....

....

25 non-fiction προτάσεις πριν κλείσετε τις βαλίτσες σας (του Σπύρου Κακουριώτη)


του Σπύρου Κακουριώτη

 Δεν είναι λίγοι οι συστηματικοί αναγνώστες που, αναχωρώντας για διακοπές, δεν φορτώνουν τις βαλίτσες τους με τις τελευταίες λογοτεχνικές εκδόσεις, αλλά επιλέγουν, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους, μελέτες και δοκίμια που συνήθως τσουβαλιάζουμε κάτω από τον αγγλικό τίτλο non-fiction. Αρκετοί μάλιστα, επιλέγουν αυτή την εποχή του χρόνου προκειμένου να διαβάσουν έργα, συνήθως πολυσέλιδα, που δεν άπτονται της κύριας διανοητικής τους ενασχόλησης. Με αυτό κατά νου, παρουσιάζουμε μερικές τέτοιους είδους προτάσεις, με βιβλία τελευταίας εσοδείας – κάποιο(α) απ’ όλα θα χωρέσει στη βαλίτσα σας…

Γιάννης Φελέκης, Παρά μόνο τις αλυσίδες, Κουκκίδα

Αφήγηση ζωής από μια ιστορική μορφή της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς της Μεταπολίτευσης και του τεταρτοδιεθνιστικού κινήματος, τον Γιάννη Φελέκη, έτσι όπως την αφηγήθηκε, μέσα από διαδοχικές συνεντεύξεις, στην ιστορικό Ελένη Λάλου. Η αυτοβιογραφική αφήγηση, που η επιμελήτρια προσεγγίζει εξοπλισμένη με τα εργαλεία της προφορικής ιστορίας, καλύπτει το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, καθώς και τις πρώτες δεκαετίες του 21ου, αφού ο γεννημένος το 1943 Γιάννης Φελέκης παραμένει ενεργός, ακόμη και σήμερα, σε όλες τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης σε πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά και στις πολιτικές διεργασίες της άκρας αριστεράς. Η αφήγηση ξεκινά από τα δύσκολα παιδικά χρόνια σε ένα χωριό της Άρτας τον καιρό του Εμφυλίου, συνεχίζεται με την κάθοδο, πρώτα στην Άρτα κι ύστερα στην Αθήνα, σε αναζήτηση εργασίας από τρυφερή ηλικία, αναζήτηση που θα τον οδηγήσει ακόμη και να μπαρκάρει. Περιγράφει την επαφή του με τον χώρο της αριστεράς, το συνδικαλιστικό κίνημα και ιδιαίτερα με τις τροτσκιστικές οργανώσεις προδικτατορικά. Η δικτατορία θα τον βρει στον στρατό, αλλά από την πρώτη στιγμή θα αναπτύξει αντιχουντικές πρωτοβουλίες, αρχικά μέσα από τις Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης, κάτι που θα του στοιχίσει την παραμονή στη φυλακή μέχρι την εξέγερση του Πολυτεχνείου – όπου και θα συμμετάσχει στην εργατική συνέλευση. Βασανιστήρια στο ΕΑΤ/ΕΣΑ και στη συνέχεια εξορία στη Γυάρο. Από εκεί και πέρα, η αφήγηση καλύπτει τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, τις πολιτικές, κομματικές και συνδικαλιστικές διεργασίες στον χώρο της άκρας αριστεράς, ιδιαίτερα την ίδρυση της ΟΚΔΕ, αλλά και, αργότερα, τις πρωτοβουλίες διεθνιστικής αλληλεγγύης, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, με αποκορύφωμα τη μάχη της Γένοβας, το 2001. Η μαρτυρία του Γιάννη Φελέκη αποτελεί, έτσι, πολύτιμο τεκμήριο για τη μελέτη της ιστορίας της Ελλάδας κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα.

 

Ευγένιος Ματθιόπουλος, Κανείς πριν μπει στη μάχη δεν ξέρει ποιος είναι, Ποταμός

Ένα άγνωστο κεφάλαιο από την ιστορία του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος συνθέτει, με τρόπο ομολογουμένως επιβλητικό, ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης Ευγένιος Ματθιόπουλος, μελετώντας την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στα δύσκολα χρόνια 1967-1975, με επίκεντρο, ειδικότερα, τη συμμετοχή των φοιτητών και φοιτητριών της στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αφού παρουσιάσει, συνοπτικά, την πορεία του φοιτητικού κινήματος, αλλά και την κατάσταση στο πεδίο των εικαστικών, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μελετά την ΑΣΚΤ ως θεσμό, εξετάζοντας το πρόγραμμα σπουδών, αλλά και τις αισθητικές και ιδεολογικές τάσεις των καθηγητών, καθώς και τη βασισμένη στην αρχή της «αυθεντίας» σχέση τους με τους συναδέλφους τους και τους φοιτητές. Επίσης, παρουσιάζει τα δημογραφικά (κοινωνικά, ταξικά, έμφυλα και μορφωτικά) χαρακτηριστικά των σπουδαστών, ενώ ένα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον διευθυντή της Σχολής, ζωγράφο Νίκο Νικολάου. Στη συνέχεια, μελετά, βασισμένος σε πρωτότυπο αρχειακό υλικό, τις αποφάσεις και τη στάση του Συλλόγου Καθηγητών της ΑΣΚΤ, αλλά και τις προσπάθειες επανίδρυσης του Συλλόγου Σπουδαστών της Σχολής, καθώς και τη γενικότερη συμμετοχή τους στο αναπτυσσόμενο μετά το 1972 αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Μέσα από αφηγήσεις φοιτητών και φοιτητριών, επιχειρεί να ανασυνθέσει τη δραματική εμπειρία της κατάληψης του Πολυτεχνείου (όπου βρισκόταν και η Σχολή), καθώς και όσα επακολούθησαν: τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, καθώς και τον ανεξιχνίαστο θάνατο του καλοτεχνίτη Γιάννη Καΐλη, πιθανόν μια δολοφονία που παρουσιάστηκε από την Ασφάλεια σαν αυτοκτονία. Επίσης, εξετάζει τη διαχείριση της περιόδου μετά την κατάληψη από τον Σύλλογο καθηγητών της Σχολής, η οποία βάθυνε το χάσμα ανάμεσα σε σπουδαστές και δασκάλους. Χάσμα που θα οδηγήσει, μεταπολιτευτικά, σε μετωπική σύγκρουση και, ύστερα από πολυήμερη αποχή, στη ριζική αναδιάρθρωση της Σχολής, στην κτιριακή της επέκταση και στην ίδρυση δύο νέων εδρών ζωγραφικής, μέσα από τις οποίες εκφράστηκε η διεύρυνση του αισθητικού της μοντέλου. Οι σπουδαστές, επισημαίνει ο συγγραφέας, μέσα από τις νέες εμπειρίες που προσέφερε η εξέγερση, άρχιζαν να κατανοούν με καινούριες έννοιες τον εαυτό τους, την καλλιτεχνική τους υπόσταση και τη σχέση τους με τον κόσμο. Η μονογραφία του Ματθιόπουλου, η μοναδική έως τώρα που μελετά μια μεμονωμένη πανεπιστημιακή σχολή στη διάρκεια της επταετίας, εμπλουτίζει με πολλούς τρόπους την αναπτυσσόμενη βιβλιογραφία για τη δικτατορία και την εξέγερση του Πολυτεχνείου· όχι μονάχα δίνοντας «φωνή» σε μια κοινότητα μνήμης που δεν έχει βρει μέχρι τώρα τη θέση της στις δημοσιευμένες ιστορίες της κατάληψης –για λόγους που ο συγγραφέας εξηγεί λεπτομερώς– αλλά και γιατί αφηγείται (με «γεγονοτολογική μικροϊστορική εμβέλεια», όπως λέει) μια ιστορία άγνωστη και αποσιωπημένη, λόγω της αποχής των πρωταγωνιστών της από τις πολιτικές διεργασίες που ακολούθησαν μετά τον Ιούλιο του 1974.

 

Δημήτρις Γαρρής, Ο τελευταίος ήρωας, Θεμέλιο

Στον κατεξοχήν ήρωα της αντιδικτατορικής αντίστασης, τον Αλέκο Παναγούλη, και τη συγκρότηση της μνήμης του, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης (1968-1981), είναι αφιερωμένη η ανά χείρας μελέτη, που κυκλοφορεί με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του, σε ένα τροχαίο που για πολλούς, ακόμη και σήμερα, συνεχίζει να θεωρείται δολοφονία. Τα ερωτήματα που θέτει με τη μελέτη του αυτή ο νεαρός ιστορικός δεν αντιμετωπίζουν τον ηρωισμό και το ηρωικό φαινόμενο φιλοσοφικά ή οντολογικά. Αντιθέτως, αυτό που τον ενδιαφέρει, εξετάζοντας τον σημαντικότερο επώνυμο ατομικό ήρωα του αντιδικτατορικού αγώνα, είναι οι συνθήκες και οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους ο Παναγούλης ηρωοποιήθηκε, και σε ποιες ανάγκες ήρθε να απαντήσει αυτή η ηρωοποίηση. Έτσι, διερευνά το πώς αυτή κατασκευάστηκε πολιτισμικά, από ποιους φορείς, τόσο από «τα πάνω» όσο και από «τα κάτω», ποιες αναπαραστάσεις παρήγαγε. Με μια αφήγηση ευπρόσιτη και λαγαρή, που χαρακτηρίζεται και από την έγνοια του συγγραφέα για την απόλαυση του κειμένου, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρακολουθεί τις διαδικασίες ηρωοποίησης του Παναγούλη κατά τη διάρκεια της ζωής του, αφενός, από την απόπειρα κατά του δικτάτορα έως την αποφυλάκισή του, το 1973, αφετέρου, κατά την τελευταία τριετία της ζωής του, όταν πλέον ήταν ελεύθερος, και κατά την πρώτη πενταετία μετά τον θάνατό του, δηλαδή έως την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Όπως δείχνει η έρευνα του ιστορικού, κάθε άλλο παρά ενιαία και γραμμική υπήρξε η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, με την αμφιθυμία και τις αμφιβολίες να κυριαρχούν για πολύ πριν δώσουν τη θέση τους στην ομόθυμη αναγνώρισή του ως οικουμενικού και ενωτικού συμβόλου του αγώνα κατά της δικτατορίας.

 

Κώστας Καραβίδας, Η περιπέτεια των ιδεών, Πόλις

Οι πολλαπλές και διαρκείς μεταβάσεις που χαρακτήρισαν τη Μεταπολίτευση ήταν κυρίως πολιτισμικές, επισημαίνει ο συγγραφέας, που διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με μία από αυτές να αφορά τον μετασχηματισμό και την αναδιάταξη της δημόσιας σφαίρας μετά το 1974 – οι όροι για την οποία είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται ήδη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Σε αυτή την περίοδο κυοφορούνται οι πολιτικές και οι ποιητικές της κουλτούρας που θα κυριαρχήσουν στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης, οι οποίες σχετίζονται με την αλλαγή του ρόλου των διανοουμένων (που αυτονομούνται τόσο από την εθνική όσο και από την παραταξιακή στράτευση), αλλά και με την εμπέδωση θεσμών όπως οι εφημερίδες και τα περιοδικά, μέσα από τους οποίους διαμεσολαβούνται οι μεγάλες συζητήσεις της περιόδου. Επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τη νέα «δομή της αίσθησης» της Μεταπολίτευσης, ο συγγραφέας εστιάζει, αρχικά, στον ρόλο και στην παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα και στο πολιτισμικό πεδίο τριών περιοδικών που ταυτίστηκαν με τις περιπέτειες των ιδεών της ανανεωτικής αριστεράς: το Αντί, τον Πολίτη και τον μεταγενέστερο Σχολιαστή, στους τρόπους με τους οποίους διεκδικούν μια εναλλακτική ηγεμονία, αλλά και διαμορφώνουν μια «συγκρουσιακή συναίνεση». Παράλληλα, σκιαγραφεί το προφίλ και τη λειτουργία των δημόσιων διανοουμένων που αναδεικνύονται μέσα από αυτά. Στη συνέχεια, ασχολείται με ένα ειδικότερο πεδίο εφαρμογής του λόγου των διανοουμένων, τη λογοτεχνική κριτική, με άξονα τρία διαφορετικά αλλά αλληλοσυμπληρούμενα παραδείγματα, τον Γ. Π. Σαββίδη, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, επιχειρώντας να εντοπίσει σχήματα εξέλιξης του κριτικού λόγου που οδήγησαν στην αλλαγή παραδείγματος σχετικά με τον ρόλο της κριτικής στη δημόσια σφαίρα. Τέλος, επιχειρεί να ανασυγκροτήσει μία από τις μείζονες συζητήσεις της περιόδου, σχετικά με το λαϊκό, τη λαϊκότητα και την παράδοση. Με αφετηρία τη λογοτεχνία, την κριτική και τις ιδέες, ο συγγραφέας, στη σημαντική αυτή συμβολή του, μελετά το πώς αυτές όρισαν τις κατευθυντήριες γραμμές μεγάλου αριθμού πολιτισμικών και πολιτικών επιλογών στη Μεταπολίτευση.

 

Ζηνοβία Λιαλιούτη, Ηγεσία και επιστήμη, Τράπεζα της Ελλάδος

Έχοντας από τους πρώτους διανοίξει το πεδίο της έρευνας για τον πολιτισμικό Ψυχρό Πόλεμο και την πολιτισμική διπλωματία με τις μελέτες της, η συγγραφέας στο ανά χείρας έργο της θέτει στο επίκεντρο του ερευνητικού της ενδιαφέροντος μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή του Γιάγκου Πεσμαζόγλου, και τον ρόλο που διαδραμάτισε στο πλαίσιο της διπλωματίας των ιδεών, κατά την περίοδο 1954-1974. Ειδικότερα, εξετάζει την εμπλοκή του, αρχικά ως υπότροφου και στη συνέχεια ως άτυπου συμβούλου, με το πρόγραμμα Eisenhower Exchange Fellowship και τα εκτεταμένα δίκτυα στα οποία ενεπλάκη. Στην εκτενή εισαγωγή της, η ιστορικός, αφού παρουσιάσει στον αναγνώστη το EEF ως εργαλείο της αμερικανικής διπλωματίας, εστιάζει στον Γιάγκο Πεσμαζόγλου, έτσι όπως σκιαγραφείται από τα τεκμήρια που φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο της Τραπέζης της Ελλάδος: Αρχικά, ως υπότροφο του προγράμματος, μέσα και από το ταξίδι και την παραμονή του στις ΗΠΑ, το 1954, και στη συνέχεια μέσα από τη συμμετοχή του στη διαδικασία ανάδειξης υποψηφίων υποτρόφων του προγράμματος, έως το 1973. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα εκείνο στο οποίο επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τις σχέσεις του Πεσμαζόγλου με την αμερικάνικη πολιτιστική διπλωματία κατά τη διάρκεια της χουντικής επταετίας, ιδιαίτερα μετά την παραίτησή του από τη θέση του υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Αύγουστο του 1967. Η συγγραφέας εξετάζει τόσο τη στάση του απέναντι στο πρόγραμμα EEF όσο και τη σχέση του με τη δράση του Ιδρύματος Ford στην Ελλάδα, για την οποία το αρχείο του προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες. Στη συνέχεια, δημοσιεύονται αρχειακά τεκμήρια, κυρίως επιστολές και σημειώματα, που ανταποκρίνονται στις παραπάνω θεματικές, δηλαδή στην επιλογή, την εμπειρία και τη δικτύωση του Πεσμαζόγλου ως υπότροφου του EEF, τη φυσιογνωμία του προγράμματος, τη διαδικασία επιλογής των  ελλήνων υποτρόφων, τη δικτύωση στο πλαίσιο της αντιδικτατορικής δράσης και, τέλος, το πρόγραμμα του Ιδρύματος Ford.

 

Diana Markides, Το Κυπριακό, 1957-63: Ο κομβικός ρόλος του ζητήματος των δήμων, Ασίνη

Σε ένα φαινομενικά «τεχνικό» ζήτημα των συνομιλιών που οδήγησαν στις συμφωνίες Λονδίνου – Ζυρίχης, μέσω των οποίων εγκαθιδρύθηκε στην Κύπρο ένα συνεταιρικό, πλην βραχύβιο, ανεξάρτητο κράτος, αλλά και ένα ζήτημα που αποδείχθηκε ένα από τα «αγκάθια» που θα τινάξουν στον αέρα ακριβώς τον συνεταιρικό χαρακτήρα του νέου κράτους, εστιάζει τη μελέτη της η ιστορικός Νταϊάνα Μαρκίδη: στο ζήτημα των δήμων. Οι συμφωνίες προέβλεπαν τη δημιουργία χωριστών ελληνικών και τουρκικών δήμων στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις του νησιού, κάτι που η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία ουδέποτε αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα η τουρκοκυπριακή μειοψηφία να μπλοκάρει την ψήφιση του νόμου περί φορολογίας, οδηγώντας τη λειτουργία του κράτους σε αδιέξοδο. Η ιστορικός μελετά ενδελεχώς τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες με τις οποίες επένδυσαν το ζήτημα όλες οι πλευρές (ελληνική, τουρκική και βρετανική), θέτοντας από πολύ νωρίς τους σπόρους του διχασμού και της απόσυρσης των Τουρκοκυπρίων από τις συνεταιρικές δομές – ήδη πριν από την κατάληξη των συνομιλιών. Ειδικότερα, εξετάζει το άγχος των Βρετανών για τη διασφάλιση της οιονεί νεοαποικιακής παρουσίας τους στο νησί, την πολυγλωσσία που επικρατούσε στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, αλλά και λανθασμένους  χειρισμούς επί του πεδίου, που οδήγησαν στην όξυνση της σύγκρουσης, το 1963, ενώ δεν παραλείπει να επισημάνει την αντίδραση των Ελληνοκυπρίων υπό τον φόβο της διχοτόμησης, η οποία δεν έκανε άλλο παρά να φέρνει τη διχοτόμηση ακόμη πιο κοντά. Η μελέτη κυκλοφορεί σε νέα, αναθεωρημένη έκδοση, σε μετάφραση των Ελένης Ιερείδου-Μόλλισον και Αλέξανδρου Μπαζούκη.

 

Ανδρέας Βενιανάκης, Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1944-1945), Επίκεντρο

Η ανά χείρας μεταθανάτια έκδοση αποτελεί την ύστατη ερευνητική εργασία ενός ακαταπόνητου ερευνητή, που επικέντρωσε με πάθος τα ιστορικά του ενδιαφέροντα σε «δύσκολα» θέματα σχετικά με το, συχνά σκοτεινό, κατοχικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, δίνοντάς μας υποδειγματικές, ως προς την πληρότητά τους, μελέτες για τον ένοπλο, αλλά και τον οικονομικό, δωσιλογισμό στο πλαίσιο της πόλης. Η παρούσα μελέτη, ασφαλώς όχι ολοκληρωμένη, καθώς μεσολάβησε ο θάνατος του ερευνητή, το 2024, εστιάζει σε ένα επίσης «δύσβατο», λόγω αρχειακής στενότητας, θέμα: τη διακυβέρνηση της πόλης από το ΕΑΜ, από την απελευθέρωσή της από τον ΕΛΑΣ, στις 30 Οκτωβρίου 1944, μέχρι την εγκατάσταση των κυβερνητικών αρχών, στις 17 Ιανουαρίου 1945, έπειτα από τη συμφωνία της Βάρκιζας. Στο πρώτο μέρος της μελέτης ο συγγραφέας εξετάζει τη σύντομη περίοδο της «δυαδικής κυριαρχίας» στην πόλη, των Γερμανών με τους συνεργάτες τους στο κέντρο και του ΕΛΑΣ με τις οργανωμένες ένοπλες δυνάμεις του (Φρουραρχεία κ.λπ.) στις συνοικίες. Στο δεύτερο και εκτενέστερο εξετάζει την εαμική διοίκηση κατά τους δυόμισι μήνες μετά την απελευθέρωση, τα προβλήματα ανεφοδιασμού, οικονομικά, δημόσιας τάξης κ.λπ. που είχε να αντιμετωπίσει, τη λειτουργία των θεσμών λαϊκής δικαιοσύνης, ενώ σκιαγραφεί και την καθημερινότητα των πολιτών, τη διασκέδαση και τη νυχτερινή ζωή κ.λπ. Η μελέτη ολοκληρώνεται με ένα ακροτελεύτιο κεφάλαιο σχετικά με το ξήλωμα της εαμικής διοίκησης και το τέλος της «ερυθράς συμπρωτεύουσας».

 

Σπύρος Τσουτσουμπής, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, Παπαδόπουλος

Τους λαϊκούς στρατούς της αντίστασης, μέσα από το παράδειγμα των δύο σημαντικότερων ελληνικών ένοπλων σχηματισμών, μελετά στη μονογραφία του αυτή ο συγγραφέας, ιστορικός που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Η μελέτη του δεν αφορά την οργανωτική δομή, τη μαχητική ικανότητα ή την πολιτική λειτουργία των αντιστασιακών οργανώσεων· ο συγγραφέας επιλέγει μια οπτική από τα κάτω, αναζητώντας την καθημερινότητα των μαχητών, τα κίνητρα που τους οδήγησαν να συμμετάσχουν, την εμπειρία της μάχης. Παρά την αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα των αντιστασιακών οργανώσεων, εστιάζει περισσότερο, όπως άλλωστε και οι πληροφορητές του, στην τοπική διάσταση, που παίρνει συχνά ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά. Αρχικά, η μελέτη εξετάζει την ανάδυση της αντίστασης και των λαϊκών στρατών στην ύπαιθρο, σκιαγραφώντας την κοινωνική βάση της και τα κίνητρα των αγωνιστών, αναδεικνύοντας τις τοπικές δυναμικές και τη σημασία της κουλτούρας και των δεσμών συγγένειας. Στη συνέχεια εξετάζει τα κίνητρα της συμμετοχής, όπου πρωτεύοντα ρόλο παίζουν η εντοπιότητα, η συγγένεια, ο εξαναγκασμός και η οικονομική ανέχεια. Ακόμη, εξετάζεται η καθημερινότητα και οι δραστηριότητες των ανταρτών, μέσα από την οποία γεννήθηκε μια κουλτούρα αρρενωπότητας, που εξυμνούσε την αντοχή και τη βία και απαξίωνε τους αμάχους. Το ζήτημα του ηθικού και του ρόλου των δεσμών της ομάδας και των αντιλήψεων περί τιμής εξετάζεται στη συνέχεια, ενώ, τέλος, το ερευνητικό ενδιαφέρον στρέφεται στην αντάρτικη διακυβέρνηση στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το γεγονός ότι η παρούσα μελέτη εκδίδεται στα ελληνικά δέκα χρόνια μετά τη δημοσίευσή της στα αγγλικά, την κάνει να μοιάζει σαν καθυστερημένη συμβολή σε μια ιστοριογραφική συζήτηση που έχει πλέον ολοκληρωθεί, ενώ και αρκετές νέες σχετικές συμβολές έχουν ήδη κατατεθεί – κι αυτό είναι κάτι που καταφανώς αδικεί τον συγγραφέα και την όποια πρωτοτυπία των αναλύσεών του.

 

Δημήτρης Αρβανιτάκης, Ιόνιος ρεπουμπλικανισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Συνέχεια της μελέτης του συγγραφέα Η αγωγή του πολίτη: Η γαλλική παρουσία στο Ιόνιο (1797-1799) και το έθνος των Ελλήνων (ΠΕΚ, 2020), ο ανά χείρας τόμος παρουσιάζει τα άγνωστα και παραγνωρισμένα κείμενα πολιτικής διαπαιδαγώγησης που παρήχθησαν την περίοδο αυτή στο Ιόνιο (στα ιταλικά, τα ελληνικά ή τα γαλλικά), επιχειρώντας την ιστορικοποίηση του λόγου τους μέσα από την ένταξή τους στο ιστορικό πλαίσιο που τα γέννησε. Πέρα από την παράθεση των πρωτοτύπων κειμένων και των μεταφράσεών τους, στο πρώτο μέρος της μελέτης του ο ιστορικός, αρχικά, παρουσιάζει την αντίστοιχη «γαλλική στιγμή» της ιταλικής χερσονήσου και τη λειτουργία των ανάλογων κειμένων πολιτικής αγωγής. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι κατηγορίες των κειμένων του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού, η ιδιαιτερότητά τους μέσα στην ιστορία των κειμένων του ιόνιου χώρου και η συνομιλία τους με τα σύγχρονά τους κείμενα του Ρήγα και του ελληνικού Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού. Μέσω της μελέτης χαρακτηριστικών εννοιολογικών ζευγών που χρησιμοποιούνται, επιχειρείται να αποκωδικοποιηθούν οι τρόποι εννοιολόγησης των όρων που συγκρότησαν τον ηθικό και πολιτικό ρεπουμπλικανικό κώδικα, ενώ εξετάζονται επίσης οι τρόποι με τους οποίους η ελληνική γλώσσα επιχείρησε να αποδώσει τις κρίσιμες έννοιες της συζήτησης για τη ρεπουμπλικανική οργάνωση της κοινωνίας. Τέλος, ο συγγραφέας εξετάζει τις εξελίξεις στο Ιόνιο μετά το 1800, αναδεικνύοντας τη σημασία της δημιουργίας της Ιονίου Πολιτείας, τις κληρονομιές του ρεπουμπλικανισμού στην ελληνική λογιοσύνη, αλλά και τις συγκλίσεις και αποκλίσεις ανάμεσα στο Ιόνιο και τον οθωμανοκρατούμενο χώρο μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης. Στο ίδιο το Ιόνιο, οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις επενδύονται πλέον με τη γλώσσα του ρεπουμπλικανισμού και αποτυπώνονται στους αγώνες συνταγματικής θέσμισης· πέραν του Ιονίου, η παιδεία αναδεικνύεται σε επίκεντρο του προβληματισμού της ελληνικής λογιοσύνης και αντικείμενο σκληρής αντιπαράθεσης, όπου ο ρεπουμπλικανικός κώδικας αποδεικνύει διάρκειες και δυναμικές που διαμορφώνουν ένα ισχυρό ρεύμα λόγου μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης. Τέλος, ο συγγραφέας, εξετάζοντας τις διαδοχικές αναγνώσεις του Ιονίου από τον Κοραή, επιχειρεί να κατανοήσει τις αμηχανίες και τη δυσθυμία που συνόδευσαν τα πρώτα στάδια συγκρότησης του ελληνικού έθνους, με αναφορά στο Ιόνιο, το οποίο αποτέλεσε μία από τις θύρες εισόδου του ελληνικού κόσμου στη νεωτερικότητα του έθνους.

 

Μήτσος Μπιλάλης, Επιδημία παρελθόντος, Νήσος

Τα παρελθόντα μέσα στο πυκνό πεδίο των σύγχρονων ψηφιακών δικτυώσεων επιδιώκει να χαρτογραφήσει η ανά χείρας μελέτη: παρελθόντα που αλλάζουν πρόσωπο όσο τα διεκδικούν για λογαριασμό τους διαφορετικοί χρήστες, αλλά και παρελθόντα που επιμένουν σε μονοσήμαντες «αλήθειες», που επιμένουν να υπαγορεύουν μαθήματα στο παρόν. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας εξετάζει τη Δημόσια Ιστορία στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιώντας αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κριτικής επιδημιολογίας, εξ ου και η «επιδημία» του τίτλου, μια επιδημία απο-παθολογικοποιημένη, που διαταράσσει προϋπάρχουσες ισορροπίες και οικοδομεί καινούριες. Ο συγγραφέας εξετάζει τη Δημόσια Ιστορία ως κοινωνική παραγωγή του παρελθόντος και το κοινό της ως ενεργούς μορφοποιητές της σύγχρονης ιστορικής κουλτούρας, προσηλωμένους στην επανανοηματοδότηση του παρελθόντος, προκειμένου να απαντήσουν σε επείγουσες ανάγκες του παρόντος. Η διαδικασία αυτή ερευνάται στο πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς αυτά αποτελούν το πλέον διαδεδομένο και αδιαφιλονίκητο παράδειγμα ψηφιακότητας. Εκεί, η ψηφιακή παραγωγή λόγων και ερμηνευτικών σχημάτων για το παρελθόν παίρνει την όψη επιδημικού τοπίου, όπου επικρατούν εξάρσεις και αναστολές, μεταλλάξεις κ.λπ. Στην παρούσα μελέτη, ο συγγραφέας συζητά 16 διαφορετικές ιστορίες, που αφορούν διαφορετικές στιγμές του ελληνικού παρελθόντος, με την περίπτωση της ανασκαφής της Αμφίπολης να δίνει τον «μακεδονικό» τόνο στις ψηφιακές επεξεργασίες του παρελθόντος, ενώ οι υπόλοιπες αφορούν κρίσιμες στιγμές του 20ού αιώνα. Οι αφορμές που δόθηκαν για την ανάδυση αυτών των ιστοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπήρξαν εξαιρετικά ποικίλες και διαφοροποιημένες, ενώ η ανάλυση κλείνει με το «φαινόμενο» του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου από την Κύπρο, ως παραδειγματική διεθνώς περίπτωση παραγωγής ψηφιακής ιστορίας και πολιτικής.

 

Omer Bartov, Ισραήλ: Τι πήγε λάθος;, Μεταίχμιο

Πώς φτάσαμε έως εδώ; Πώς θα μπορούσαμε να αναρριχηθούμε έξω από την άβυσσο του μίσους και της καταστροφής; Ο Ομέρ Μπάρτοφ, ένας από τους σημαντικότερους ειδικούς των σπουδών για το Ολοκαύτωμα και τη Γενοκτονία, ανήκει στους λίγους γενναίους διανοούμενους που με παρρησία μίλησαν για τον πόλεμο στη Γάζα λέγοντας τα πράματα με το όνομά τους: γενοκτονία. Η στάση αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία όχι μονάχα γιατί προέρχεται από τον κατεξοχήν ειδικό επί του θέματος αλλά και γιατί κατέληξε σε αυτήν έπειτα από πολλή σκέψη, κατά το πρώτο εξάμηνο μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Γεννημένος στο Ισραήλ από οικογένεια ένθερμων σιωνιστών, ο συγγραφέας, καθηγητής στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Μπράουν, επιχειρεί μέσα από τη μελέτη του αυτή, που μετέφρασε ο Στέφανος Καβαλλιεράκης, να κατανοήσει το πώς ο σιωνισμός, ένα κίνημα που επαγγελλόταν τη χειραφέτηση και την απελευθέρωση των εβραίων  της Ευρώπης, μεταβλήθηκε σταδιακά σε έναν ανελέητο και ολοένα πιο ρατσιστικό εθνικισμό. Πώς ένα κράτος, που ιδρύθηκε αμέσως μετά το Ολοκαύτωμα και εν πολλοίς εξαιτίας του, εμπλέκεται σε μια γενοκτονική επιχείρηση με απόλυτη διεθνή ατιμωρησία και ευρεία στήριξη από την πλειονότητα των εβραίων κατοίκων του. Μπορεί η πορεία του Ισραήλ προς την καταστροφή, των άλλων αλλά και του ίδιου, να αναστραφεί; Για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα στρέφεται με τρόπο ρηξικέλευθο προς το παρελθόν, συνεξετάζοντας το Ολοκαύτωμα και τη Νάκμπα, εντάσσοντάς τα στο ευρύτερο πλαίσιο της αποικιοκρατίας, καθώς και την πορεία μετατροπής του σιωνισμού σε κρατική ιδεολογία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός καθεστώτος απαρτχάιντ για τους μη εβραίους κατοίκους του, πολίτες ή μη. Η κατοχή έχει οδηγήσει σε μια διαδικασία απανθρωποποίησης τόσο τους κατεχόμενους όσο και αυτούς που ασκούν την κατοχή. Η επίθεση της Χαμάς και όσα ακολούθησαν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά αν δεν συνεξεταστούν με το ευρύτερο αυτό ιστορικό πλαίσιο.

 

Στέφανος Γερουλάνος, Η καταγωγή του ανθρώπου, Πατάκης

Οι αφηγήσεις περί την καταγωγή του ανθρώπου αποτέλεσαν και αποτελούν και στις μέρες μας ένα αντικείμενο που συναρπάζει, πιθανόν γιατί μέσα σε αυτές κρύβεται –τουλάχιστον έτσι διατείνονται– μια απάντηση στο ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος;» Το αφήγημα αυτό, όμως, όπως επισημαίνει στη μελέτη του ο συγγραφέας, δεν είναι ουδέτερο· στο όνομά του «έχουν επαγγελθεί οράματα και διαπραχθεί θηριωδίες». Στοχεύοντας στην ιστορικοποίηση της «προϊστορίας», επισημαίνει ότι η ενασχόληση μαζί της αφορά πάντοτε το εκάστοτε παρόν και πως οι θεωρίες για την καταγωγή του ανθρώπου που διατυπώθηκαν τα τελευταία 250 χρόνια λένε πολλά περισσότερα για την εποχή που διατυπώθηκαν παρά για το μακρινό παρελθόν. Επιχειρώντας να αφηγηθεί την κατασκευή της προϊστορίας, επισημαίνει ότι η έρευνα για την καταγωγή του ανθρώπου αρχίζει κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου κατάκτησης και οικοδόμησης αυτοκρατοριών, εκλογικεύοντας την αποικιοκρατία και την ευγονική και συμβάλλοντας στον αφανισμό των ιθαγενών, καθώς, στον πυρήνα της, η ενασχόληση με την προϊστορία είναι μια προσπάθεια επικύρωσης συγκεκριμένων αντιλήψεων για την ανθρωπότητα και δαιμονοποίησης άλλων. Έτσι, η ανακάλυψη της προϊστορίας, όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου που μετέφρασε ο Μενέλαος Αστερίου, συνδέεται, αφενός, με την αποίκηση του «Νέου Κόσμου» και, αφετέρου, με τις προσπάθειες των ευρωπαίων στοχαστών, γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα, να κατανοήσουν τον δικό τους πολιτισμό αντιπαραβάλλοντάς τον με τους πολιτισμούς λαών που είχαν απανθρωποποιήσει και εξορίσει στο παρελθόν της ανθρωπότητας. Οι ιδέες αυτές διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ανθρωπότητα, επισημαίνει, και οι χειριστές τέτοιων αφηγημάτων βρέθηκαν σε θέση να αποφασίζουν ποιος είναι προηγμένος και ποιος παρέμεινε απαράλλακτος και, επομένως, μπορεί να παραμεριστεί και, όπως μας έδειξε ο 20ός αιώνας, να εξοντωθεί.

 

Ακρίτας Καϊδατζής – Χαράλαμπος Κουρουνδής, Ποια αναθεώρηση;, Πόλις

Η πρόσφατη κυβερνητική πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, για την οποία, μάλιστα, αναζητούνται συναινέσεις «προθύμων», υπήρξε η αφορμή για την παρέμβαση των δύο συνταγματολόγων, που κατατίθεται στις σελίδες του παρόντος τόμου. Θεωρώντας τη συζήτηση περί αναθεώρησης προσχηματική, οι συγγραφείς διευκρινίζουν εξαρχής ότι δεν προτίθενται να συμμετάσχουν σε αυτήν, αλλά, αντιθέτως, να επικεντρωθούν στο πραγματικό πρόβλημα του Συντάγματος, που είναι ότι δεν επιτελεί την αποστολή για την οποία δημιουργήθηκε, θυμίζοντάς μας ότι τα πρώτα συντάγματα, που φτιάχτηκαν την εποχή των επαναστάσεων, είχαν στόχο να περιορίσουν την εξουσία. Αφού επισημάνουν ότι το Σύνταγμα του 1975, που σήμερα μοιάζει εξαντλημένο από τις διαρκείς παραβάσεις του, αντανακλούσε εν μέρει κατακτήσεις των κυριαρχούμενων τάξεων, οδηγώντας στον «μεταπολιτευτικό συμβιβασμό», επισημαίνουν ότι σήμερα αυτός ακριβώς ο συμβιβασμός βρίσκεται στο στόχαστρο της εξουσίας, που επιδιώκει να μετατρέψει το Σύνταγμα σε ένα κέλυφος κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της. Οι δύο συνταγματολόγοι, από τη μεριά τους, θεωρούν ότι το πραγματικό ερώτημα είναι το πώς το Σύνταγμα θα ανακτήσει την κοινωνική του σημασία και πώς θα γίνει εφαλτήριο για κοινωνική αλλαγή. Σε αυτή την κατεύθυνση, εξετάζουν κριτικά τις έως τώρα αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975, αναγνωρίζοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σημασίας τους, ενώ, επιχειρηματολογώντας γιατί δεν πρέπει να γίνει αναθεώρηση, εξετάζουν την επίθεση στον μεταπολιτευτικό συμβιβασμό και την αμφισβήτηση του κοινωνικο-οικονομικά ανοιχτού χαρακτήρα του Συντάγματος, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην επίθεση σε συγκεκριμένες συνταγματικές προβλέψεις, όπως αυτές του άρθρου 16 ή για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Τέλος, σκιαγραφούν τις προϋποθέσεις για μια ριζικά εναλλακτική προοπτική, που θα προωθεί έναν κοινωνικό μετασχηματισμό υπέρ των πολλών.

 

Πάρις Ασλανίδης, Αγανακτισμένοι, Αλεξάνδρεια

Στα λαϊκίστικα κινήματα σε Ελλάδα και Ισλανδία, δηλαδή στις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν τη μεγάλη κρίση του 2008, των «Αγανακτισμένων» και της «Επανάστασης της κατσαρόλας», αντίστοιχα, επικεντρώνεται ο συγγραφέας του ανά χείρας έργου, πολιτικός επιστήμονας που ειδικεύεται στη μελέτη του λαϊκισμού, των κοινωνικών κινημάτων και του πολιτικού λόγου. Ο συγγραφέας δεν συμμερίζεται διόλου τη δαιμονοποίηση του λαϊκισμού από τις συντηρητικές τάσεις της πολιτικής επιστήμης (αλλά και της πολιτικής), ούτε την περιφρόνηση με την οποία συχνά αντιμετωπίζεται –όπως, άλλωστε, και το σύνολο των λαϊκών κινητοποιήσεων– εκ μέρους των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Ο ίδιος προσφέρει στον αναγνώστη του ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου παραθέτει με αρκετές λεπτομέρειες τη συναρπαστική ιστορία της ιδέας του λαϊκισμού. Στη συνέχεια, αναλύει κριτικά τις κυρίαρχες σχολές σκέψης που έχουν διαμορφωθεί για το θέμα στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ παράλληλα καταθέτει το βασικό θεωρητικό του σχήμα, που αντιλαμβάνεται τον λαϊκισμό ως ένα πλαίσιο συλλογικής δράσης που κατασκευάζεται μέσω του λόγου. Στη συνέχεια, εξετάζει δύο κινήματα του συγκρουσιακού κύκλου που εγκαινίασε η κρίση, αφενός στην Ισλανδία, που αποτέλεσε, χρονικά, τον πρόδρομο όλων των σχετικών κινημάτων, αφού το τραπεζικό της σύστημα ήταν το πρώτο που κατέρρευσε στην Ευρώπη, και, αφετέρου, στην Ελλάδα, όπου η χρεοκοπία της χώρας και η προσφυγή στο ΔΝΤ και την Ευρωζώνη πυροδότησε το κίνημα των πλατειών. Η μελέτη του συγγραφέα βασίζεται σε πηγές όπως συνεντεύξεις με ακτιβιστές και ποιοτική ανάλυση κειμένων και οπτικοακουστικού υλικού της περιόδου.

 

Honoré de Balzac, Τι θα κάναμε χωρίς δημοσίους υπαλλήλους!, Αμολγός

Πίσω από αυτόν τον παιγνιώδη τίτλο, που επέλεξε ο μεταφραστής του, Βάιος Ντάφος, ίσως για να θυμίζει στον αναγνώστη οικεία κακά, κρύβεται μια από τις περίφημες «φυσιολογίες» του ανατόμου της κοινωνικής ζωής της Γαλλίας του 19ου αιώνα, η φυσιολογία του υπαλλήλου. Είδος επιφυλλίδας με αντικείμενο την καταγραφή ανθρώπινων τύπων, το οποίο θεμελίωσε ο Μπαλζάκ με τη Φυσιολογία του γάμου, για να του προσφέρει αργότερα την περιωπή της υψηλής λογοτεχνίας, με την Ανθρώπινη κωμωδία, προσφέρει μια πανοραμική θέαση που, χάρη στο ταλέντο του συγγραφέα περνά από την «επιστημονική» αποτύπωση στη χιουμοριστική ανάλυση πτυχών του ανθρώπινου βίου, δημόσιου και ιδιωτικού. Στο σύντομο αυτό έργο, ο γάλλος συγγραφέας προχωρεί σε μια λεπτομερή ανάλυση της δημόσιας διοίκησης τον καιρό της Ιουλιανής Μοναρχίας, φιλοτεχνώντας μια σειρά από σκοτεινά πορτρέτα της γραφειοκρατίας, που ξεκινά από τον κλητήρα για να φτάσει σχεδόν έως τον βασιλιά, τον ανώτατο δημόσιο υπάλληλο, σύμφωνα με τους απολογητές της φιλελεύθερης μοναρχίας του Λουδοβίκου Φιλίππου. Βουτώντας την ερευνητική του πένα στο σκονισμένο και αποπνικτικό περιβάλλον ενός τυχαίου υπουργείου, ο Μπαλζάκ φιλοτεχνεί έναν οδηγό παρατήρησης παράξενων πτηνών, απ’ όπου δεν ξεφεύγει κανείς: από τον δόκιμο και τον υπάλληλο γενικών καθηκόντων ή τον γραμματέα, μέχρι τον προϊστάμενο και τον διευθυντή, τον εργαζόμενο (συχνά και σε δεύτερη δουλειά) και τον συνταξιούχο. «Όσο το κράτος κλέβει τους υπαλλήλους του άλλο τόσο οι υπάλληλοι κλέβουν τον χρόνο που πρέπει να αφιερώνουν στο κράτος», παρατηρεί και αναρωτιέται με βιτριολικό χιούμορ τι είναι πιο συγκροτημένο, το κράτος που πετυχαίνει πολλά με λίγους υπαλλήλους ή εκείνο που πετυχαίνει λίγα με πολλούς;

 

Τζ. Μόνμπιο – Π. Χάτσισον, Το αόρατο δόγμα, Καστανιώτης

Το «αόρατο δόγμα» του τίτλου δεν είναι άλλο από τον νεοφιλελευθερισμό, αυτή την ιδεολογία του ανταγωνισμού που έχει διαποτίσει ακόμη και τις πιο μύχιες πτυχές της ζωής μας, με τέτοιο τρόπο που να τον αντιμετωπίζουμε σαν φυσικό νόμο – ας θυμηθούμε την περίφημη ΤΙΝΑ. Οι δύο συγγράφεις, ο μεν γνωστός αρθρογράφος του The Guardian, ο δε κινηματογραφιστής και ακτιβιστής, επιχειρούν με το βιβλίο τους, που μετέφρασε η Μαριάννα Τζιαντζή, να αφηγηθούν τη μυστική ιστορία του νεοφιλελευθερισμού και πώς έφτασε να ελέγχει τη ζωή μας. Ξεκινώντας από τους Χάγιεκ και φον Μίζες και τη λυσσασμένη επίθεσή τους στην ιδέα του κοινωνικού κράτους, που κατ’ αυτούς ισοδυναμούσε με τον… κομμουνισμό, ήδη πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οι δύο συγγράφεις επικεντρώνονται στην τελευταία πεντηκονταετία, ιδιαίτερα στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν μετά την άνοδο στην εξουσία της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρήγκαν. Εξετάζοντας αυτές τις πολιτικές στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη, σε ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων, από την εκτόξευση των ανισοτήτων και την απορρύθμιση της οικονομίας μέχρι την καταστροφή του περιβάλλοντος και τα δυστοπικά οράματα των τεχνο-ολιγαρχών, οι συγγραφείς περιγράφουν τη συστημική αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού, την οποία, όμως, καταφέρνει να εξατομικεύει και να φορτώνει στον καθένα μας, με τέτοιο τρόπο που να μας μετατρέπει σε διώκτες του ίδιου μας του εαυτού. «Τώρα είμαστε όλοι νεοφιλελεύθεροι» αποφαίνονται με μια δόση απαισιοδοξίας οι δύο συγγραφείς.

 

Wendy Brown, Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού, San Casciano

Τις κριτικές επεξεργασίες της για τη διαλυτική επίδραση της νεοφιλελεύθερης ορθολογικότητας στις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, που είχε διατυπώσει στο έργο της Η καταστροφή του δήμου (Πατάκης, 2017), διευρύνει και εμπλουτίζει η καθηγήτρια πολιτικής θεωρίας στο Μπέρκλεϊ με την ανά χείρας μελέτη της, που μετέφρασε ο Βαγγέλης Πούλιος. Μέσα από μια κριτική γενεαλογία των αρχικών στοχαστών του νεοφιλελευθερισμού, μελετά τους τρόπους με τους οποίους όχι μόνο προώθησαν ανταγωνιστικά οικονομικά μοντέλα αλλά και το πώς αμφισβήτησαν το κράτος πρόνοιας και απαξίωσαν ενεργά τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. Κυρίως, όμως, εξετάζει πώς ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός», αντί για την αναμενόμενη τάξη που οι αρχικοί στοχαστές του πίστευαν ότι θα επικρατούσε, οδήγησε σε αυξανόμενη αναταραχή, μηδενισμό και έλλειψη προβλεψιμότητας – χωρίς να υποστηρίζει όμως ότι στόχευε σε κάτι τέτοιο. Στη μελέτη της, η συγγραφέας εξετάζει αρχικά την κριτική του νεοφιλελευθερισμού προς την κοινωνία με στόχο την αποδιάρθρωσή της, αλλά και την επίθεση στη δημοκρατία, δηλαδή στη λαϊκή κυριαρχία. Στη συνέχεια, σκιαγραφεί το εγχείρημα διεύρυνσης της εμβέλειας της παραδοσιακής ηθικής, πέρα από τη σφαίρα της οικογένειας ή της θρησκευτικότητας, στο δημόσιο βίο, αναλύοντας παραδειγματικά πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Τέλος, διερευνά τις επικαλύψεις του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος με τον μηδενισμό, τη μοιρολατρία και τη λευκή αντρική υπεροχή, στοιχεία που ήταν ήδη παρόντα στην ύστερη νεωτερική κουλτούρα, ενώ επισημαίνει ότι η αποχαλίνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα υπονόμευσε σοβαρά τα νεοφιλελεύθερα όνειρα μιας ανταγωνιστικής παγκόσμιας τάξης. «Η εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού παρήγαγε ένα τέρας που οι ιδρυτές του θα αποστρέφονταν», επισημαίνει δηκτικά. Κεντρικό μέλημα της Γουέντι Μπράουν, επισημαίνει στον πρόλογό της η Έλενα Τζελέπη, είναι η δυνατότητα επινόησης νέων τρόπων άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, που να απαντούν αποτελεσματικά στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και στην επέλαση της αντιδημοκρατικής πολιτικής.

 

Hartmut Rosa, Ανελεγξιμότητα, Πλήθος

Κινητήρια πολιτισμική δύναμη του νεωτερικού τρόπου ζωής είναι η επιθυμία μας να καταστήσουμε τον κόσμο ελέγξιμο, επισημαίνει ο γερμανός κοινωνιολόγος Χάρτμουτ Ρόζα, για να συμπληρώσει αμέσως μετά ότι η πραγματική ζωντάνια όμως προκύπτει από τη συνάντησή μας με το ανέλεγκτο. Εξετάζοντας, στο ανά χείρας έργο του, που μετέφρασε στα ελληνικά η Δανάη Σιώζιου, τη σχέση των σύγχρονων ανθρώπων με την επιδίωξη του ελέγχου, εκτιμά ότι οι σύγχρονες κοινωνίες οργανώνονται γύρω από την προσπάθεια να καταστήσουν τον κόσμο περισσότερο προβλέψιμο, υπολογίσιμο και διαχειρίσιμο, κάτι που εκδηλώνεται σε τομείς όπως η επιστήμη, η τεχνολογία, η οικονομία, η πολιτική, η καθημερινή ζωή. Παρά την ανάπτυξη συστημάτων που αποσκοπούν στη μείωση της αβεβαιότητας, υπάρχουν πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν μπορούν να υπαχθούν πλήρως σε αυτή τη λογική: στις σχέσεις με τους άλλους, στην τέχνη, στη φύση, στη δημιουργικότητα, εμφανίζονται στοιχεία που δεν είναι δυνατό να προγραμματιστούν ή να ελεγχθούν απόλυτα, ενώ απρόβλεπτα γεγονότα, όπως φυσικές καταστροφές, κοινωνικές κρίσεις ή επιδημίες, αναδεικνύουν τα όρια του ανθρώπινου ελέγχου. Μέσα από αυτά τα παραδείγματα, ο συγγραφέας περιγράφει την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία για ασφάλεια και στην παρουσία του απρόβλεπτου: η επιδίωξη να καταστήσουμε τον κόσμο ελέγξιμο τον μετατρέπει σε μια σειρά από αντικείμενα που πρέπει να γνωρίσουμε και να κατακτήσουμε, να τα χρησιμοποιήσουμε, κι έτσι μας διαφεύγει η ζωντάνια της εμπειρίας της συνάντησης, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στον φόβο, στην απογοήτευση ή στην απόγνωση, που εκφράζονται, μεταξύ άλλων, και μέσα από μια πολιτική επιθετικότητα. Το δοκίμιο του Ρόζα εμπλουτίζουν, στην ανά χείρας έκδοση, η κοινωνιολογική και φιλοσοφική πλαισίωση από τον πρόλογο του Γιώργου Μπιθυμήτρη και το επίμετρο του Γιάννη Κτενά, αντίστοιχα.

 

Γιώργος Ανδρίτσος, Το παλίμψηστο των εμφύλιων συγκρούσεων στις ελληνικές ταινίες, Μωβ

Οι ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας δεν απέφυγαν να αγγίξουν θεματικές του εμφυλίου πολέμου, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, εξαιτίας της τραυματικής, αλλά και διχαστικής μνήμης που τις συνοδεύει. Αντιθέτως, ο ελληνικός κινηματογράφος ακολούθησε κατά πόδας τις σχετικές ιστοριογραφικές συζητήσεις, συχνά μάλιστα προπορεύθηκε, αντανακλώντας τις κάθε φορά κυρίαρχες αντιλήψεις της κοινωνίας για μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο του πρόσφατου παρελθόντος της. Έχοντας ασχοληθεί και στις προηγούμενες μελέτες του με τις αναπαραστάσεις της δεκαετίας του 1940 στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας, ο συγγραφέας επιχειρεί εδώ να ανιχνεύσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαρίστανται τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος μέσα από την εικόνα και τον φιλμικό λόγο ταινιών που εκτείνονται από την επαύριο του πολέμου και φτάνουν μέχρι και σήμερα. Ο συγγραφέας εστιάζει εξίσου σε ταινίες καλλιτεχνικών αξιώσεων και ταινίες «εμπορικές», εντοπίζοντας αποσιωπήσεις και διαστρεβλώσεις, προκειμένου να μελετήσει την εικόνα που κατασκευάζουν για το διχαστικό παρελθόν και τις σκοπιμότητες που υπηρετούν. Έτσι, οι ταινίες αντιμετωπίζονται ως μαρτυρίες για την εποχή κατά την οποία γυρίστηκαν, αντανακλώντας, μέσα από την εξέλιξη του φιλμικού λόγου, τις αλλαγές που έγιναν στην ελληνική κοινωνία. Η μελέτη κατανέμεται σε πέντε επιμέρους χρονικές περιόδους: τα χρόνια από την απελευθέρωση μέχρι την επιβολή της δικτατορίας, η χουντική επταετία, η πρώτη μεταπολίτευση και η δεκαετία του 1980, καθώς και η περίοδος από το 1989 μέχρι σήμερα αποτελούν αντικείμενο μελέτης του ιστορικού, που σκιαγραφεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του λόγου που συγκροτεί καθεμιά από αυτές σχετικά με τις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1940.

 

Ελισσάβετ Θεοδωράνου, Η σκηνή της Θεσσαλονίκης (1974-2000), Νεφέλη

Τη θεατρική δραστηριότητα κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με μεγάλη πνευματική παράδοση, αλλά σε μια χώρα επιδεικτικά αθηνοκεντρική, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά, διερευνά με τρόπο εξαντλητικό η θεατρολόγος συγγραφέας στον παρόντα τόμο. Αντικείμενό της η μελέτη των επαγγελματικών ερευνητικών θιάσων που δραστηριοποιήθηκαν στην πόλη εκτός των τειχών του ΚΘΒΕ, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, ένα πεδίο ανεξερεύνητο από τη μέχρι σήμερα θεατρολογική έρευνα. Πρωταγωνιστές της αφήγησης τέσσερις εναλλακτικοί θίασοι, που διαμόρφωσαν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό καλλιτεχνικό ύφος, αλλά όλοι μαζί συνέθεσαν μια θεατρική άνοιξη που κυριάρχησε στην πόλη κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980: το Θεατρικό Εργαστήρι με την έντονη κοινωνικοπολιτική στόχευση, ο θίασος ρεπερτορίου Πειραματική Σκηνή, το προσανατολισμένο στη μουσική και τα κωμικά δρώμενα Καφέ-Θέατρο και η καθαρά πειραματική Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης. Η συγγραφέας εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι θίασοι αυτοί επηρεάζουν την πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης, σε σχέση με την πολιτική συγκυρία και το γενικότερο ιδεολογικό κλίμα της Μεταπολίτευσης, αλλά και πώς, κατά τη δεκαετία του 1990, προσανατολίζονται σε ένα ρεπερτόριο λιγότερο πολιτικοποιημένο, που το απασχολούν ζητήματα αισθητικής μάλλον, παρά ιδεολογίας. Στη μελέτη εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους διαρθρώθηκαν αυτές οι ομάδες, οι καλλιτεχνικοί τους στόχοι και οι επιρροές που τους καθόρισαν, οι επιλογές ρεπερτορίου της καθεμιάς, η επίδραση της πολιτικής συγκυρίας στις επιλογές τους κ.λπ. Μέσα από τη διαδρομή της εικοσιπενταετίας αυτής αποτυπώνεται η μετάβαση από την έντονη πολιτικοποίηση και τις κοινωνικές ανησυχίες στις ψυχογραφικές αναζητήσεις και τους αισθητικούς προβληματισμούς, που απομάκρυναν τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν από τη στρατευμένη τέχνη.

 

Κατερίνα Διακουμοπούλου, Θέατρα της διασποράς, Παπαζήσης

Η θεατρική δημιουργία των διασπορικών κοινοτήτων, μέσα από την οποία τα μέλη τους διαπραγματεύονται ζητήματα ταυτότητας, ένταξης, σχέσεων με τους τοπικούς πληθυσμούς και με τη χώρα προέλευσης, αποτελεί το αντικείμενο της ανά χείρας μελέτης. Η συγγραφέας, καθηγήτρια θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκκινεί εξετάζοντας, αρχικά, το διασπορικό φαινόμενο και τις θεωρητικές προσεγγίσεις του, καθώς και τα γενικότερα χαρακτηριστικά, αισθητικά και θεματολογικά, του θεάτρου των διασπορικών κοινοτήτων, και τις χρήσεις του. Αφού επισκοπήσει τη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, η συγγραφέας προβαίνει σε μια πρωτότυπη διάκριση της διασπορικής θεατρικής δημιουργίας σε εθνική, διεθνή και υβριδική. Η πρώτη θέτει στο επίκεντρό της τη διατήρηση της γλώσσας και της μνήμης, στοχεύει στην αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας των διασπορικών πληθυσμών (δηλαδή αυτή της χώρας προέλευσης) και συνομιλεί κατά κύριο λόγο με ένα «εθνικό» κοινό, είτε στη χώρα εγκατάστασης είτε στη χώρα προέλευσης. Η δεύτερη, εντάσσεται αποφασιστικά στη σκηνή της χώρας υποδοχής, δεν διστάζει να υιοθετήσει τη γλώσσα της και να ανοιχτεί στην παγκοσμιοποιημένη θεατρική αγορά. Τέλος, η υβριδική θεατρική δημιουργία διαμορφώνεται μέσα από τη διαρκή διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο πολιτισμικών πλαισίων, χώρας προέλευσης και υποδοχής, συνιστώντας έναν τόπο ώσμωσης, όπου συνυπάρχουν διεθνή και εθνικά στοιχεία. Στη συνέχεια, ο ερευνητικός φακός της συγγραφέα στρέφεται στη μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων που αφορούν το θέατρο της ελληνικής διασποράς, επιλέγοντας παραδείγματα που τεκμηριώνουν την τυπολογία που προτείνει. Έτσι, μελετώνται εκτενώς το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού Νέας Υόρκης, το Ελληνογερμανικό Θέατρο της Κολωνίας και η καλλιτεχνική πορεία του Λουκά Σκιπητάρη, που αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας εθνικής, διεθνούς και υβριδικής, αντίστοιχα, θεατρικής δημιουργίας. Καλύπτοντας ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό, η παρούσα μελέτη αναδεικνύει το διασπορικό θέατρο ως πολιτικό και αισθητικό εργαλείο διαπραγμάτευσης ταυτοτήτων στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

 

Μήτσος Μυράτ, Μαρίκα Κοτοπούλη, Όταν

«Από το πώς έπιανε το φλιτζάνι φαινόταν πόσο μεγάλη θεατρίνα ήταν», συνήθιζε να λέει ο Κάρολος Κουν για τη Μαρίκα Κοτοπούλη, την ηθοποιό που σημάδεψε την ελληνική θεατρική ιστορία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Αναδιφώντας συστηματικά στον τύπο και τις άλλες πηγές της εποχής, ο Διονύσης Μουσμούτης ανασύρει από την αφάνεια μια σχεδόν «άγνωστη» βιογραφία της Κοτοπούλη, γραμμένη από ένα άλλο σπουδαίο ηθοποιό της ίδιας εποχής, τον Μήτσο Μυράτ –ο οποίος συνδεόταν όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και οικογενειακά με την πρωταγωνίστρια– και την παρουσιάζει στον ανά χείρας τόμο που επιμελήθηκε. Το κείμενο της βιογραφίας που συνέθεσε ο Μυράτ (ο οποίος, εκτός των άλλων, έχει γράψει και δύο αυτοβιογραφικές αφηγήσεις) δημοσιεύτηκε το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου 1931 σε συνέχειες στην εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος. Καλύπτει με πολλές λεπτομέρειες την περίοδο από τα παιδικά χρόνια της Κοτοπούλη μέχρι τη δολοφονία του εραστή της, Ίωνα Δραγούμη, το καλοκαίρι του 1920. Ήπιος από χαρακτήρα, ο Μυράτ αποφεύγει τα πολιτικά σχόλια αλλά και τις αναφορές σε ενδοοικογενειακές έριδες, ενώ ενσωματώνει στοιχεία από πολλές  αυτοβιογραφικές αφηγήσεις της Κοτοπούλη. Έτσι, προσφέρει γι’ αυτήν μια άλλη ματιά, περισσότερο εκ των ένδον, με πολλές και άγνωστες λεπτομέρειες, ανεκμετάλλευτες από τη θεατρολογική έρευνα, η οποία, όπως σημειώνει ο επιμελητής στην εισαγωγή του, δεν έχει προχωρήσει όσο θα άξιζε στη μεγάλη αυτή θεατρίνα. Ο τόμος συμπληρώνεται με ένα χρήσιμο επίμετρο, στο οποίο δημοσιεύονται βιογραφικά σημειώματα για τα αναφερόμενα πρόσωπα και παραστάσεις, καθώς και εκτενές παράρτημα με κατατοπιστικά άρθρα σχετικά με την Κοτοπούλη και, δευτερευόντως, τον Μυράτ από τον ημερήσιο τύπο της περιόδου στην οποία αναφέρεται η βιογραφία.

 

Δημήτρης Αρβανιτάκης (επιμ.), Mario Vitti, νεοελληνιστής, Μουσείο Μπενάκη

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του πρωτοπόρου μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας Mario Vitti (1926-2023), κάνοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμη περισσότερο επίκαιρο τον ανά χείρας τόμο, που περιλαμβάνει κείμενα τα οποία παρουσιάστηκαν στην ημερίδα που αφιέρωσαν το Μουσείο Μπενάκη και το Εργαστήριο Νεοελληνικών Σπουδών «Μυρσίνη Ζορμπά» του Πανεπιστημίου της Ρώμης Sapienza, με αφορμή, τότε, τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατό του. Τα εννέα κείμενα καλύπτουν τρεις μεγάλες ενότητες του έργου του Mario Vitti: τις επιμέρους συμβολές του στη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως, μεταξύ άλλων, η καταλυτική συνεισφορά του στις καλβικές σπουδές (Αλέξης Πολίτης, Δημήτρης Αρβανιτάκης, Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, Έλενα Κουτριάνου)· το ιστοριογραφικό του σχέδιο, τις προϋποθέσεις της μεθόδου του και τη σημασία της παρέμβασής του, με επικέντρωση στις διαδοχικές εκδοχές της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Ευριπίδης Γαραντούδης)· τέλος, σε δραστηριότητες όπως ο διαμεσολαβητικός ρόλος του μεταξύ του ιταλικού κοινού και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, η αυτοβιογραφία του, αλλά και η φωτογραφία, στην οποία απεικόνιζε με άλλον τρόπο τον κόσμο μέσα στον οποίον κινήθηκε (Χρήστος Μπιντούδης, Λίζυ Τσιριμώκου, Κάτια Χανδρά, Renata Lavagnini). Τέλος, ο τόμος συμπληρώνεται με μια παρουσίαση του Νεοελληνικού Παρατηρητηρίου Mario Vitti που λειτουργεί από το 2019 στο Πανεπιστήμιο Sapienza, καθώς και τρία κείμενα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα Τα Νέα και εδώ, στο περιοδικό ο αναγνώστης, από τον επιμελητή του τόμου, Δημήτρη Αρβανιτάκη και τον Χρήστο Μπιντούδη.

 

Άντριου Κάνια, Φιλοσοφία της δυτικής μουσικής, Εκκρεμές

Την εισαγωγή του μη ειδικού αναγνώστη σε μια σειρά από σύγχρονες συζητήσεις στο πεδίο της αναλυτικής φιλοσοφίας της δυτικής μουσικής, ιδιαίτερα της λόγιας μουσικής, αλλά και με παραδείγματα από την τζαζ και τη δημοφιλή μουσική (ποπ και ροκ) προσφέρει το παρόν έργο του καθηγητή Φιλοσοφίας Andrew Kania, που μετέφρασε στα ελληνικά ο Γιάννης Βογιατζής. Στις σελίδες του, αφού αφιερώσει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο στο τραγούδι, προκειμένου να οριοθετήσει το πεδίο και να εξηγήσει γιατί αντικείμενο της πραγμάτευσής του θα είναι η «καθαρή», οργανική μουσική, επικεντρώνεται, στο πρώτο μέρος, στην προσπάθεια να συλληφθεί η αξία της μουσικής, που αποτελεί τον πυρήνα της αναλυτικής φιλοσοφίας της μουσικής. Έτσι, εξετάζει τη μουσική εκφραστικότητα της μουσικής και τις αντιδράσεις των ακροατών, αναλύει τη φύση και την κατανόηση μη συναισθηματικών μουσικών χαρακτηριστικών, όπως το τονικό ύψος, ο ρυθμός, η αρμονία και η φόρμα, ενώ, τέλος, διερευνά το πώς οι ποικίλες αυτές πτυχές της μουσικής εξηγούν την αξία της. Στο δεύτερο μέρος, εξετάζει διάφορα είδη μουσικής δημιουργίας και τις εκτιμήσεις μας γι’ αυτά, όπως η φύση της μουσικής εκτέλεσης και προβλήματα που σχετίζονται με αυτήν: τη διαμάχη περί της αυθεντικής εκτέλεσης κλασικών έργων, την αυθεντικότητα της δημοφιλούς μουσικής, τον αυτοσχεδιασμό στη τζαζ, τις ηχογραφήσεις και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν τις θεωρίες που παρουσιάστηκαν. Μετά από ένα κεφάλαιο που εξετάζει ζητήματα μουσικής και ηθικότητας, επιστρέφει στην αρχή, αφιερώνοντας το τελευταίο κεφάλαιο στον ορισμό της μουσικής, ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί καλύτερα μετά την πραγμάτευση ζητημάτων όπως αυτά περί της κατανόησης και της αξίας της μουσικής.

 

Πέρρυ Λινκ, Ανατομία της κινεζικής γλώσσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Μια πρωτότυπη μελέτη της κινέζικης γλώσσας και των τρόπων με τους οποίους διαμορφώνει και αποκαλύπτει τον κόσμο προσφέρει η ανά χείρας μελέτη του καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας και ξένων γλωσσών Perry Link, που μετέφρασε στα ελληνικά η Μαρία Παπαηλιάδη και εντάσσεται στη μοναδική, για τα ελληνικά δεδομένα, σινολογική σειρά «Κίνα: Ιστορία και πολιτισμός», που διευθύνουν οι Στέφανος Γκαντόλφο και Άννα-Ειρήνη Μπάκα. Η παρούσα μελέτη δεν αποτελεί μια στενά γλωσσολογική ανάλυση, αντιθέτως, κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα, αναδεικνύοντας την κινέζικη γλώσσα σε ένα πεδίο όπου διασταυρώνονται μορφή, νόημα και εξουσία. Η ανάλυση του συγγραφέα οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες: τον ρυθμό, τη μεταφορά και την πολιτική. Ο ρυθμός, στην κινεζική γλώσσα, δεν αποτελεί στοιχείο της αισθητικής διάστασής της μόνο αλλά εγγράφεται στη σημασιολογική και κοινωνική λειτουργία της· η μεταφορά παρουσιάζεται ως θεμελιώδης μηχανισμός συγκρότησης της σκέψης και της πολιτισμικής έκφρασης· τέλος, η πολιτική χρήση της γλώσσας αποκαλύπτει τη δύναμή της να διαμορφώνει συνειδήσεις και συλλογικές πρακτικές. Η κινεζική δεν είναι απλώς ένα διαφορετικό γλωσσικό σύστημα, είναι ένας διαφορετικός τρόπος θέασης του κόσμου, παρατηρεί ο συγγραφέας. Παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητές της αυτές, όμως, η συγκριτική της μελέτη, επισημαίνει ο Λινκ, αναδεικνύει βαθύτερες ομοιότητες που παραπέμπουν σε κοινές δομές της ανθρώπινης νόησης, παραπέμποντας στην «παγκόσμια γραμματική» και τις συναφείς έννοιες που επεξεργάστηκε ο Νόαμ Τσόμσκι.

oanagnostis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.