Και τι δεν έχω ακούσει από φίλους κι εχθρούς για αυτή τη μικρή εικόνα στο γραφείο! Αλλά κι οι άλλοι, που από λεπτότητα δεν το σχολίαζαν, είχαν σαν έφευγαν την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια.

Πριν τριάντα τόσα χρόνια, παραμονή της Παναγίας, η ΑΥΓΗ κυκλοφόρησε με μια ασπρόμαυρη εικόνα στην πρώτη σελίδα: η Μαρία και το Θείο Βρέφος· που πάει να πει ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο ο τόπος γιορτάζει το καλοκαίρι του κι ο καθένας ό,τι ποθεί.

Το κατάλαβα καλά. Ήτανε άλλωστε τόσο απλή, αλλά και τόσο συγκεκριμένη, η (ανα)παράσταση, που δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Πήρα λοιπόν ένα ψαλίδι, έκοψα το φτηνό χαρτί της εφημερίδας και το έβαλα σε ένα μικρό, ξύλινο καδράκι. Αυτό το καδράκι με συντρόφευε μέχρι που έφυγα από το γραφείο μου, υπενθυμίζοντάς μου την αμεριμνησία και τη διαυγή υλικότητα που είχε μια ορισμένη εποχή: εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά, θάνατοι και φωτιές, κι αόρατη ομορφιά. Έτσι το είχε ιχνογραφήσει με τους στίχους της η Λένα Παππά. Και έτσι ήταν, πράγματι.

Αλλά ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα, όπως λέει κάπου ο Ελύτης. Για αυτό, κοιτούσα λοξά την εικόνα, για βοήθεια, κάθε φορά που ζόριζαν τα πράγματα. «Να μην πέσω στην παγίδα του πένθους και στην παραλυτική γλύκα της ήττας», έλεγα από μέσα μου. «Να βάλω ένα χέρι, να βγούμε στην επιφάνεια, και να αντικρύσουμε ξανά το Νησί»· σαν γενναίοι ναυαγοί, με ψυχή λιονταριού και μάτι γεράκι».

Τα χρόνια περνούσαν, κι η εικόνα κιτρίνιζε. Αλλά, εν τω μεταξύ, ήρθαν άλλες εικόνες: η Μαρί, το προσφυγάκι με τα γαλάζια μάτια· η Μαρίτσα, χήρα κι ορφανή από παιδιά· η άλλη Μαρία, που κρατούσε το χέρι του άντρα της και του έδινε κουράγιο. Το είπα ήδη και δεν το αλλάζω. Όλα αυτά είχανε κι έχουν μια διαυγή υλικότητα, μια αόρατη ομορφιά.

Σ’ αυτό το μεγάλο «Μ» ορκίζομαι λοιπόν μέχρι σήμερα. Στα τρία ανοιχτά τρίγωνά του, τα δυο που πατάνε στέρεα στη γη και στο τρίτο που βλέπει προς τα πάνω, κοιτώντας τον ουρανό. Γιατί η μέρα που θα μας λούσει το φως δεν θ’ αργήσει. Το λέει ήσυχα η εικόνα που κράτησα· το λέει κι ο άγιος Γιάννης Ρίτσος, που μας κοιτάζει από ψηλά και μας περιμένει:

Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς,

και λίγο αργότερα

μετά την τελική μας ήττα, – πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες μας,

πάει κι η Περίκλεια αίγλη,

η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσια των σοφών

μας. Τώρα

βαριά σιωπή στην Αγορά και κατήφεια, κι η ασυδοσία των Τριάντα

Τυράννων.

Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χωρίς καθόλου

τη δυνατότητα μιάς κάποιας προσφυγής, μιάς υπεράσπισης ή

απολογίας,

μιάς έστω τυπικής διαμαρτυρίας. Στη φωτιά τα χαρτιά και τα βιβλία

μας·

κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια. Κι αν γινόταν ποτέ να μας

επέτρεπαν

να φέρουμε για μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αυτός δε θα

δεχόταν από φόβο

μήπως και πάθει τα δικά μας – με το δίκιο του ο άνθρωπος.

Γι’ αυτό

καλά είναι εδώ, – μπορεί και ν’ αποχτήσουμε μιά νέα επαφή

με τη φύση

κοιτώντας πίσω από το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα, τις πέτρες,

τα χορτάρια,

ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινημένο.

Κι ίσως

μια μέρα να βρεθεί ένας νέος Κίμωνας, μυστικά οδηγημένος

από τον ίδιο αϊτό, να σκάψει και να βρει τη σιδερένια αιχμή

απ’ το δόρυ μας,

σκουριασμένη, λιωμένη κι αυτήν, και να την κουβαλήσει

επίσημα

σε πένθιμη ή δοξαστική πομπή, με μουσική και στεφάνια

στην Αθήνα.

Οι εικόνες είναι φως, που δεν πεθαίνει.