Οι Μόδιστροι του Συντάγματος (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Υπάρχει μια κοινή φιλοδοξία που διαπερνά σχεδόν όλους τους ηγέτες με έντονα συγκεντρωτική αντίληψη της εξουσίας, οι οποίοι δεν αρκούνται στο να κυβερνούν, αλλά ταυτόχρονα θέλουν να ορίζουν και τους κανόνες του παιχνιδιού. Να περιορίζουν τα θεσμικά αντίβαρα, να μετακινούν τα όρια της λογοδοσίας για τους ίδιους και τους «δικούς τους» και τελικά, να μετατρέπουν την πολιτική υπεροχή σε ανελέητη κυριαρχία με ψευδεπίγραφα «θεσμικά» χαρακτηριστικά.
Η Ιστορία όμως έχει δείξει κι επιμένει να δείχνει, ότι οι δημοκρατίες σπάνια καταλύονται (ή εκτρέπονται) απότομα. Συνήθως φθείρονται σταδιακά, μέσα από μικρές μετατοπίσεις οι οποίες σχεδόν κάθε φορά εμφανίζονται ως «εύλογες», «αναγκαίες» ή ακόμη και ως «τεχνικές».
Η συζήτηση που άνοιξε λοιπόν για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν αφορά επομένως σε ακόμη μια κοινοβουλευτική διαδικασία. Αφορά κυρίως – και ξανά, αν και μέσα απ’ άλλο δρόμο – στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιλαμβάνεται τη σχέση της με τους θεσμούς. Και η επιλογή της να διατηρήσει τον πυρήνα του άρθρου 86, επιμένοντας ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πρέπει να εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ποινική μεταχείριση των υπουργών, αποκαλύπτει ακριβώς αυτή την αντίληψη.
Η επίκληση της προστασίας των πολιτικών από τον «λαϊκισμό», παραμένει ευπώλητη πολιτικά, ενώ ακούγεται κι εύλογη. Μέχρι τη στιγμή όμως που τίθεται το αυτονόητο ερώτημα: Ποιος προστατεύει την κοινωνία από μια κυβέρνηση που διαθέτει ταυτόχρονα την εκτελεστική εξουσία, την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ταυτόχρονα διατυπώνει ανοιχτά, σχεδόν ξεδιάντροπα, την αξίωση να ελέγχει και τη διαδικασία μέσω της οποίας θα ελεγχθεί η ίδια;
Σε μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή, αστικού τύπου δημοκρατία, η απάντηση σαφώς και δεν νοείται καν να είναι, «η ίδια η κυβέρνηση». Αν και ακριβώς αυτή η απάντηση αποτελεί ήδη το πραγματικό πολιτικό αποτύπωμα της κυβερνητικής επταετίας Μητσοτάκη, καθώς όσα συμβαίνουν δεν αποτελούν «επιμέρους επιλογές», αλλά τη συνέχιση της εφαρμογής ενός ξεκάθαρου πολιτικού σχεδίου που εφαρμόζεται βήμα-βήμα και οδηγεί στην υπερ-συγκέντρωση της εξουσίας. Στα χέρια του Μαξίμου.
Το πολυδιαφημισμένο «επιτελικό κράτος» ήδη συγκέντρωσε κρίσιμες αρμοδιότητες στο πρωθυπουργικό γραφείο. Το σκάνδαλο των υποκλοπών ήδη δοκίμασε σκληρά τα όρια της θεσμικής λογοδοσίας. Το έγκλημα των Τεμπών ανέδειξε – και – το πόσο δύσκολα λειτούργησε η Βουλή ως πραγματικός μηχανισμός ελέγχου της κυβέρνησης. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ πέραν των άλλων, αποκάλυψε και το πώς μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να λειτουργεί και ως πολιτική ασπίδα απέναντι στις ευθύνες της εκτελεστικής εξουσίας.
Η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε κάθε ευκαιρία δείχνουν πως στα μάτια τους, η εντολή που της έδωσαν οι πολίτες μεταφράζεται αυτομάτως και σε αναφαίρετο δικαίωμα διαχείρισης όχι μόνο της διακυβέρνησης της χώρας, αλλά και των ίδιων των μηχανισμών ελέγχου της κυβερνητικής εξουσίας.
Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο η πλειοψηφία μπορεί να κάνει τα πάντα, αλλά το πολίτευμα όπου ακόμη και η ισχυρότερη πλειοψηφία συναντά και φρενάρει την ανέλεγκτη πορεία της επάνω στα ξεκάθαρα και με σαφήνεια συνταγματικά καθορισμένα, όρια.
Κι αυτό αποτελεί ίσως και το μεγαλύτερο μάθημα που πήραν δημοκρατίες που δοκιμάστηκαν ή δοκιμάζονται ακόμη από ηγέτες με αυταρχική ροπή. Είτε πρόκειται για τον Τραμπ, είτε για τον Όρμπαν, είτε για τον Ερντογάν. Η κρίσιμη μάχη απέναντί τους δεν δόθηκε μόνο στις κάλπες, αλλά δόθηκε και συνεχίζει να δίνεται γύρω από την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων Αρχών, την ελευθερία έκφρασης και λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης, τελικά των θεσμών που έχουν ακριβώς μία αποστολή. Να υπενθυμίζουν διαρκώς στον εκάστοτε ισχυρό ότι η λαϊκή εντολή δεν αποτελεί «αδιευκρίνιστη» λευκή επιταγή.
Για τους λόγους αυτούς – και για αρκετούς ακόμη – λοιπόν, η συζήτηση για το Σύνταγμα και την αναθεώρηση άρθρων του, αποτελεί εξαιρετικά σοβαρή, αλλά και κρίσιμη υπόθεση για την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Άλλωστε ιστορικά, τα Συντάγματα δεν συντάχθηκαν μόνο για τις εποχές πολιτικής και πολιτειακής νηνεμίας, αλλά κυρίως για τους φουρτουνιασμένους καιρούς κατά τους οποίους οι κρατούντες, ακόμη και οι δημοφιλέστερες εκλογικά κυβερνήσεις, εμφανίζουν συμπτώματα εξουσιαστικής διολίσθησης, παύουν να συναντούν όρια, και καταλήγουν να κόβουν και να ράβουν ακόμη και το ίδιο το Σύνταγμα στα μέτρα τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια