....

....

Να ξαναμπεί η χώρα στον παγκόσμιο χάρτη

Η χώρα χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που να αναβαθμίζει πραγματικά τη θέση της

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Εάν κανείς κοιτάξει τον απολογισμό της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ δεν θα αποφύγει τη μελαγχολική σκέψη ότι για άλλη μια φορά η βασική «συνεισφορά» της χώρας μας ήταν να κάνει μια υπόμνηση, κάπως σαν τον μαθητή από τη «γαλαρία» της τάξης που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή της δασκάλας, ότι υπάρχει και το πάγιο πρόβλημα με το casus belli από τη μεριά της Τουρκίας.

Σαφώς η Ελλάδα πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζει ότι υπάρχει μια άλλη χώρα μέλος της ίδιας συμμαχίας που έχει ψηφισμένη πάγια θέση ότι εάν η χώρα μας ασκήσει ένα αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο δικαίωμα, αυτό θα είναι αιτία κήρυξης πολέμου.

Όμως, όπως και να το δει κανείς θέλω να πιστεύω ότι η χώρα μου στο διεθνές τοπίο διεκδικεί να αναγνωρίζεται ως κάτι παραπάνω από το «οι Έλληνες και το πρόβλημά τους με τους Τούρκους». Όχι γιατί υποτιμώ τη σημασία που έχει μια πραγματική διακηρυγμένη απειλή για την εδαφική ακεραιότητά της, αλλά γιατί οι χώρες κατοχυρώνονται στη διεθνή σκηνή με άλλους τρόπους και όχι απλώς με υπενθυμίσεις του τύπου «κάντε κάτι με το πρόβλημά μας».

Και αυτό μας φέρνει στο πραγματικό ερώτημα: ποια είναι η θέση της χώρας μας στο διεθνές τοπίο αυτή τη στιγμή και ποια εικόνα έχουν πραγματικά σύμμαχοι και δυνητικοί αντίπαλοι.

Γνωρίζω πολύ καλά την κυβερνητική ρητορική πάνω στο θέμα. Άλλωστε την επαναλαμβάνουν πολύ συχνά τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ. «Η χώρα μας είναι πλέον ταυτισμένη με τη σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη και έχει μια αναβαθμισμένη παρουσία στην περιοχή, αλλά και μέσα στις συμμαχίες της, γιατί είναι με τη “σωστή πλευρά της ιστορίας”».

Βεβαίως, μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει μια κάπως διαφορετική εικόνα. Η χώρα όντως έχει σταθερότητα, αλλά αυτή την έχει εδώ και αρκετό καιρό και δεν κινδύνευσε ποτέ πραγματικά από αποσταθεροποίηση, ακόμη και το 2015 πλέον γνωρίζουμε καλά πόσο αβάσιμα ήταν όσα «τρομοκρατικά» γράφονταν εκείνο το καλοκαίρι για το πόσο «κινδυνεύαμε». Μόνο που ως προς την ανάπτυξη η χώρα μας έχει μεν ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως ως προς τη σύγκλιση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες εξελίσσεται σε ουραγό, κατρακυλώντας στις κατατάξεις όταν προσθέτουμε στις επιδόσεις της την καθοριστική παράμετρο «σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης».

Έπειτα ως προς την αναβαθμισμένη παρουσία στην περιοχή δύσκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τη χώρα πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Ακόμη και στην βαλκανική «πίσω αυλή μας» κοντόθωροι ψηφοθηρικοί λόγοι δεν οδήγησαν καν στην πλήρη αξιοποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν έχουμε κάποια παρουσία στις πολιτικές διεργασίες γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, πέραν της αναπόφευκτης ανάληψης του κόστους των κυρώσεων, την ώρα που η Τουρκία είναι τμήμα των διαδικασιών, δεν έχουμε πάρει κάποια πρωτοβουλία ούτε συμμετέχουμε σε κάποια πρωτοβουλία σε σχέση με το Παλαιστινιακό, αντιθέτως έχουμε καταγραφεί ως χώρα που μονομερώς στηρίζουμε μέχρι τέλους την ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου και τη γενοκτονική πολιτική της, διατηρούμε καλές σχέσεις με την Αίγυπτο, χωρίς αυτό να αποτρέπει την υπαρκτή και σημαντική αναβάθμιση των σχέσεων Αιγύπτου και Τουρκίας το τελευταίο διάστημα και στη Λιβύη παραμένουμε θεατές των εξελίξεων. Πέραν αυτών δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερη παρουσία στις διεργασίες για το μέλλον της ΕΕ και ο κύριος τρόπος που η χώρα μας ακούγεται στην ΕΕ είναι μέσω των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε βάρος κυβερνητικών και κρατικών αξιωματούχων. Επιδιδόμαστε σε μια μάλλον ακριβή «εξοπλιστική διπλωματία» αλλά στρατηγική για το μέλλον και τον ρόλο του ΝΑΤΟ σε μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων δεν έχουμε, με τον πρωθυπουργό πρωτίστως να επιδιώκει να δείξει ότι συζητάει με άλλους ηγέτες στις διάφορες συναντήσεις.

Ακόμη και στη σχέση με τις ΗΠΑ περισσότερο βλέπουμε τον πρωθυπουργό να τρέχει – και ενίοτε να μην φτάνει… – να επανορθώσει τον τρόπο που κατά καιρούς μίλησε αρνητικά για τον Ντόναλντ Τραμπ παρά να επιδεικνύουμε τον συνδυασμό αποφασιστικότητας και ξεκάθαρης διαπραγματευτικής γραμμής που ταιριάζει στη συζήτηση με έναν Αμερικανό Πρόεδρο που κατεξοχήν σκέφτεται ως επιχειρηματίας, που προσπαθεί να κλείσει συμφέρουσες συμφωνίες.

Όσο για την επιδίωξη προσέλκυσης επενδύσεων και ανάδειξης της χώρας σε οικονομικά στρατηγικό κόμβο, στην πραγματικότητα λίγα έχουν γίνει, διάφορες εξαγγελίες δεν έχουν προχωρήσει, η χώρα έχει μείνει εκτός μεγάλων κυμάτων επενδύσεων στην Ευρώπη (αναφέρω ενδεικτικά οτιδήποτε έχει να κάνει με τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα) και την ίδια ώρα η μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία που δόθηκε με το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα μπορούσε να οδηγήσει και σε προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων μέσα από τη διαμόρφωση υποδομών, στην πραγματικότητα πήγε χαμένη.

Την ίδια ώρα τομείς που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αναβάθμιση της θέσης της χώρας όπως είναι η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η έρευνα τυγχάνουν συστηματικής παραμέλησης από μια κυβέρνηση που εκτός όλων των άλλων κατάφερε να μην προχωρήσει τα σχέδια που η ίδια προώθησε για την ενίσχυση της έρευνας και την προσέλκυση επιστημονικού ταλέντου μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Γιατί δυστυχώς καμιά χώρα δεν αναβαθμίζεται στη διεθνή σκηνή επειδή χορηγεί πολλές Golden Visa. Γιατί τόσο οι επενδυτές όσο και άλλες χώρες σέβονται ένα κράτος-«παίκτη», όχι μια χώρα-οικόπεδο.

Αυτό σημαίνει ότι οι προκλήσεις που είναι μπροστά μας είναι με έναν τρόπο υπαρξιακές. Δεν αφορούν τη μια ή την άλλη επιλογή μέτρων. Αφορούν το μέλλον και τη θέση της χώρας. Την ικανότητα να κερδίσει ξανά την υπερηφάνεια της, τη «χαμένη μαγκιά της». Και αυτό δεν αφορά απλώς μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που να μην προσκολλάται μονόπλευρα σε συμμαχίες, να διευρύνει τις συνεργασίες και να κερδίσει τον σεβασμό με την αποφασιστικότητα στη διεκδίκηση και όχι την ετοιμότητα για μια ακόμη παραχώρηση.

Αφορά πρώτα από όλα – και ίσως πάνω από όλα…- την εσωτερική ανασυγκρότηση της χώρας. Την ικανότητά της να παράγει περισσότερα και καλύτερα. Τη δυνατότητα της να κρατάει εδώ το επιστημονικό δυναμικό της. Τη λειτουργία ξανά ενός κράτους που να είναι όντως επιτελικό και όχι συνώνυμο με την ενδημική διαφθορά και τη διασπάθιση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων. Την κυβερνητική λειτουργία που να στηρίζεται σε ένα σχέδιο και όχι απλώς σε έναν κατάλογο συμφερόντων προς εξυπηρέτηση. Τη δημοκρατία ως μαζική συμμετοχή και κινητοποίηση που κάνει μια χώρα να κάνει άλματα σε αντίθεση με τον καταστροφικό σημερινό συνδυασμό εξατομίκευσης, παραίτησης και αποκαρδίωσης.

Κοντολογίς την επιστροφή της ελπίδας, όχι ως μακρινού – και άπιαστου – οράματος, αλλά ως πραγματικού πολιτικού προτάγματος, με σχέδιο και βηματισμό.

in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.