....

....

Σχόλια στην ποίηση του Αλέξανδρου Παναγούλη. (του Μιχ. Γ. Μπακογιάννη)

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης

Καθώς φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, πρέπει να θυμόμαστε τον Αλέκο Παναγούλη ως μια μορφή που με τις περιπέτειες της ζωής του συμβολίζει τη δύναμη του αγώνα που κάνει το άτομο απέναντι στις μεγάλες δοκιμασίες που του επιφυλάσσουν η Ιστορία και οι οργανωμένοι θεσμοί της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας, όταν αυτή παίρνει τα χαρακτηριστικά καθεστώτος. Σε μια τέτοια συνθήκη, το άτομο βρίσκεται μπροστά σε μεγάλα και σύνθετα διλήμματα, που πολλές φορές του δημιουργούν ένα αίσθημα ηθικής ευθύνης απέναντι στις ιστορικές και κοινωνικές εξελίξεις. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο Παναγούλης. Ακέραιος και ασυμβίβαστος, τολμηρός και γενναίος στον κλεφτοπόλεμο με την παρανομία συμπύκνωσε με τον πολιτικό ακτιβισμό του και την ένταση της προσωπικής του στάσης την αγωνία, τη διαμαρτυρία, την καταγγελία και το όραμα των πολλών.

Κι αν ο ακτιβισμός είναι ένας από τους αποτελεσματικούς τρόπους αντίστασης και αντίδρασης απέναντι στις καθεστωτικές πρακτικές, ένας άλλος τρόπος είναι η καλλιτεχνική έκφραση. Μια τέτοια έκφραση είναι και η λογοτεχνία της αντίστασης, τα λογοτεχνικά δηλαδή εκείνα έργα με τα οποία το ατομικό απευθύνεται προς το συλλογικό σε εποχές και περιόδους πραγματικά κρίσιμες. Τα παραδείγματα είναι πολλά και δεν είναι εδώ ο χώρος να επεκταθούμε περαιτέρω. Για λόγους ιστορικούς, θα αναφέρουμε, γυρίζοντας πίσω στον χρόνο, την έκδοση της Γυναίκας της Ζάκυθος από τον Λίνο Πολίτη μέσα στην Κατοχή, τα ποιήματα του Σικελιανού με τα οποία εξυμνούνταν ο αντιστασιακός αγώνας, καθώς και τα πολυάριθμα ποιήματα και τα έντυπα που γράφονταν χειρόγραφα και τυπώνονταν μέσα στη χούντα και κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι. Σε εποχές ζόφου, λοιπόν, η λογοτεχνία προσλαμβάνει πιο έντονο κοινωνικό ρόλο και οι δημιουργοί της δεν αντιλαμβάνονται την έκφρασή τους απλώς και μόνον ως διαμαρτυρία ή ως πράξη αντίστασης αλλά και ως υπαρξιακή ανάγκη.

Η ποίηση αποτέλεσε και για τον Παναγούλη ένα καταφύγιο, έναν πρόσφορο χώρο, για να εκφράσει και την ατομική περιπέτεια και τη στάση του «κοινωνικού πόνου», όπως χαρακτήρισε την ποίηση που καλλιεργεί και προάγει την ηθική ευθύνη απέναντι στην Ιστορία ο Πάνος Θασίτης.[2] Όλο το ποιητικό έργο του Παναγούλη, γραμμένο κατά τα έτη 1967-1973, είναι σήμερα συγκεντρωμένο σε έναν τόμο, με τον τίτλο Τα ποιήματα, από τις εκδόσεις Παπαζήση, με εισαγωγικά σημειώματα του Pier Paolo Pasolini και του Βασίλη Βασιλικού.[3] Κάποια από τα ποιήματα αυτά μάλιστα έχουν γίνει τραγούδια από τον Μίκη και τη Φαραντούρη και έχουν περάσει στη συλλογική πολιτισμική μας κληρονομιά και στο αγωνιστικό φαντασιακό μας, λ.χ. όλοι έχουμε τραγουδήσει το «Οι πρώτοι νεκροί» ή αλλιώς «Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες». Από το συνολικό έργο του, που αριθμεί λίγο λιγότερα από εκατό ποιήματα (96), θα επικεντρωθούμε σε μια ομάδα είκοσι εννέα (29) ποιημάτων, που είναι γραμμένα στα χρόνια 1967-1970 και είναι τα πρώτα που τύπωσε ο Παναγούλης, αφού πρώτα τα διέσωσε από τον ασφυκτικό έλεγχο της χούντας.

Από τα είκοσι εννέα (29) αυτά ποιήματα, τα δεκαοκτώ (18) είναι ποιήματα του στρατοπέδου και της φυλακής, δηλαδή ποιήματα γραμμένα σε συνθήκες εγκλεισμού, και τα υπόλοιπα γραμμένα όσο ζούσε σε καθεστώς παρανομίας. Αλλά γιατί επιλέξαμε να αναφερθούμε ειδικά σε αυτήν την ομάδα ποιημάτων; Καταρχάς, γιατί αυτά αποτέλεσαν την πρώτη συγκομιδή που ο ίδιος επέλεξε να ενσωματώσει σε μια συλλογή, η οποία κυκλοφόρησε το 1970 και την οποία παρουσιάζουμε στη συνέχεια.[4] Ο δεύτερος λόγος αυτής της επιλογής είναι γιατί σε αυτά τα ποιήματα βρίσκει κανείς τους αρχικούς πυρήνες της ποιητικής του Παναγούλη, η οποία επρόκειτο μέσα στον χρόνο να εξελιχθεί και να μπολιαστεί με νέα στοιχεία.[5]

Γραμμένα στο διάστημα από το 1967 μέχρι το 1969/1970,[6] δηλαδή μέσα στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, τα είκοσι εννέα (29) ποιήματα κυκλοφόρησαν το 1970 σε δύο δαχτυλογραφημένα τυπογραφικά δεκαεξασέλιδα. Όπως βλέπουμε και στην εικόνα, στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας διαβάζουμε τη διευκρίνιση «29 ποιήματα του Αλέκου Παναγούλη» και στο κέντρο της τον τίτλο Συνεχίστε, επενδυμένο αισθητικά με ένα αυτόματο όπλο πολλαπλών ρίψεων. Στο κάτω μέρος της σελίδας πληροφορούμαστε ότι η έκδοση έγινε από τον οίκο 8½ (τον διηύθυνε στο Παρίσι ο Βασίλης Βασιλικός κατά την περίοδο της χούντας στην Ελλάδα), αλλά δεν σημειώνεται το έτος κυκλοφορίας.[7] Ακολουθούν στη δεύτερη σελίδα η αφιερωματική φράση «Αφιερωμένο στην “Ελληνική Αντίσταση”», η οποία έχει απαλειφθεί στον συγκεντρωτικό τόμο, καθώς και μερικές πληροφορίες για το πότε γράφτηκαν τα ποιήματα αυτά. Στην τρίτη σελίδα της δαχτυλόγραφης έκδοσης, δημοσιεύεται το σημείωμα του Βασίλη Βασιλικού με τίτλο «Στο βωμό της προφοράς», το οποίο αναδημοσιεύεται το 1971 στη δεύτερη έκδοση, μαζί με ένα δεύτερο σημείωμα του ίδιου, με τίτλο «Επίλογος στη δεύτερη έκδοση». Ακολουθούν τα ποιήματα, που καταλαμβάνουν τις σελίδες 4 έως και 32.

«Φαίνεται παράλογο», γράφει ο Pier Paolo Pasolini στο εισαγωγικό σημείωμά του που συνοδεύει τη συγκεντρωτική έκδοση, «και όμως η λογοτεχνία –που ο Παναγούλης ξετρύπωσε ολοφάνερα σαν όργανο πολιτικής, σαν μια ανώτερη μορφή πάλης με τα λόγια– μετουσιώθηκε σε όργανο μυστικής εξύψωσης».[8] Αυτή η πολύ σημαντική διάσταση της ποίησης του Παναγούλη εμφανίστηκε ήδη στα ποιήματα της συλλογής Συνεχίστε και αυτήν θα ανιχνεύσουμε στη συνέχεια.

Σε αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής Συνεχίστε, διακηρύσσεται με μια τονικότητα περισσότερο ή λιγότερο έντονα λυρική η άφθαρτη αξία των ιδεών και η αναλλοίωτη πίστη σε αυτές, καθώς και στην αξία της ελευθερίας. Γράφει στο ποίημα «Αθανασία»:

Αθάνατες μένουνε μόνο

ιδέες που πάντα ζητούν

ζωντανές υπάρξεις

για αγώνες

αναστάσιμες μέρες

ποθούν.

Σύμβολα αθάνατα, θεία,

αιώνιου μπροστάρη Θεού

λευτεριάς πόθοι

φλογισμένοι

ανθρωπιάς μηνύματα

ιερά (32)[9]

Από την άλλη, όμως, βιώνεται η σκληρή όψη της πραγματικότητας, δοκιμάζονται τα σωματικά και ψυχικά όρια, όταν επικυριαρχούν ο εκφοβισμός και η σωματική βία. Σε αυτήν την περίπτωση, η εμπειρία αποδίδεται με άλλη κατηγορία τονικότητας: το ύφος γίνεται λιτό και πυκνό, η ποιητική εικόνα δραστική, κινηματογραφική, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Αγωνίες».

Αν χτυπήσουν την πόρτα, μην ανοίξεις.

Όσο και να χτυπούν.

Πρέπει να πιστέψουν πως το σπίτι

είναι αδειανό.

Δεν θα τη σπάσουν. Μη φοβάσαι.

Αν τη σπάσουν,

θα ξέρουμε πως μας πρόδωσαν.

Ούτε κι εγώ το πιστεύω.

Ναι, θα πυροβολήσω να μπούνε.

Εσύ δοκίμασε να φύγεις.

Θα μπορέσεις.

Για μας θα ’ναι. Τόση ώρα

τριγυρίζουν το σπίτι.

Κοίταξε απ’ τ’ άλλο παραθύρι.

Μα πρόσεχε.

Ναι, βλέπω. Χτυπάνε απέναντι.

Μίλα σιγότερα.

Ακούς; Φασαρία; Τι να γίνεται;

Κάποιον πιάσανε. Είναι γέρος.

Τον χτυπάνε τα σκυλιά.

Άτιμοι.

Πόσους θα πιάσετε; Θα μείνουν

όσοι χρειάζονται αι περσότεροι.

Θα μείνουν και δεν θα σταυρώσουν

τα χέρια. (30)

Αυτός ο δυισμός, από τη μια η πίστη στην ιδέα/ιδανικό της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας και από την άλλη η πραγματικότητα της τυραννίας και της τρομοκράτησης, αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο δοκιμασίας και για τον ίδιο τον ποιητή και για το μέσον της έκφρασής του, τη γλώσσα. Αυτός ο δυισμός απαιτεί και τις κατάλληλες ποιητικές τροπικότητες, για να εκφραστεί. Η μία όψη του δυισμού, αυτή των άφθαρτων ιδεών, συγκροτείται ποιητικά από τα σύμβολα εκείνα που αντιστοιχούν στην εσωτερικότητα του ποιητή, στην ενόραση και στη θέλησή του να μετατρέψει το βίωμα σε εμπειρία και να του δώσει υπόσταση τέτοια που να τον οδηγήσει σε μια νέα περιοχή αυτογνωσίας και πληρότητας. Ο λόγος τότε θερμαίνεται για να συμπυκνώσει τη νέα πνοή, το φως και τα πουλιά γίνονται τα σύμβολα για τον καινούριο δρόμο και τα οδόσημα για να μη χαθούν τα «ματωμένα χνάρια της πίστης», όπως φαίνεται στο ποίημα «Τα χνάρια»:

Συνέχισε τυφλός να προχωράς

Πρέπει να φτάσεις τους πρώτους

Το φως σου και πάλι θα βρεις

Προχώρα Είναι στο τέλος του δρόμου

Μα αν χρειαστεί και πάλι να τον χάσεις

Μην σκέφτεσαι στιγμή για το μετά

Μόνο προχώρα τα χνάρια μη χάσεις

Όσο τα βρίσκεις καινούριο φως προσδοκάς (49)

Αυτό το σύμπαν συμβόλων, που αρδεύονται κατά κανόνα από τη μεγάλη δεξαμενή του λυρισμού, του ιδεαλισμού και του ρομαντισμού, γίνεται στα χέρια του ποιητή το πιο αποτελεσματικό μέσον για να αποκτήσει νόημα ο βιωμένος χρόνος και να ακυρωθεί ο σωματικός θάνατος μέσα από την πίστη στην αναγέννηση της ζωής. Στο ποίημα «Η ζωή συνεχίζει», μπορεί να είναι όλα έτοιμα και ο λάκκος σκαμμένος, όμως ο θάνατος δίνει σ’ άλλους ζωή / Κάποιος γεννιέται, γιατί μόνον το σώμα πεθαίνει, οι ιδέες, τα όνειρα και οι ελπίδες παραμένουν στον κόσμο και υπερβαίνουν τον θάνατο. Μέρος της εμπειρίας των ανθρώπων που βρίσκονται σε δοκιμασία, το ζεύγος θάνατος και ζωή δεν προσδιορίστηκε στον Παναγούλη αρχικά με όρους θρησκευτικούς αλλά υπερβατικούς. Ελεύθερα από τα δεσμά της ανθρώπινης θνητότητας, οι ιδέες και τα όνειρα ζουν και κυκλοφορούν στο φως, αλλά δεσμευμένα στα όρια της ποιητικής περιοχής, του φαντασιακού:

Το φως θα προβάλλει σε λίγο

Ας είναι βαριά συννεφιά

Στη δύση ζωής συντροφιά

ζωής που ζητούσε το φως (44)

Η σύμπλεξη των δύο κόσμων, αυτού της πραγματικότητας που βασανίζει το σώμα και αυτού της ποιητικής και φαντασιακής περιοχής όπου εγκατοικούν στο φως η πίστη, η ιδέα και τα όνειρα για έναν δικαιότερο κόσμο, συμβολοποιείται με τη στροφή του Παναγούλη προς τη χριστιανική θρησκευτική παράδοση και σε έννοιες με οντολογικό όσο και μεταφυσικό περιεχόμενο, όπως αυτή της θυσίας ως προϋπόθεσης για τη συνένωση με το θείο ή αυτή του μαρτυρίου. Ο «χριστιανικός Παναγούλης μοιάζει με τους χριστιανούς της Λατινικής Αμερικής», σημειώνει ο Βασιλικός, και συνοψίζει: «Δανείζεται σύμβολα απ’ το χριστιανικό οπλοστάσιο για να εκφράσει την πίστη του στην τελική νίκη, στην αυγή».[10] Στο ποίημα «Ο Άγνωστος», ο ομιλητής αναδιηγείται στιγμιότυπα από την περιπέτεια του Χριστού στη Γη, προκειμένου να συνδέσει το μαρτύριο με την υπέρτατη αποστολή και με την προσφορά στον Άνθρωπο της αιώνιας ειρήνης, όχι μόνον αυτής που εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον πόλεμο αλλά και αυτής που νιώθουμε μέσα μας, όταν συμφιλιωνόμαστε με τον εαυτό μας και είμαστε έτοιμοι να τον χαρίσουμε στο σύνολο:

Ο Άγνωστος κατέβηκε στη γη

Παίρνοντας τη δική σας τη μορφή

Ήρθε να σας γιάνει την πληγή

Στου Γολγοθά πατώντας την κορφή

[…]

Μα δεν κουράστηκε και πάλι η Ιδέα

Ζευγαρωμένη με τον πόνο στο σταυρό

Την Ανάσταση ετοίμασαν παρέα

Πάλι βρεθήκανε στο ανθρώπου το πλευρό

[…]

Εμπρός λοιπόν της Αγάπης ακούστε

έστω και τώρα την θεία προσταγή

Το δρόμο της θυσίας ακολουθήστε

Να λείψει η πανάρχαια πληγή

Άνθρωποι ξημερώνει υπέροχη αυγή

Στη στράτα τής Αγάπης αν βρεθείτε

Ειρήνη πανανθρώπινη στη Γη

είναι ο Θεός που θέλετε να δείτε (56-57)

Σε αυτούς τους στίχους διακρίνουμε και τον δεύτερο, μετά τον λυρισμό, ποιητικό τρόπο του Παναγούλη, όταν επιδιώκει να μιλήσει για τον κόσμο των ιδεών. Πρόκειται για την αμεσότητα του λόγου της αποστροφής και τη νοηματική πυκνότητα της αποφθεγματικής γλώσσας, χάρη στις οποίες το ατομικό ενσωματώνεται στο συλλογικό και στο καθολικό.

Στην άλλη πλευρά του δυισμού θα συναντήσουμε, όπως είδαμε, την αγωνία της ατομικής και συλλογικής δοκιμασίας. Αδελφέ μου / Ξέρω πως υποφέρεις / Αλύπητα χτυπάνε στα αφτιά μου / Του πόνου σου περήφανοι λυγμοί, γράφει στο ποίημα «Συνέχισε να πονάς», για να δώσει κουράγιο και στον σύντροφο αγωνιστή και στον ίδιο τον εαυτό:

Συνέχισε να πονάς

Άφησε τη φωνή σου ελεύθερη στους λυγμούς

Φιμωμένη στις ερωτήσεις της ανάκρισης

Στο βωμό της προσφοράς

Ο πόνος ζυγίζει το ίδιο με τη δράση

Συνέχισε να πονάς

Ολοκλήρωσε την προσφορά σου (45)

Εάν ο πόνος ζυγίζει το ίδιο με τη δράση, τότε και η ποιητική γλώσσα χρειάζεται να λειτουργήσει μεσολαβητικά ανάμεσα στο βασανισμένο σώμα και στην πίστη στις αξίες και στα ιδανικά. Έτσι, το ύφος μπορεί να γίνεται καταγγελτικό, οξύ και η γραφή σωματοποιημένη. Σε άλλες περιπτώσεις, που είναι ίσως και οι πιο ενδιαφέρουσες, η ποιητική φωνή σχεδόν ψιθυρίζει, χωρίς να κραυγάζει, για τον βασανισμό του σώματος και για την επιχείρηση απανθρωποποίησης της υπόστασής της. Τότε το ύφος αποκλιμακώνεται, ο τόνος θυμίζει διάθεση για εξομολόγηση. Με αυτόν τον διπλό τρόπο, της καταγγελίας και της εξομολόγησης, η γλώσσα προσαρμόζεται και ανταποκρίνεται στον σύνθετο ρόλο της, δίνοντας αξία τελικά στην καρτερία και στη στάση ηθικής και ακεραιότητας.

Κάποτε, ωστόσο, ο Παναγούλης συνειδητοποιεί ότι ο γλωσσικός κώδικας κλονίζεται από αυτόν τον δυισμό, ίσως κιόλας να μην επαρκεί για την ανάγκη του ποιητή να εσωτερικεύσει το βίωμα της βίας και της απανθρωποποίησης και να το ενθέσει ως μνήμη σε μια πανανθρώπινη κλίμακα. Η δυσκολία του εγχειρήματος, λοιπόν, προκαλεί στον ποιητή ένα αίσθημα αμφιβολίας για τα όρια του κώδικα, μάλλον καρυωτακικής προέλευσης. Την ίδια αμφιβολία είχαν εκφράσει νωρίτερα με πολύ πιο έντονο τρόπο ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου που είχαν πολιτική δράση και πέρασαν δοκιμασίες, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Άρης Αλεξάνδρου, αλλά και άλλοι που βίωσαν τους δύσκολους καιρούς, όπως ο Κλείτος Κύρου και ο Τάκης Σινόπουλος. Θα αρκούσε να θυμηθούμε εδώ το μονίμως ανοιχτό όσο και βασανιστικό για την ποιητική συνείδηση παρένθετο ερώτημα του Αναγνωστάκη στο ποίημα «Στον Νίκο Ε… 1949»: (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)[11]

Ο Παναγούλης από την πλευρά του αγωνιά ώς έναν βαθμό για την έκφραση και τη διάσωση των πόθων και των ονείρων μιας γενιάς, για τον κίνδυνο η λήθη να σκεπάσει τον πόνο και την αδικία, εάν η γλώσσα χάσει τη δύναμή της. Άραγε αυτή η αγωνία του για την επάρκεια της γλώσσας ρίζωσε στα επόμενα ποιήματά του, όσα δηλαδή γράφτηκαν από το 1971 κ.εξ.; Μήπως αργότερα εμφιλοχώρησε και κάποιου είδους αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα του ίδιου του αγώνα και για την πίστη στο σύμπαν των ιδεών; Καλλιέργησε περαιτέρω αυτόν τον δυισμό και τις ποιητικές τροπικότητες; Και εάν ναι, προς ποιες κατευθύνσεις; Πώς εξελίχθηκε η παρουσία της χριστιανικής παράδοσης; Αυτά είναι μερικά ερωτήματα που είναι ανοιχτά και θα μπορούσαν να απασχολήσουν στο μέλλον την κριτική και τους μελετητές της ποίησης ενός ανθρώπου συμβόλου και του αγώνα για την ελευθερία, τις ανθρωπιστικές αξίες και την αξιοπρέπεια, καθώς και του αγώνα που κάνουμε ως άνθρωποι απέναντι στην πολύπλοκη και ενδεχομένως αντιφατική φύση μας, όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Θέλω», το τελευταίο από τη συλλογή Συνεχίστε:

Θέλω να προσευχηθώ

με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω

Θέλω να τιμωρήσω

με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω

Θέλω να προσφέρω

με την ίδια δύναμη που ’θελα στο ξεκίνημα

Θέλω να νικήσω

αφού δεν μπορώ να νικηθώ (58)

[1]. Κείμενο ομιλίας που έγινε στη Θεσσαλονίκη (29.6.2026), στο πλαίσιο του 45ου Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

[2]. Πάνος Κ. Θασίτης, «Κοινωνικοί προσδιορισμοί στην ποίηση. Σχεδίασμα», στο Τα δοκίμια (1957-1983), Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1990, σ. 93-106 (ειδικά σ. 98-99) [πρώτη δημοσίευση: 1966].

[3]. Αλέξανδρος Παναγούλης, «Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην ελλάδα». Τα ποιήματα, Αθήνα, Παπαζήσης, χ.χ.έ. Νομίζουμε ότι είναι απαραίτητη μια νέα έκδοση των ποιημάτων, η οποία θα είναι αισθητικά φροντισμένη και φιλολογικά επιμελημένη και σχολιασμένη.

[4]. Η έκδοση αυτή έχει τον δικό της εκδοτικό βίο. Αρχικά κυκλοφόρησε το 1970, μάλλον ιδιωτικά και σε περιορισμένο αριθμό, γι’ αυτό και δεν είναι ευρέως διαθέσιμη σήμερα (ευχαριστούμε σε αυτό το σημείο την κ. Ελένη Καρασαββίδου, γιατί μας παραχώρησε την έκδοση σε ηλεκτρονική μορφή). Το 1971 ακολούθησε η δεύτερη έκδοση και αργότερα η ενσωμάτωσή της στον συγκεντρωτικό τόμο των εκδόσεων Παπαζήση.

[5]. Π. Π. Παζολίνι, «Εισαγωγή. Εισαγωγή στην πρώτη συλλογή (Το πρώτο Μπογιάτι)» (μτφρ. Μιχ. Πασχάλης), στο Αλέξανδρος Παναγούλης, ό.π. (σημ. 3), σ. 17-18.

[6]. Αλέξανδρος Παναγούλης, ό.π. (σημ. 3), σ. 7.

[7]. Ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη έκδοση υπάρχουν διαφορές, αλλά δεν θα τις συζητήσουμε εκτενώς εδώ. Αρκούμαστε να σημειώνουμε ότι, στη δεύτερη έκδοση (1971) και βέβαια και στον συγκεντρωτικό τόμο των εκδόσεων Παπαζήση, ο τίτλος Συνεχίστε και η απεικόνιση του αυτόματου όπλου έχουν απαλειφθεί.

[8]. Αλέξανδρος Παναγούλης, ό.π. (σημ. 3), σ. 6.

[9]. Οι αριθμοί σε παρένθεση που σημειώνονται στο τέλος των παραθεμάτων δηλώνουν στο εξής αριθμούς σελίδων στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων (Αλέξανδρος Παναγούλης, ό.π., σημ. 3). Όλα τα παραθέματα προσαρμόζονται στο σημερινό ορθογραφικό σύστημα.

[10]. Βασίλης Βασιλικός, «Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση», στο Αλέξανδρος Παναγούλης, ό.π. (σημ. 3), σ. 24-25.

[11]. Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα 1941-1971, Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σ. 76.

oanagnostis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.