....

....

Η Γεωμετρία της Σήψης (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 06/08/2026

  • Μια ολόκληρη χώρα, κάτω από το αποστεωμένο, καλοκαιρινό φως της ανέχειας μοιάζει πλέον με σκηνικό το οποίο περιμένει να παιχτεί επάνω του και η τελευταία πράξη της μεταμνημονιακής τραγωδίας – με τους θεατές, να αδημονούν για μια «κάθαρση», η οποία όμως αναβάλλεται διαρκώς.

 

Την ίδια ώρα, η επταετής παραμονή της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην εξουσία δεν αποτελεί πια απλώς προϊόν μιας απλής εκλογικής συγκυρίας, αλλά την πολιτική… υγρασία που έχει διαπεράσει και έχει σαπίσει δομικά τα ίδια τα θεμέλια του κράτους.

Ταυτόχρονα, τα δεκάδες σκάνδαλα, από το σκοτεινό, παρακρατικό δίκτυο των υποκλοπών, μέχρι και το έγκλημα των Τεμπών, συνεχίζουν να αναδίδουν την δύσοσμη, βαριά μυρωδιά της φθηνής πολιτικής κολώνιας των μελών της αυλής των εξουσιαστών, των καρδιναλίων τους και των υποτακτικών κάθε είδους. Όλων αυτών που κατατρώνε τις σάρκες των θεσμών, του κράτους Δικαίου και της δημοκρατίας, μετατρέποντας κάθε δημόσιο αγαθό σε πεδίο κερδοσκοπίας για τους λίγους. Μια ολόκληρη χώρα, κατάντησε «χώρος».

Στην αντίπερα όχθη, εκεί απ’ όπου η Ιστορία απαιτούσε συγκροτημένη, ιδεολογική απάντηση στα πιο συνειδησιακά των πολιτικών ερωτημάτων κι αιτημάτων, αποτυπώνεται η αρχιτεκτονική της απόλυτης απουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το κόμμα της Αριστεράς στο οποίο ο λαός έδωσε στις εκλογές του 2023 τον θεσμικό ρόλο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, εγκλωβισμένος πια στις ίδιες του τις επιλογές, αποκόπηκε σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές του γειώσεις, αφού πρώτα οδηγήθηκε σε αλλεπάλληλες, κανιβαλιστικές διασπάσεις. Και πέρασε στο περιθώριο, θυμίζοντας πλέον… αρχαιοαριστερό άγαλμα που αφού αυτοδιαμελίστηκε, είδε στη συνέχεια τους Έλγιν του να συμπεριφέρονται ως… λόρδοι που ο καθένας τους ήθελε να κρατήσει από ένα κομμάτι του στο προσωπικό, ατομικό πολιτικό του μουσείο.

Μέσα σε αυτό το τοπίο των πολιτικών ερειπίων, το εκ παραδρομής κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, συνεχίζει να αδυνατεί, να μην δύναται να εκφράσει την δική του απάντηση στην ιστορική αναγκαιότητα. Η ηγεσία του, παγιδευμένη σε μια εντελώς άνευρη, σχεδόν αδιάφορη, ολοστρόγγυλη τεχνοκρατική ρητορική, μια ρητορική τσαλαβουτηγμένη σε φοβικά σύνδρομα, λειτουργεί περισσότερο ως «συνετός διαχειριστής» της υπάρχουσας «ισορροπίας», παρά ως δύναμη ανατροπής – όπως τουλάχιστον επιτάσσει το σοσιαλδημοκρατικό, παπανδρεϊκό του πολιτικό παρελθόν της Αλλαγής. Στερούμενο ριζοσπαστικού οράματος, παραμένει ως μια σκιά… δίχως ίσκιο, που αφήνει την κυβέρνηση Μητσοτάκη των καθεστωτικών χαρακτηριστικών, να παίζει «μπάλα δίχως αντίπαλο», μετατρέποντας τελικά τον ίδιο του τον ρόλο, αυτόν της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης σε μια τυπική, γραφειοκρατική διαδικασία.

Κάπως έτσι, η αυθεντική λαϊκή οργή, στερούμενη σοβαρής πολιτικής στέγης, παγιδεύτηκε. Κι εγκλωβίστηκε στις Συμπληγάδες της μεταπολιτικής και του γκροτέσκου. Πολιτικές φιγούρες όπως ο Στέφανος Κασσελάκης και η Μαρία Καρυστιανού, αναδύθηκαν στην πορεία ως οφθαλμαπάτες μέσα στον καύσωνα της πολιτικής ερήμου, της κοινωνικής απόγνωσης και της οργής.

Ο μεν Κασσελάκης – και με τεράστια ευθύνη μερίδας άλλοτε κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, τα οποία είτε ήθελαν να επιβιώσουν πολιτικά στο νέο πεδίο, είτε απλώς επιθυμούσαν… δια της τεθλασμένης, να «εξοντώσουν» άλλα στελέχη – σε συνθήκες κενού πια έπειτα από την παραίτηση Τσίπρα, εισήγαγε τον ναρκισσιστικό, αμερικανικής κοπής μεσσιανισμό. Κι άλλες φορές μέσα από την «άχαστη» πρακτική της διαρκούς και μέχρι εξαντλήσεως των… αποθεμάτων αναζήτησης εσωτερικών εχθρών, της δολοφονίας χαρακτήρων των «αντιφρονούντων» ως «προδοτών» και με μεγάλες δόσεις συναισθηματικού λαϊκισμού, αντικατέστησε τελικά την πολιτική συζήτηση, με το ευπώλητο – και επικοινωνιακά – lifestyle. Και αφού εκμεταλλεύτηκε το πολιτικό συναίσθημα αλλά και την δικαιολογημένη οργή ψηφοφόρων, μετατόπισε (κι εγκλώβισε) άγνωστο όμως για πόσο ακόμη, ένα μικρό κομμάτι του εκλογικού σώματος δεξιότερα.

Η δε Καρυστιανού ως πολιτικό πρόσωπο πια, εγκλωβίζοντας τη συλλογική απαίτηση για Δικαιοσύνη σε ένα δήθεν υπερκομματικό αλλά με σαφή ακροδεξιά πολιτικά χαρακτηριστικά σχήμα, βλέπει πλέον την «Ελπίδα» της να φυλλοροεί εσωτερικά. Το πρόσφατο μπαράζ των ηχηρών αποχωρήσεων και οι καταγγελίες των ίδιων των πρώην στελεχών του Κινήματος για έλλειμμα δημοκρατίας «εντός» και για «αυλές», αποδεικνύουν πως τα θολά πολιτικά μορφώματα, στερούμενα συμπαγούς ιδεολογικού πυρήνα, σύντομα καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι με την πρώτη εσωτερική δόνηση. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση με την κατάρρευση, συμπαρέσυραν, δίχασαν και τελικά διέσπασαν αυτό που ανήκε – και ανήκει – σε όλους. Το Κίνημα των Τεμπών, το οποίο εκατομμύρια πολίτες στήριξαν από την πρώτη μέρα στους δρόμους.

Παραδίπλα τους, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιμένει στη δική της ιδιότυπη, θορυβώδη τακτική, μετατρέποντας την κοινοβουλευτική της παρουσία σε ένα διαρκές, εγωκεντρικό σόου που καταναλώνει την ενέργεια της διαμαρτυρίας χωρίς να παράγει ουσιαστικό πολιτικό αποτέλεσμα. Λειτουργώντας με τον τρόπο αυτό κι εκείνη – όπως και οι δυο προηγούμενοι – ως μια ακίνδυνη, τελικά, βαλβίδα αποσυμπίεσης της οργής, προς όφελος του συστήματος Μητσοτάκη.

Ο «θίασος» συμπληρώνεται βέβαια ιδανικά κι από τις σκιές των… υπογείων της Δεξιάς πολυκατοικίας. Οι Βελόπουλοι και οι Λατινοπούλου αυτού του τόπου, ως γνήσιοι μεγαλέμποροι του νεοελληνικού «αντισυστημισμού», πουλάνε ψευδαισθήσεις και εθνικιστικό κιτς με το κιλό, χαϊδεύοντας τα πιο συντηρητικά (ακροδεξιά τελικά) αντακλαστικά της κοινωνίας.

Στην δυστοπική χρονική στιγμή του παρόντος, οι πολίτες έχουμε πλέον τεράστια ευθύνη. Και οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως όσα ζούμε δεν είναι παρά το άθροισμα των παραλείψεων που κάναμε επί χρόνια πια, τόσο συλλογικά, όσο και ατομικά. Κυρίως όμως, οφείλουμε να «διακρίνουμε». Να διακρίνουμε το ποιοι προσφέρουν πανεύκολες διεξόδους εκτόνωσης της οργής, είτε για να εξυπηρετήσουν το νανο-Εγώ τους, είτε για να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς. Αλλά να διακρίνουμε και το ποιοι μπορούν να λειτουργήσουν πολιτικά, ως υποδοχείς των δίκαιων κοινωνικών αιτημάτων, αλλά και ως φορείς λύσεων των σύγχρονων προβλημάτων.

Όσες φορές η αυθεντική οργή απέμεινε εγκλωβισμένη, κατατεμαχισμένη και δίχως «ορατή» πολιτική διέξοδο, η Ιστορία μας έχει δείξει ότι το σκοτάδι καραδοκεί – όπως συνέβη και με την ανάδυση και ενδυνάμωση της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, που ως φαινόμενο ταΐστηκε από τη σήψη για να σπείρει τελικά τον θάνατο και τον τρόμο.

Η Ιστορία, όμως, διδάσκει και κάτι ακόμη.

Πως τα μεγάλα πολιτικά κενά δεν παραμένουν επί μακρόν ακάλυπτα. Όταν μια εξαντλημένη σε όλα τα επίπεδα κοινωνία εξαντλεί τις ψευδαισθήσεις της και η ανάγκη υπερβαίνει πια προσωπικές φιλοδοξίες και «αυτοεπιβεβαιώσεις» ατομικών αφηγημάτων (ή «προβολές»), τότε αναζητά ξανά πολιτικές δυνάμεις με ιστορικό βάθος, με πολιτικό πλαίσιο, με κοινωνικές αναφορές και με επίγνωση του κόστους που συνεπάγονται τόσο η διακυβέρνηση, όσο και οι πολιτικές ήττες. Γιατί τελικά, δεν είναι τα πρόσωπα που επιστρέφουν στο προσκήνιο, αλλά οι ιστορικές αναγκαιότητες που τα καθιστούν ξανά αναγκαία.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.