....

....

Ιδιωτική υγεία: Χαράτσι 40% σε ασφαλισμένους, υπερκέρδη για τα funds

Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια αγορά που λειτουργεί συστηματικά εις βάρος του καταναλωτή. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2022 και 2024 οι ασφαλισμένοι με ισόβια συμβόλαια μειώθηκαν κατά 31.819 άτομα. 

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ για τις δεδουλευμένες εφημερίες των νοσοκομειακών γιατρών 

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νώντας Χαλδούπης

Πρωτοφανή οικονομική αφαίμαξη έχουν αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά, που πίστεψαν ότι είχαν «κλειδώσει» ισόβιες παροχές υγείας με τα παλιά και άκρως γενναιόδωρα προγράμματα των εταιρειών: μέσα σε μια τριετία έχουν υποστεί ένα «χαράτσι» που ξεπερνά το 40% σε αυξήσεις ασφαλίστρων.

Την ίδια στιγμή, ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια, όπως το CVC Capital, καταγράφουν αστρονομικές αποδόσεις, αναμορφώνοντας τον επιχειρηματικό χάρτη των ιδιωτικών κλινικών και των ασφαλιστικών εταιρειών.

Το σοκ της τριετίας 2024-2026

Η τριετία 2024-2026 θα καταγραφεί στην ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής ασφάλισης ως η περίοδος του απόλυτου οικονομικού εγκλωβισμού για τους κατόχους μακροχρόνιων, ισόβιων συμβολαίων υγείας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απέφυγαν τις αυξήσεις όσοι έχουν προγράμματα που ανανεώνονται κάθε χρόνο.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες, αξιοποιώντας το θεσμικό πλαίσιο, επέβαλαν δυσθεώρητες αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα, που σε πολλές περιπτώσεις ανάγκασαν ασφαλισμένους να εγκαταλείψουν τα ισόβια συμβόλαια, μένοντας κατά κανόνα ακάλυπτοι, αφού λόγω ηλικίας και ιστορικού υγείας δεν γίνονται δεκτοί από τις ασφαλιστικές για προγράμματα που ανανεώνονται ετησίως.

Για να αντιμετωπιστεί -θεωρητικά- το φαινόμενο των αυθαίρετων αυξήσεων, για τις οποίες έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εις βάρος των ασφαλιστικών, η κυβέρνηση εισήγαγε τον Φεβρουάριο του 2022 τον Ενιαίο Δείκτη Υγείας (ΕΔΥ), ο οποίος υπολογιζόταν από το ΙΟΒΕ.

Σε αντίθεση με έναν απλό δείκτη τιμών, ο ΕΔΥ μετρούσε τη μεταβολή του «καθαρού κόστους κάλυψης», ενσωματώνοντας το μέσο κόστος αποζημίωσης ανά περιστατικό πολλαπλασιασμένο με τη συχνότητα εμφάνισης ζημίας. Ετσι, ακόμη και αν δεν είχε μεγάλη αύξηση ο πληθωρισμός υγείας (δηλαδή το μέσο κόστος των ιατρικών πράξεων), ο ΕΔΥ εκτοξευόταν στα ύψη εάν εμφανιζόταν -όπως και έγινε- αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ζημίας.

Αντί να λειτουργήσει προστατευτικά για τους ασφαλισμένους, ο ΕΔΥ έδωσε στις εταιρείες το τέλειο άλλοθι για μεγάλες, οριζόντιες αναπροσαρμογές, καθώς τα στατιστικά του ΙΟΒΕ έδειξαν αύξηση 115% στο καθαρό κόστος αποζημιώσεων μέσα σε 12 χρόνια. Η αγορά χρησιμοποίησε αυτά τα νούμερα ως εστιακό σημείο, όπως το ονομάζουν οι ειδικοί στα θέματα ανταγωνισμού, επιβάλλοντας ομοιόμορφες αυξήσεις χωρίς κανέναν ανταγωνισμό.

Ο χορός των αυξήσεων

Η σωρευτική επιβάρυνση δεν προκύπτει από μια απλή πρόσθεση των ετήσιων ποσοστών, αλλά από τον «ανατοκισμό» τους: κάθε νέα αύξηση επιβάλλεται πάνω στο ήδη διογκωμένο ασφάλιστρο του προηγούμενου έτους. Η διαδρομή των αναπροσαρμογών έχει ως εξής:

2024: Εφαρμογή του ΕΔΥ με αύξηση14,0%.

2025: Νέα εκτίναξη του ΕΔΥ κατά 14,6%.

2026: Μετά την κατάργηση του ΕΔΥ και εν αναμονή του νέου δείκτη ΕΔΑ της ΕΛΣΤΑΤ, που δημοσιεύτηκε μόλις τον Ιούνιο, οι εταιρείες εκμεταλλεύτηκαν το μεταβατικό στάδιο. Σύμφωνα με την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς (ΑΑΕΑ&ΠΚ), η μέση αύξηση (σταθμισμένη βάσει αριθμού ασφαλισμένων) διαμορφώθηκε στο 7,5%, με την πραγματική οικονομική επιβάρυνση (βάσει αξίας ασφαλίστρων) να φτάνει το 8,20%.

Αυτά μεταφράζονται σε μια πραγματική σωρευτική αύξηση 40,4% μέσα σε μόλις τρία χρόνια: ακόμη και οι ασφαλισμένοι που ίσως άντεξαν τον πρώτο μεγάλο γύρο αυξήσεων είναι πολύ αμφίβολο αν κατάφεραν να σώσουν το συμβόλαιό τους ύστερα από μια τόσο μεγάλη σωρευτική αύξηση, όταν μάλιστα τα βασικά εισοδήματα των περισσότερων ασφαλισμένων με ισόβια συμβόλαια είναι συντάξεις.


Ιδιωτική υγεία: Χαράτσι 40% σε ασφαλισμένους, υπερκέρδη για τα funds

Ηλικιωμένοι υπό διωγμό

Πίσω από τις ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα ισόβια προγράμματα, οι οποίες για τους ηλικιωμένους αναφέρθηκε ότι φέτος από ορισμένες εταιρείες φτάνουν και το 30%, κρύβεται μια εταιρική στρατηγική απομάκρυνσης ασφαλισμένων αυτής της κατηγορίας για να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη.

Τα παλιά, «γενναιόδωρα» ισόβια συμβόλαια θεωρούνται πλέον από τις εταιρείες ως οικονομική «πληγή». Οι αρχικοί υπολογισμοί κόστους των προηγούμενων δεκαετιών αποδείχθηκαν εσφαλμένοι, αλλά οι εταιρείες προσπαθούν να μεταφέρουν το κόστος στους ασφαλισμένους αντί να το αναλάβουν οι ίδιες.

Είναι ενδεικτικό ότι το 2024, οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές για τα ισόβια προγράμματα ανήλθαν σε 229 εκατ. ευρώ, ποσό σχεδόν ίσο με τα 254 εκατ. ευρώ των ετήσιων προγραμμάτων, παρότι τα ετήσια έχουν τριπλάσιους ασφαλισμένους. Το μέσο ετήσιο κόστος ανά ασφαλισμένο στα ισόβια αγγίζει τα 950 ευρώ – 2,6 φορές μεγαλύτερο από τα ετήσια.

Για να απαλλαγούν από αυτό το βάρος, οι ασφαλιστικές «φορτώνουν» με δυσβάσταχτα ασφάλιστρα τους μεγαλύτερους σε ηλικία ασφαλισμένους, εξωθώντας τους σε διακοπή συμβολαίου. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2022 και 2024 οι ασφαλισμένοι με ισόβια συμβόλαια μειώθηκαν κατά 31.819 άτομα. Η δε συνολική πτώση από το 2011 (από 711.000 σε περίπου 240.000) είναι τεράστια. Οι ασφαλιστικές ωφελούνται διπλά από την απομάκρυνση ασφαλισμένων με ισόβια συμβόλαια. Οχι μόνο απαλλάσσονται οριστικά από την έκθεση σε ζημιογόνα προγράμματα, αλλά απελευθερώνουν και τεχνικά αποθεματικά που είναι από τον νόμο υποχρεωμένες να τηρούν για να καλύπτουν τις μελλοντικές ζημιές των συμβολαίων.

Με βάση το ρυθμιστικό πλαίσιο Solvency II, οι εταιρείες υποχρεούνται να δεσμεύουν κεφάλαια για την κάλυψη μελλοντικών κινδύνων (αποθεματικά γήρανσης). Οταν ένας πελάτης εξαναγκάζεται σε ακύρωση του ισόβιου συμβολαίου του, αυτή η υποχρέωση εκλείπει και τα κεφάλαια αυτά αποδεσμεύονται, ώστε οι εταιρείες να μπορούν να τα αξιοποιούν με επενδυτικές τοποθετήσεις που ενισχύουν την κερδοφορία τους. Ερωτήματα για αυτό το θέμα έθεσε η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη, στον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, σημειώνοντας:

● Πώς διασφαλίζεται ότι τα τεχνικά αποθεματικά που θα έπρεπε να έχουν σχηματιστεί για τους ασφαλισμένους των ισόβιων προγραμμάτων υγείας αξιοποιούνται πράγματι για τον σκοπό τους, την κάλυψη δηλαδή των αυξημένων κινδύνων, και δεν μετατρέπονται με τις υπέρογκες αυξήσεις των ασφαλίστρων και τον εξαναγκασμό των ασφαλισμένων στην εγκατάλειψη των ισόβιων αυτών προγραμμάτων σε αθέμιτα σε βάρος των ασφαλισμένων κέρδη για τις ασφαλιστικές εταιρίες; Ποια είναι τα αποτελέσματα της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας;

Σημειώνεται ότι οι πρακτικές που ακολουθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα σε σχέση με τα ισόβια συμβόλαια απέχουν πολύ από αντίστοιχες πρακτικές που ακολουθούνται σε ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, στη Γερμανία και την Αυστρία, η νομοθεσία επιβάλλει τη δημιουργία σημαντικών «αποθεματικών γήρανσης» από τις πρώτες δεκαετίες του συμβολαίου. Με αυτόν τον τρόπο, όταν ο ασφαλισμένος εισέλθει στην τρίτη ηλικία, διασφαλίζεται ότι το ασφάλιστρο αυξάνεται μόνο όσο προκύπτει από τη γενική αύξηση του πληθωρισμού υγείας, χωρίς να επιβαρύνεται από «καπέλα» λόγω ηλικίας.


Ιδιωτική υγεία: Χαράτσι 40% σε ασφαλισμένους, υπερκέρδη για τα funds

Ανεξέλεγκτη η αύξηση κόστους

Γιατί, όμως, φουσκώνει τόσο θεαματικά το κόστος της ιδιωτικής υγείας; Η τελική έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2025 ύστερα από κλαδική έρευνα φωτίζει ένα βασικό πρόβλημα της ιδιωτικής υγείας στην Ελλάδα: την προκλητή ζήτηση. Δηλαδή, την τεχνητή δημιουργία ζήτησης ιατρικών πράξεων από γιατρούς, θεραπευτήρια και διαγνωστικά κέντρα, που φαίνεται ότι εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον όπως έδειξε η μεγάλη αύξηση ιατρικών πράξεων που καταγράφηκε από το ΙΟΒΕ.

Οπως αναφέρει η Επιτροπή:

  • «Ως προκλητή ζήτηση ονομάζεται η αγορά υπηρεσιών υγείας που προκαλεί ο επαγγελματίας υγείας (π.χ. γιατρός) στον ασθενή με σκοπό τη δική του ευημερία και όχι απαραίτητα του ασθενή, εκμεταλλευόμενος την ασύμμετρη πληροφόρηση που υπάρχει μεταξύ του κατόχου των γνώσεων όσον αφορά το αγαθό της υγείας σε σύγκριση με τις γνώσεις του ασθενή.
  • Ο γιατρός παρακινεί τον ασθενή να αγοράσει υπηρεσίες υγείας που δεν είναι αναγκαίες για τη διάγνωση και τη θεραπεία της ασθένειας ή προκαλεί αύξηση της συχνότητας των επισκέψεων του ασθενή με απώτερο σκοπό οικονομικό κέρδος ή στο πλαίσιο «αμυντικής ιατρικής». Ο ασθενής, από ενδιαφέρον για την υγεία του αλλά και από άγνοια και εμπιστοσύνη προς τον επαγγελματία υγείας, τις περισσότερες φορές ακολουθεί τις ιατρικές οδηγίες που του δίνονται χωρίς πάντα να του είναι απαραίτητες.
  • Συνήθως το φαινόμενο της προκλητής ζήτησης εμφανίζεται σε συστήματα υγείας όπου ο γιατρός αμείβεται κατά πράξη ή κατά παραπομπή και γίνεται εντονότερο σε περιπτώσεις που το κόστος καλύπτεται από ασφαλιστικούς φορείς. Σημαντικός παράγοντας είναι και η άμεση ή έμμεση διαφήμιση ιατρικών προϊόντων και υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να αυξηθεί η κερδοφορία των ιατρικών και φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Η μελέτη του φαινομένου έχει οδηγήσει στη διαπίστωση θετικής συσχέτισης ανάμεσα στον αριθμό των γιατρών και την κατανάλωση ιατρικών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα παρατηρείται ότι η αύξηση των γιατρών κατά 10% επιφέρει αύξηση της κατανάλωσης ιατρικών υπηρεσιών κατά 1%, ενώ στην περίπτωση των χειρουργών, η αντίστοιχη αύξηση των εγχειρήσεων είναι 3%.
  • Σημειώνεται ότι η Ελλάδα επί πολλά χρόνια έως και σήμερα παρουσιάζει διεθνώς τη μεγαλύτερη ανισορροπία σε σχέση με τον αριθμό ιατρών και αριθμό νοσηλευτών, έχοντας και το 2022 την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρώπης στους ιατρούς (6,6 ιατροί/1.000 κατοίκους, έναντι μέσου όρου 4,2/1.000 κατοίκους της Ε.Ε.-27).

Ιδιωτική υγεία: Χαράτσι 40% σε ασφαλισμένους, υπερκέρδη για τα funds

Σοκ 2,3 δισ. από τις δαπάνες για την υγεία

Ενα μεγάλο επιχειρηματικό πάρτι στον χώρο της ιδιωτικής υγείας και ασφάλισης έχει στηθεί από το 2020, μετά την κρίση της πανδημίας και με ισχυρά funds να αναλαμβάνουν δυναμική δράση στους δύο αυτούς τομείς.

Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2020-2024 καταγράφουν τεράστια αύξηση τόσο των ποσών που πληρώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά ιδιωτικά για την κάλυψη δαπανών υγείας όσο και της δαπάνης για ασφάλιστρα σε ιδιωτικές εταιρείες.

Την περίοδο 2017-2019, η αύξηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης υγείας ήταν μικρή (1,96%), ενώ αρκετά σημαντική ήταν ήδη η αύξηση της δαπάνης για ιδιωτική ασφάλιση (κατά 16,3%).

Ομως, την περίοδο 2020-2024, η «αφαίμαξη» των ελληνικών νοικοκυριών για δαπάνες υγείας ήταν πρωτοφανής: Η ιδιωτική χρηματοδότηση υγείας εκτινάχθηκε 33% υψηλότερα, πλησιάζοντας τα 8 δισ. ευρώ, με την αύξηση κατά την περίοδο αυτή σε απόλυτο ποσό να προσεγγίζει τα 2 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι περίπου το ένα τρίτο αυτής της ιδιωτικής δαπάνης κατευθύνεται σε νοσήλια ιδιωτικών θεραπευτηρίων.

Οι δαπάνες μέσω ιδιωτικής ασφάλισης αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, από τα 678 εκατ. στα 975 εκατ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν κατά 44%.

Συνολικά, δηλαδή, μέσα σε μια πενταετία, τα ποσά που πληρώνουν οι Ελληνες από την τσέπη τους για την ιδιωτική υγεία και ασφάλιση αυξήθηκαν περίπου κατά 2,3 δισ. ευρώ.

Οι μεγάλες ιδιωτικές δαπάνες υγείας φέρνουν πολλά νοικοκυριά στην οικονομική καταστροφή. Οπως σημειώνει η Επιτροπή Ανταγωνισμού στην έρευνά της για την ιδιωτική υγεία (Αύγ. 2025), «η μεγάλη εξάρτηση από τις άμεσες ιδιωτικές πληρωμές για ιατρικές δαπάνες στην Ελλάδα σημαίνει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των νοικοκυριών αντιμετωπίζει “καταστροφικές δαπάνες” για την υγεία, δηλαδή άμεσες πληρωμές που ξεπερνούν το 40% των συνολικών δαπανών ενός νοικοκυριού, αφού αφαιρεθούν οι δαπάνες κάλυψης βασικών αναγκών (διατροφή, στέγαση και λογαριασμοί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας)».

Η πλειονότητα των εταιρειών του χώρου που συμμετείχαν στην έρευνα της Επιτροπής εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την αύξηση της συγκέντρωσης στον κλάδο, κυρίως μέσα από τις κινήσεις που έκανε το fund CVC, συγκροτώντας έναν όμιλο που ελέγχει πάνω από το 1/3 της αγοράς.

Οι 29 από τους 60 ερωτηθέντες θεωρούν ότι οι μέχρι τώρα πραγματοποιούμενες συγκεντρώσεις και μετοχικές μεταβολές έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της σχετικής αγοράς, σημειώνει η Επιτροπή, και τόνισαν ότι πρέπει να μεριμνήσει νομοθετικά το κράτος ώστε να περιορίζεται η δυνατότητα συγκέντρωσης μετοχικών κεφαλαίων σε λίγα νομικά πρόσωπα με τον κίνδυνο δημιουργίας δεσπόζουσας θέσης στην αγορά.

Παρότι αυτές οι ανησυχίες δεν επιβεβαιώθηκαν από τις αρχές ανταγωνισμού (Κομισιόν και Επιτροπή Ανταγωνισμού), συμμετέχοντες στην έρευνα επισήμαναν ότι οι συνέργειες μεταξύ παρόχων υγείας και ασφαλιστικών εταιρειών θα κατευθύνουν το μεγαλύτερο μέρος των ασφαλισμένων προς τους μεγάλους ομίλους υπηρεσιών υγείας. Μια τέτοια πολιτική θα μεγεθύνει συνεχώς τους ήδη μεγάλους ομίλους στον κλάδο υγείας, απειλώντας μελλοντικά μικρότερες επιχειρήσεις-κλινικές.

Η κατάργηση του ΕΔΥ έφερε τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ) της ΕΛΣΤΑΤ, ο οποίος καταγράφει γενικά πιο ήπιες αυξήσεις σε σχέση με τον δείκτη του ΙΟΒΕ, όμως «τιμωρεί» τους ασφαλισμένους μεγάλης ηλικίας.

Τα στοιχεία του ΕΔΑ για το 2024 είναι δυσμενή για τους ηλικιωμένους με ισόβια προγράμματα: η μεταβολή του κόστους αποζημιώσεων με την επίδραση της ηλικίας ήταν 7,23%, ενώ χωρίς την επίδραση της ηλικίας μόλις 1,76%. Αντίστοιχα, στα ετήσια προγράμματα ήταν 5,36% με την ηλικία και μόλις 0,79% χωρίς αυτήν.


Η επέλαση των funds στην υγεία και τα μυθικά κέρδη του CVC

Η CVC επέβαλε επιθετικές στρατηγικές εξαγορών, καθετοποίηση υπηρεσιών και στρατηγικές εξόδου που άφησαν πίσω τους μυθικές υπεραξίες

Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, ο κλάδος της ιδιωτικής περίθαλψης στην Ελλάδα μετατράπηκε από μια κατακερματισμένη αγορά παραδοσιακών, οικογενειακών ή ιατροκεντρικών κλινικών, σε «Ελντοράντο» διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.

Η επέλαση των funds, με πρώτο το CVC, άλλαξε ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού, επιβάλλοντας επιθετικές στρατηγικές εξαγορών (buy and build), καθετοποίηση υπηρεσιών και στρατηγικές εξόδου που άφησαν πίσω τους μυθικές υπεραξίες για τους μετόχους των funds αλλά και μια αγορά συγκεντρωμένη σε λιγότερα χέρια, με ασθενέστερο ανταγωνισμό.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρέθηκε το CVC Capital Partners, το οποίο παρέδωσε ένα πραγματικό σεμινάριο χρηματοοικονομικής μηχανικής, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη σε λίγα χρόνια από εξαγορές ιδιωτικών θεραπευτηρίων και της Εθνικής Ασφαλιστικής.

Η προσέγγιση του CVC στην ελληνική αγορά υγείας δεν βασίστηκε στην οργανική ανάπτυξη, αλλά στη σαρωτική συγκέντρωση. Το fund «έστησε» το Hellenic Healthcare Group (HHG), ελέγχοντας τα μεγαλύτερα «φιλέτα» της δευτεροβάθμιας περίθαλψης.

Από το 2017, το CVC ξεκινά μπαράζ εξαγορών απορροφώντας τα κορυφαία νοσοκομεία της Αττικής. Αποκτά το ΥΓΕΙΑ (με τίμημα περίπου 350 εκατ. ευρώ), το Metropolitan (~80 εκατ. ευρώ), το Ιασώ General (~19,5 εκατ. ευρώ), καθώς και τα ΜΗΤΕΡΑ, ΛΗΤΩ και Creta Interclinic. Το συνολικό κόστος για το «χτίσιμο» του ομίλου υπολογίζεται στα 450-500 εκατ. ευρώ.

Σε μια κίνηση που άλλαξε τα δεδομένα, το CVC εξαγοράζει το 2021 το 90,01% της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας της χώρας, της Εθνικής Ασφαλιστικής, έναντι 221,5 εκατ. ευρώ σε μετρητά. Γίνεται ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος πάροχος υγείας και ο μεγαλύτερος πληρωτής.

Με τον τρόπο αυτό το CVC βρέθηκε και από τις δύο πλευρές της αγοράς, επηρεάζοντας τόσο τις τιμές των ιατρικών υπηρεσιών, όσο και των ασφαλίστρων, αν και οι αρμόδιες υπηρεσίες ανταγωνισμού δεν ανέδειξαν κάποιο πρόβλημα ανταγωνισμού.

Η κερδοφόρα έξοδος του fund από αυτές τις τοποθετήσεις άρχισε τον Μάρτιο του 2025, με την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών του HHG. Το 60% μεταβιβάζεται στην Pure Health Holdings (όμιλος ADQ) από το Αμπου Ντάμπι. Η συναλλαγή αποτίμησε την αξία του HHG στο 1,33 δισ. ευρώ.

Το CVC ολοκλήρωσε το 2025 τη στρατηγική εξόδου, πωλώντας το ποσοστό του (90,01%) στην Εθνική Ασφαλιστική προς την Τράπεζα Πειραιώς, κλείνοντας έναν εξαιρετικά κερδοφόρο επενδυτικό κύκλο.

Η επιτυχία ενός private equity fund (επενδυτικό κεφάλαιο που δεν είναι εισηγμένο σε χρηματιστήριο) κρίνεται αποκλειστικά από την ικανότητά του να αγοράζει φτηνά, να δημιουργεί οικονομίες κλίμακας και να πουλάει ακριβά. Το CVC το πέτυχε αυτό δύο φορές:

  • Στην περίπτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, επένδυσε 221,5 εκατ. ευρώ και άντλησε 540 εκατ. από το τίμημα πώλησης και 117,7 εκατ. από μερίσματα.
  • Από τον όμιλο HHG, άντλησε με την πώληση του 60% περίπου 800 εκατ. ευρώ, ενώ είχε επενδύσει περίπου 500 εκατ. για τις εξαγορές που έγιναν, ώστε να δημιουργηθεί ο κορυφαίος όμιλος ιδιωτικής υγείας της χώρας. Παράλληλα, το CVC διατηρεί το 35% των μετοχών και βάζει υποθήκη για μελλοντικές υπεραξίες.

Το CVC έδειξε τον δρόμο, αλλά δεν ήταν το μόνο fund που μπήκε στην ελληνική αγορά με αξιώσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κινήσεις των funds Blantyre και Oaktree.

Η Blantyre και η Oaktree

Η Blantyre εστίασε στην εξυγίανση και ενοποίηση προβληματικών χαρτοφυλακίων που βρίσκονταν στα χέρια τραπεζών. Μεταξύ 2022 και 2024, εξαγόρασε τις συμμετοχές της Τράπεζας Πειραιώς στο «Ερρίκος Ντυνάν» (μέσω του ομίλου ΗΜΙΘΕΑ) και στη Euromedica.

Το 2024, η στρατηγική ολοκληρώθηκε με την πλήρη απορρόφηση 8 κλινικών και κέντρων αποκατάστασης της Euromedica από τον όμιλο ΗΜΙΘΕΑ. Ετσι δημιουργήθηκε ένας νέος πόλος υγείας.

Το αμερικανικό fund Oaktree στόχευσε στον εξαιρετικά προσοδοφόρο τομέα των μαιευτικών και γυναικολογικών κλινικών. Το 2021 πήρε τον έλεγχο της κλινικής ΙΑΣΩ. Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, ο βαθμός συγκέντρωσης σε αυτή την υπο-αγορά είναι πλέον ασφυκτικός: οι 4 μεγαλύτεροι παίκτες ελέγχουν το 90% της συνολικής αγοράς.

Ο νέος χάρτης της αγοράς ιδιωτικής υγείας δεν έχει σήμερα την παραμικρή σχέση με τον κατακερματισμό τού όχι πολύ μακρινού παρελθόντος. Η αγορά χαρακτηρίζεται από αυξημένο βαθμό συγκέντρωσης, καθώς τρεις μεγάλοι όμιλοι (HHG, Ιατρικό Αθηνών, ΙΑΣΩ) ελέγχουν το 57% του συνολικού κύκλου εργασιών των νοσοκομειακών παρόχων σε όλη τη χώρα. Ειδικά οι δύο μεγαλύτεροι όμιλοι (HHG και Ιατρικό) ελέγχουν σχεδόν τη μισή αγορά (47%).


ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΥΓΕΙΑΣ (2017-2024)

Ο λογαριασμός στους ασθενείς

Οι καθυστερήσεις στο δημόσιο σύστημα, οι μεγάλες λίστες αναμονής και η ανάγκη για άμεση πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις οδήγησαν ολοένα και περισσότερους ασθενείς στον ιδιωτικό τομέα

Ντάνι Βέργου

Την… ανηφόρα τραβάει σταθερά την τελευταία δεκαετία η ιδιωτική δαπάνη για την υγεία στη χώρα μας. Τα ελληνικά νοικοκυριά καλούνται από το 2017 μέχρι σήμερα να σηκώσουν ολοένα και περισσότερο το οικονομικό βάρος της περίθαλψης.

Ιδιωτική υγεία: Χαράτσι 40% σε ασφαλισμένους, υπερκέρδη για τα funds

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Τα στοιχεία τόσο της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) όσο και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης αποδεικνύουν ότι οι Ελληνες καλύπτουν την περίοδο 2017-2024 από την τσέπη τους ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η συνολική ιδιωτική χρηματοδότηση της υγείας αυξήθηκε από περίπου 5,6 δισ. ευρώ το 2017 σε περισσότερο από 7,3 δισ. ευρώ το 2023, ενώ το 2024 η ανοδική πορεία συνεχίστηκε. Την ίδια περίοδο η ιδιωτική ασφάλιση υγείας αυξήθηκε από 578 εκατ. ευρώ σε σχεδόν 1 δισ. ευρώ (975 εκατ. ευρώ), παρουσιάζοντας άνοδο περίπου 70% μέσα σε επτά χρόνια!

Νοσοκομειακή περίθαλψη

Σημαντικό μέρος αυτής της αύξησης αφορά τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Μετά το 2021 καταγράφεται έντονη άνοδος των πληρωμών προς τα ιδιωτικά νοσοκομεία, τόσο από τα ίδια τα νοικοκυριά όσο και μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών συμβολαίων.

Η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη διαμορφωμένη τάση. Οι καθυστερήσεις στο δημόσιο σύστημα, οι μεγάλες λίστες αναμονής και η ανάγκη για άμεση πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις οδήγησαν ολοένα και περισσότερους ασθενείς στον ιδιωτικό τομέα.

Ασφαλιστικά κέρδη

Την ίδια περίοδο σημειώνει αύξηση και η ιδιωτική ασφάλιση υγείας. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι δαπάνες μέσω ασφαλιστικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά περίπου 70% από το 2017 έως το 2024.

Η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά μόνο την αύξηση των ασφαλισμένων. Συνδέεται επίσης με τη διεύρυνση των καλύψεων, την αύξηση των ασφαλίστρων, αλλά και τη μεγαλύτερη χρήση ιδιωτικών νοσοκομείων, τα οποία αποτελούν πλέον βασικούς συνεργάτες των ασφαλιστικών εταιρειών.

Παρά την ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης, η μεγαλύτερη επιβάρυνση εξακολουθεί να προέρχεται από τις άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περίπου το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα προέρχεται από πληρωμές «από την τσέπη» των πολιτών – ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Οι μεγαλύτερες ιδιωτικές δαπάνες αφορούν:

  • τη νοσοκομειακή περίθαλψη
  • τα φάρμακα και τις συμμετοχές στη φαρμακευτική δαπάνη
  • τις επισκέψεις σε ιδιώτες γιατρούς
  • τις διαγνωστικές εξετάσεις.

Ιδιωτική συμμετοχή

Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι η οικονομική συμμετοχή των νοικοκυριών στην υγειονομική περίθαλψη παραμένει ιδιαίτερα υψηλή και αυξάνεται διαχρονικά.

Σε μια χώρα όπου η δημόσια χρηματοδότηση της υγείας εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, η πρόσβαση σε ταχύτερες ή ποιοτικότερες υπηρεσίες συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την οικονομική δυνατότητα του πολίτη. Για όσους δεν έχουν, ισχύει το γνωστό «όπου φτωχός κι η μοίρα του». Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος υγείας δύο ταχυτήτων, όπου η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών αποτελεί πλέον δομικό χαρακτηριστικό και όχι μια προσωρινή συνέπεια της κρίσης ή της πανδημίας.

 

efsyn.gr 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.