....

....

Το ΣτΕ «έκοψε» οριστικά την επιστροφή 13ου – 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους

Το σκεπτικό για τη δημοσιονομική ευστάθεια και την ευρωπαϊκή οδηγία

19.08.2026 • 18:28

Συνταγματική και απολύτως συμβατή με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), τη μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, τα οποία είχαν καταργηθεί πλήρως με τον νόμο 4093/2012.

Η σχετική απόφαση 1201/2026, με πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης. Η υπόθεση έφτασε στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο κατόπιν αγωγής δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ΑΔΕΔΥ να πραγματοποιεί παρέμβαση υπέρ του.

Ο ενάγων διεκδικούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος, υποστηρίζοντας ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να επαναφέρει τα δώρα για το διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024. Μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε πλημμελή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το σκεπτικό για την ευρωπαϊκή οδηγία

Το ΣτΕ ξεκαθάρισε αρχικά ότι η συγκεκριμένη Οδηγία μπορούσε να προβληθεί νομικά μόνο για το διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσής της στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024.

Εξετάζοντας την ουσία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο συνεκτίμησε την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23. Σύμφωνα με αυτήν, η «επάρκεια του κατώτατου μισθού» δεν συνιστά έννοια που ρυθμίζεται αυτοτελώς από το ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς ο καθορισμός και η γενικότερη ρύθμιση των αποδοχών ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι το ΔΕΕ ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, όπως την αγοραστική δύναμη, το κόστος διαβίωσης, το γενικό επίπεδο μισθών και τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα.

Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία δεν θεμελίωνε δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο που να στηρίζει την αξίωση καταβολής των επιδομάτων. Παράλληλα, έκρινε ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου σε ζητήματα αμοιβών.

Οι δημοσιονομικές αντοχές και το δημόσιο συμφέρον

Στο πλαίσιο της εξέτασης για το αν υπήρξε αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη, η Ολομέλεια συνεκτίμησε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις από το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, καθώς και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το όριο της φτώχειας.

Επιπλέον, συνεκτιμήθηκε η εξέλιξη του μισθολογίου στο Δημόσιο μετά τον νόμο 4354/2015 και τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις των νόμων 5045/2023 και 5163/2024. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι μισθολογικές παρεμβάσεις αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου δημοσιονομικών πολιτικών, οι οποίες ιεραρχούνται στο πλαίσιο των Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων.

Βάσει αυτών, το ΣτΕ κατέληξε ότι η επιλογή της μη επαναφοράς των δώρων δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται άμεσα με τη δημοσιονομική ευστάθεια. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ύψος της μόνιμης επιβάρυνσης που θα προκαλούσε η οριζόντια χορήγηση δύο επιπλέον βασικών μισθών, ενώ κρίθηκε ότι η μη καταβολή τους δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.

Απορρίφθηκε το επιχείρημα περί ανισότητας με τον ιδιωτικό τομέα

Η Ολομέλεια απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε σύγκριση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, οι δημόσιοι υπάλληλοι τελούν υπό ιδιαίτερο συνταγματικό και υπηρεσιακό καθεστώς, γεγονός που διαφοροποιεί τις συνθήκες εργασίας τους. Συνεπώς, η διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας.

Ως πρόσθετος παράγοντας διαφοροποίησης υπογραμμίστηκε η άμεση επίπτωση που έχουν οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων στη δημοσιονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης και στη συνολική οικονομική σταθερότητα της χώρας.

Σημειώνεται πάντως ότι για το ζήτημα της αρχής της ισότητας διατυπώθηκε μειοψηφία από έξι μέλη της Ολομέλειας, τα οποία εξέφρασαν διαφορετική επιστημονική άποψη.

newsbreak.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.