο ατμοσφαιρικό περιστατικό, το σημαντικότερο είναι να διαθέτουμε έναν μηχανισμό που να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μέσα στην αβεβαιότητα», λέει ο ακαδημαϊκός Κώστας Συνολάκης. «Η επιστήμη μπορεί να μην έχει όλες τις απαντήσεις από την πρώτη στιγμή. Πρέπει όμως να είναι παρούσα από την πρώτη στιγμή».

Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ τι ακριβώς συνέβη στις 19 Μαΐου. Εκείνο που πλέον γνωρίζουμε είναι γιατί δεν μάθαμε. Και με βάση αυτά, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι την επόμενη φορά, η απάντηση δεν θα χαθεί μαζί με το ίδιο το φαινόμενο. 

Profile picture for user Αναστασία Καραδημήτρη
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997 και σπούδασε Δημοσιογραφία στο Πάντειο και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Προηγουμένως ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας των Βιώσιμων Κυκλάδων, ενώ της αρέσει να συνδυάζει τη δημοσιογραφία με τη φωτογραφία και το ντοκιμαντέρ.


insidestory.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.